Κείμενο: Πέτρος Κράνιας
Στο κεμαλικό στρατόπεδο, η Ανατολική Μεσόγειος επιστρέφει ως πεδίο πολιτικής πίεσης προς την κυβέρνηση Ερντογάν, με φόντο δύο παράλληλες εξελίξεις που, κατά την ανάγνωση κύκλων κοντά στο CHP, «στριμώχνουν» την Τουρκία: την κινητικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας σε συμφωνίες και στρατιωτικές διευκολύνσεις προς τρίτες χώρες και, κυρίως,
την εμπλοκή αμερικανικού ενεργειακού παράγοντα σε θαλάσσιες έρευνες νότια της Κρήτης.Η κριτική δεν μένει στη ρητορική. Διατυπώνεται ως καταγγελία «ακινησίας στο πεδίο», ως αμφισβήτηση της συνέπειας της τουρκικής στρατηγικής και, ταυτόχρονα, ως προειδοποίηση ότι το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» κινδυνεύει να μείνει ένα σύνθημα χωρίς πρακτικό αντίκρισμα. Το μήνυμα που εκπέμπουν κεμαλικές φωνές είναι διπλό: από τη μία, απαιτούν επανεκκίνηση ερευνών και γεωτρήσεων σε περιοχές που η Τουρκία θεωρεί ότι εμπίπτουν στις θαλάσσιες δικαιοδοσίες της, από την άλλη, υποστηρίζουν ότι η Άγκυρα έχει εγκλωβιστεί στα δικά της λάθη, με πρώτο και βασικό το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Η προειδοποίηση του CHP και η «ακινησία» στην Ανατολική Μεσόγειο
Στο επίκεντρο βρίσκεται η παρέμβαση του Γιανκί Μπαγτζίογλου, αναπληρωτή προέδρου του CHP και υπεύθυνου για την πολιτική εθνικής άμυνας. Η τοποθέτησή του κινείται σε αυστηρά «κρατικιστικό» πλαίσιο, ζητώντας από την Τουρκία να αυξήσει παρουσία και δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο, επειδή, όπως υποστηρίζει, διαμορφώνονται νέα δεδομένα εις βάρος της Άγκυρας.
Ο Μπαγτζίογλου επισημαίνει δύο σημεία που θεωρεί ενδεικτικά της μεταβολής. Πρώτον, τις κινήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, που, κατά την εκτίμησή του, ανοίγει στρατιωτικές βάσεις και λιμάνια σε τρίτες χώρες και προχωρά σε συμφωνίες που ενισχύουν τη θέση της. Δεύτερον, τη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Λιβάνου, την οποία παρουσιάζει ως εξέλιξη που πρέπει να απαντηθεί με τουρκική ενεργοποίηση.
Παράλληλα, φέρνει ως παράδειγμα την ελληνική επέκταση των θαλάσσιων περιοχών έρευνας και εκμετάλλευσης νότια της Κρήτης και ανοιχτά της Πελοποννήσου, από 48.000 σε 94.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα οφείλει να παρακολουθεί πολύ στενά το εύρος και τις πρακτικές συνέπειες αυτής της κίνησης.
Η κεντρική αιχμή του είναι η αντίφαση μεταξύ δυνατοτήτων και πράξης. Παρότι η Τουρκία διαθέτει, όπως υπογραμμίζει, από τους μεγαλύτερους στόλους ερευνητικών και γεωτρητικών πλοίων στην Ανατολική Μεσόγειο, έχει φτάσει στο σημείο να είναι, μαζί με τη Συρία και τον Λίβανο, από τις λίγες χώρες που δεν πραγματοποιούν αυτή τη στιγμή ούτε σεισμικές έρευνες ούτε γεωτρήσεις στην περιοχή. Για τον ίδιο, αυτό αποτελεί στρατηγικό κενό που μετατρέπεται σε μακροπρόθεσμο ρίσκο, επειδή, όπως υποστηρίζει, η πρακτική «στο πεδίο» είναι κρίσιμο στοιχείο κατοχύρωσης δικαιωμάτων μέσα από την πρακτική του κράτους και τη διεθνή νομιμοποίηση.
Δεν είναι τυχαίο ότι θυμίζει πως από τον Δεκέμβριο του 2020, σε ορισμένες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, δεν έχουν γίνει καθόλου δραστηριότητες, σημειώνοντας ότι η επανεκκίνηση ερευνών και η «επίδειξη σημαίας» αποτελούν, κατά την άποψή του, υποχρέωση για την υπεράσπιση τουρκικών εθνικών συμφερόντων.
Το «χαρτί» της Παραπληροφόρησης και η κριτική ότι δεν φαίνεται «στο πεδίο»
Η πίεση αποκτά πιο συγκεκριμένο χαρακτήρα όταν ο Μπαγτζίογλου επικαλείται ανακοίνωση της 1ης Οκτωβρίου 2025 του Κέντρου Καταπολέμησης της Παραπληροφόρησης, όπου αναφερόταν ότι η Τουρκία συνεχίζει «σχεδιασμένα» τις έρευνες υδρογονανθράκων στην υφαλοκρηπίδα της και στις παραχωρημένες περιοχές των κατεχομένων. Η δική του ανάγνωση είναι ότι αυτή η εικόνα δεν αντανακλάται στην πραγματικότητα.
Η διατύπωσή του λειτουργεί ως καρφί προς την κυβέρνηση. Αν το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» μείνει σε προεκλογικό λεξιλόγιο και δεν συνοδευτεί από συγκεκριμένες κινήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, προειδοποιεί, τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Τουρκίας θα υποστούν σοβαρή ζημιά. Με άλλα λόγια, η κεμαλική κριτική δεν αμφισβητεί μόνο «τι κάνει» η Άγκυρα, αμφισβητεί «αν κάνει».
Η Chevron νότια της Κρήτης και το αφήγημα περί «στρατηγικού πλήγματος»
Η δεύτερη εστία πίεσης προκύπτει από την κεμαλική Cumhuriyet, η οποία παρουσιάζει την ελληνοαμερικανική συμφωνία για έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης ως στρατηγικό πλήγμα στη λογική της «Γαλάζιας Πατρίδας» και ως αποτέλεσμα λαθών της Άγκυρας τα προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η Ελλάδα υπέγραψε στις 16 Φεβρουαρίου συμφωνία με κοινοπραξία υπό την αμερικανική Chevron για έρευνες σε τέσσερις θαλάσσιες περιοχές στην Ανατολική Μεσόγειο, με δύο από αυτές να επικαλύπτονται, κατά την τουρκική θεώρηση, με ζώνες που η Άγκυρα συνδέει με το τουρκολιβυκό μνημόνιο οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών του 2019. Ο ενεργειακός αναλυτής Αλί Αρίφ Ακτούρκ ερμηνεύει την κίνηση ως σαφές μήνυμα ότι οι ΗΠΑ «δεν λαμβάνουν υπόψη» το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», υπενθυμίζοντας ότι η επιθετική προβολή του αφηγήματος κλιμακώθηκε ακριβώς μετά τη συμφωνία Άγκυρας–Τρίπολης.
Το δημοσίευμα στέκεται ιδιαίτερα και στην ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Άμυνας, την οποία χαρακτηρίζει αντιφατική. Από τη μία πλευρά, αναφέρεται ότι οι έρευνες νότια της Κρήτης «δεν επηρεάζουν άμεσα» τις τουρκικές θαλάσσιες δικαιοδοσίες, από την άλλη καταγγέλλονται ως αντίθετες τόσο με το μνημόνιο του 2019 όσο και με τις συντεταγμένες που έχει αποστείλει η Λιβύη στον ΟΗΕ τον Μάιο του 2025. Για την Cumhuriyet, αυτή η διπλή διατύπωση θολώνει τη στάση της Άγκυρας και ανοίγει ερωτήματα για τη συνέπεια της τουρκικής πολιτικής.
Η αποδόμηση του δόγματος και η «αυτοκτονική» Λιβύη
Κεντρικό ρόλο έχει η ανάλυση του ειδικού εξωτερικής πολιτικής Αϊντίν Σεζέρ, ο οποίος προχωρά σε συνολική αποδόμηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» και χαρακτηρίζει το μνημόνιο με τη Λιβύη «αυτοκτονική» κίνηση.
Ο Σεζέρ υποστηρίζει ότι ο «βυθός» και η υφαλοκρηπίδα, δηλαδή το πεδίο όπου εντοπίζονται υδρογονάνθρακες και διακυβεύονται δικαιώματα εκμετάλλευσης, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «πατρίδα» με την έννοια της πλήρους κυριαρχίας, σε αντίθεση με τα χωρικά ύδατα που αποτελούν πραγματικό χώρο κυριαρχίας. Σε αυτή τη λογική, θεωρεί ότι η Τουρκία, υπογράφοντας το 2019, ανέτρεψε ένα status quo που σε μεγάλο βαθμό τη βόλευε στην Ανατολική Μεσόγειο, επειδή μέχρι τότε Ελλάδα και Αίγυπτος δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε οριοθέτηση.
Από εκεί, κατά τον ίδιο, ανοίχθηκε ο δρόμος για την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία, η οποία «κλείδωσε» τον 28ο μεσημβρινό ως όριο και περιόρισε τις τουρκικές διεκδικήσεις δυτικά. Στην κεμαλική ανάγνωση, αυτό είναι το σημείο καμπής, η στιγμή που η Άγκυρα άρχισε να πληρώνει την επιλογή μιας επιθετικής, πολιτικά φορτισμένης στρατηγικής.
Το λιβυκό υπόβαθρο και η σύγκρουση με την Ευρώπη
Ο Σεζέρ περιγράφει επίσης το πολιτικό και ιστορικό υπόβαθρο της τουρκικής εμπλοκής στη Λιβύη, από τη χρηματοδότηση δυνάμεων των «Αδελφών Μουσουλμάνων» το 2011–2012 έως την υπογραφή, μέσα σε μία ημέρα, τόσο της στρατιωτικής συμφωνίας όσο και του μνημονίου θαλασσίων ζωνών με την κυβέρνηση της Τρίπολης. Υπενθυμίζει ότι το μνημόνιο δεν εγκρίθηκε από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης, στοιχείο που χρησιμοποιείται για να αμφισβητηθεί η αντοχή του στον χρόνο.
Στο ίδιο πλαίσιο, το άρθρο συνδέει τη συμφωνία του 2019 με την επιδείνωση των σχέσεων Άγκυρας–ΕΕ. Καθώς Ελλάδα και Κύπρος είναι κράτη μέλη, οι θαλάσσιες διεκδικήσεις τους μετατρέπονται, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε ζήτημα εξωτερικών συνόρων της Ένωσης. Ο Σεζέρ σημειώνει ότι μετά το 2019, σε κάθε Σύνοδο Κορυφής, η ΕΕ ασκεί πίεση στην Τουρκία για τη συμπεριφορά της στην Ανατολική Μεσόγειο, με τη σύγκρουση γύρω από την Κύπρο και την ύπαρξη βρετανικών βάσεων, με δικές τους θαλάσσιες ζώνες, να περιπλέκουν περαιτέρω το περιβάλλον.
Το μήνυμα της Chevron και το ερώτημα που καίει την Άγκυρα
Η εμπλοκή της Chevron αποκτά ειδικό βάρος στην κεμαλική ανάγνωση, επειδή πρόκειται για εταιρεία που δραστηριοποιείται ήδη σε Κύπρο και νότια της Ελλάδας, έχει συνεργασίες και επαφές που αφορούν και την Τουρκία, άρα θεωρείται ότι διαθέτει θεσμικό και πολιτικό «εκτόπισμα». Ο Σεζέρ υποστηρίζει ότι, με τη νέα συμφωνία, η Ουάσιγκτον, μέσω Chevron, δείχνει καθαρά πως δεν αναγνωρίζει στην πράξη το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ενώ προβάλλεται και το συμπέρασμα ότι η εποχή της επιθετικής ρητορικής περί «Γαλάζιας Πατρίδας» έχει κλείσει, με τους επικριτές της να αισθάνονται δικαιωμένοι.
Στο σύνολό τους, οι δύο παρεμβάσεις, από τον Μπαγτσίογλου και από το κεμαλικό περιβάλλον της Cumhuriyet, συγκλίνουν στο ίδιο πολιτικό διακύβευμα: η Άγκυρα δέχεται πίεση να αποδείξει ότι διαθέτει στρατηγική με συνέχεια και πρακτική ισχύ, όχι μόνο πλαίσιο δηλώσεων. Σε αυτή την ανάγνωση, η «Γαλάζια Πατρίδα» κρίνεται τώρα όχι από το πόσο δυνατά ακούγεται, αλλά από το αν μεταφράζεται σε κινήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, σε ένα πεδίο όπου οι συσχετισμοί αλλάζουν, οι εταιρείες μπαίνουν μπροστά και οι ισορροπίες γράφονται με πράξεις.
newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου