
Δεν ήταν αναμενόμενο, αλλά έγινε πράξη που σηματοδοτεί μια πρώτου μεγέθους έκπληξη. Από την 1η Ιανουαρίου του 2020 ένα νέο κανάλι θα αρχίσει να εκπέμπει με το αναγνωρίσιμο σήμα και το βαρύ όνομα του MEGA. Προηγουμένως, όλη η πνευματική ιδιοκτησία όσων παρήγαγε το Mεγάλο Κανάλι στα 25 χρόνια της πορείας του στις ελληνικές τηλεοπτικές συχνότητες, αφού βγήκε στο σφυρί, πέρασε σε νέα χέρια.
H Ταινιοθήκη, τα σήματα του καναλιού και των εκπομπών μιας ολόκληρης εποχής κατακυρώθηκαν στην εταιρεία Alter Ego του Βαγγέλη Μαρινάκη, η οποία πλειοδότησε στις προσφορές που κατατέθηκαν με 34 εκατ. ευρώ. Λογικά ο εφοπλιστής, ο οποίος μπήκε στον μιντιακό χώρο μετά την εξαγορά του ιστορικού συγκροτήματος του ΔΟΛ στα τέλη Μαΐου του 2017, εγγράφεται ως ισχυρός παίκτης του τηλεοπτικού χάρτη μετά και την εξαγορά της Nova – αν την πάρει τελικά. Διαθέτει όμως πλέον στη φαρέτρα του όλα τα απαιτούμενα όπλα προγράμματος και ένα ανθεκτικό brand για να εγκαινιάσει ένα δυναμικό τηλεοπτικό ξεκίνημα σε ένα πεδίο οξυμένου ανταγωνισμού.
του Βαγγέλη Μαρινάκη, η οποία πλειοδότησε στις προσφορές που κατατέθηκαν με 34 εκατ. ευρώ παρά 1 ευρώ
Λιγότερο από έναν μήνα αργότερα, σταμάτησε να εκπέμπει και από τις συνδρομητικές πλατφόρμες. Οι τίτλοι τέλους είχαν πέσει σβηστοί σε μαύρο φόντο. Ωστόσο η τύχη του άλλοτε κραταιού MEGA είχε καθοριστεί από τον Απρίλιο του 2016, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ή, κατά τους πιο αιθεροβάμονες οπαδούς της, «Πρώτη φορά Αριστερά». Εκείνο τον σκληρό για το κανάλι Απρίλη οι τράπεζες αποφάσισαν να σφραγίσουν τους λογαριασμούς του τηλεοπτικού σταθμού επικαλούμενες την αθέτηση της υπόσχεσης των μετόχων να προχωρήσουν σε νέα, δεύτερη, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και το στραγγάλισαν οικονομικά προκαλώντας του απόλυτη ασφυξία.
Η πιάτσα βοούσε εκείνο το φεγγάρι για το καταναγκαστικό στρίμωγμα που ασκούσε το δίδυμο Γιάννη Δραγασάκη και Νίκου Παππά, προφανώς με τη συγκατάθεση του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, προς τους τραπεζίτες.
Οικονομικός στραγγαλισμός
Μεσημέρι – βράδυ τηλεφωνούσαν σε διευθύνοντες σύμβουλους, μάνατζερ, προέδρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ζητώντας τους επιτακτικά να αρνηθούν οποιαδήποτε συμβιβαστική πρόταση που θα επέτρεπε τη συνέχιση της λειτουργίας του καναλιού. Παράλληλα πίεζαν και τους μετόχους του, τις οικογένειες Μπόμπολα και Βαρδινογιάννη, καθώς και τον Σταύρο Ψυχάρη, να «τελειώνουν με αυτή την ιστορία». Ετσι κι αλλιώς, υποστήριζαν ότι το κανάλι είχε εκδηλώσει εμφανή δυσχέρεια να προσαρμοστεί στην κρίση εξαιτίας των συσσωρευμένων από το παρελθόν υψηλών δανειακών του υποχρεώσεων και του μεγάλου αριθμού εργαζομένων που απασχολούσε. Αρα, «γιατί το κρατάτε το ρημάδι, για να μπαίνετε όλο και πιο βαθιά μέσα;» τους διεμήνυαν δήθεν άδολα. Ηταν η εποχή που εμμονικά η ιδεοληπτική βελόνα τους είχε κολλήσει στον μαγικό αριθμό «τέσσερα». Το νούμερο των ιδιωτικών καναλιών εθνικής εμβέλειας που τάχα εισηγούνταν το Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας. Μετά ήρθε το φιάσκο μιας ακόμη αυταπάτης.
για την Ταινιοθήκη του MEGA
Έπεσαν πάνω στον Μαρινάκη
Η Ιστορία όμως δεν συνοδεύει το διάβα της μόνο με βολονταρισμούς, πορεύεται και με τις πονηριές της. Πράγματι, αφού «σπρώξανε» στη χρεοκοπία τον επιβαρυμένης υγείας Ψυχάρη λόγω των μεγάλων δανειακών του προβλημάτων που τον κατέστησαν όμηρο των τραπεζών, αλλά «ξαπόστειλαν» και τον Μπόμπολα από Πήγασο και ΜΕGA, όλες τους οι επιχειρούμενες μεθοδεύσεις και οι προσπάθειες χειραγώγησης των media πήγαν χαράμι. Και αυτό γιατί αντί για δύο έμπειρους στις διαβουλεύσεις με το πολιτικό προσωπικό και σχετικά βολικούς αντιπάλους βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν άνθρωπο που οι ίδιοι βάφτισαν ως τον μεγαλύτερο μιντιακό τους πολέμιο. Εναν εφοπλιστή που δεν συναλλασσόταν με το κράτος, αλλά αποκόμιζε τα κέρδη του από την ποντοπόρο ναυτιλία. Πόσο πια ανεκτικά ουδέτερος θα μπορούσε να είναι απέναντί τους ο Βαγγέλης Μαρινάκης, που από τη μια τον καθύβριζαν και από την άλλη του ζητούσαν να δώσει δύο ντουζίνες εκατομμύρια δανεικά στον Καλογρίτσα για να γίνει καναλάρχης του σταθμού που ονειρευόταν να φτιάξει το Μαξίμου; Η αποκάλυψη του ίδιου του εφοπλιστή δεν διαψεύστηκε ποτέ επισήμως από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, από τότε που ο ίδιος απέκτησε διαφανώς τον ΔΟΛ, για τον οποίο είχαν άλλα σχέδια εξάρτησης, εντάθηκαν οι υστερικές επιθέσεις εναντίον του.
Ενόσω πάντως επί μεγάλο χρονικό διάστημα το κανάλι της οδού Μεσογείων φυτοζωούσε χωρίς ζωντανό πρόγραμμα, ειδήσεις και ενημερωτικές εκπομπές, κατάφερνε ως τηλεοπτική αντήχηση του μακρινού πλην ένδοξου παρελθόντος του να σαρώνει σε νούμερα τηλεθέασης. Απολάμβανε πότε τη δεύτερη θέση στη συγκεκριμένη λίστα και πότε την κορυφαία χάρη στον θησαυρό της Ταινιοθήκης του επαναπροβάλλοντας μερικές από τις πιο δημοφιλείς σειρές του.
Η ομάδα των εργαζομένων που είχε απομείνει στο κανάλι έπαιζε επαναλήψεις από το πλούσιο αρχείο των παραγωγών του. Και δώσ’ του τα αγαπημένα στις επιλογές του κοινού «Τρεις Χάριτες», «Δις Εξαμαρτείν», «Απαράδεκτοι», «Δύο Ξένοι », «50-50», «Πολυκατοικία». Ετσι, αναπόφευκτα, έρχονταν τα υψηλά ποσοστά. Κοινώς, το «κλειστό» και «νεκρό» κανάλι τα έσπαγε. Δεν χρειαζόταν να κερδίσει νέες εντυπώσεις. Το ύφος του ήταν ήδη αποτυπωμένο και αποδεκτό στο συλλογικό υποσυνείδητο. Και η συνήθεια του πατήματος του πλήκτρου στο τηλεκοντρόλ που άνοιγε την οθόνη στη συχνότητά του είχε γίνει από δεκαετίες δεύτερη φύση. Και αυτή η επιτυχία διογκωνόταν αν σκεφτεί κανείς ότι δεν επαναλάμβανε στην οθόνη του δυνατά ατού όπως τους «Δέκα Μικρούς Μήτσους», το «Νησί», τη «Βέρα στο δεξί», τους «Ψίθυρους Καρδιάς» και άλλα περασμένα τηλεσουξέ.
Με δεδομένο μάλιστα ότι με βάση τα μερίδια τηλεθέασης κατευθύνονται αναλογικά και χρήματα της διαφήμισης, το εντυπωσιακό γεγονός δεν διέφυγε από την προσοχή των ανταγωνιστικών καναλιών. Ούτε φυσικά των τραπεζών. Υπό το πρίσμα των τελευταίων, ο δημόσιος πλειστηριασμός του βασικού πυρήνα -ή διαχρονικής «καρδιάς» του καναλιού- θα διασφάλιζε μέρος των τραπεζικών κεφαλαίων με τα οποία είχε δανειοδοτηθεί το MEGA.
Πολύτιμη Ταινιοθήκη
Εξάλλου η Ταινιοθήκη του καναλιού είχε εκτιμηθεί ως κάτι πολύτιμο και θεαματικής παραμυθένιας αίγλης, σαν κάτι ανάμεσα σε λυχνάρι του Αλαντίν και σπηλιά του Αλή Μπαμπά. Οχι άδικα. Τα πραγματικά σπάνια κοσμήματα που καλλώπιζαν τα προς διαμερισμό ανεκτίμητα ιμάτια του MEGA βρίσκονταν καταχωνιασμένα στο μπαούλο με τις παλιές σειρές. Προφανώς, όποιος διέθετε αυτή τη μυθοπλαστική συλλογή στο σύνολό της καθώς και το υλικό από επιλεγμένες αθλητικές διοργανώσεις του παρελθόντος δεν θα χρειαζόταν να μπει στον πειρασμό των ερασιτεχνικών πειραματισμών. Θα μπορούσε απλώς να γεμίσει αδιαλείπτως τηλεοπτικό πρόγραμμα 3-4 χρόνων. Χώρια τα τηλεπαιχνίδια και τα στιγμιότυπα παλαιότερων αγώνων.
Το ερώτημα είναι αν χρειάζεται το ελληνικό τηλεοπτικό κοινό ένα ντόπιο κανάλι τύπου «Netflix του φτωχού» με αποκλειστικότητα στις νοσταλγικές επαναλήψεις καλών μεν, πλην παρωχημένων πια εγχώριων σειρών. Σίγουρα όχι, λένε υποτιθέμενοι εξπέρ περί τα τηλεοπτικά – πάντα με την επιφύλαξη ότι το ποιο θέαμα πιάνει τον παλμό του κοινού είναι τελικά θέμα γούστου, φήμης και εξοικείωσης μαζί του. Παρ’ όλα αυτά, θεωρείται ότι το κανάλι που θα εντάξει το συγκεκριμένο υλικό -για να συνοδεύσει ένα μοντέρνο, ζωντανό ειδησεογραφικό και ενημερωτικό πρόγραμμα και πλαισιώσει με αυτό νέες παραγωγές μυθοπλασίας μετά σεναρίου- θα τσιμπήσει αναμφίβολα ένα απτό κομμάτι από την πίτα της τηλεθέασης. Οπωσδήποτε, πάντως, μεγαλύτερο από το να εκκινήσει τώρα με φρέσκο πρόγραμμα εξαρχής. Διότι είναι διαπιστωμένο ότι η εγκατάσταση στο τρέχον τηλεοπτικό τοπίο και η εμπέδωση κύρους στο κοινό από ένα ολοκαίνουριο κανάλι αποτελούν μια τρομακτικά δύσκολη δοκιμασία, αν όχι μια κοστοβόρα περιπέτεια.
Μια κοστοβόρα περιπέτεια
Εκτιμάται, για παράδειγμα, ότι ο επιχειρηματίας Ιβάν Σαββίδης έβαλε βαθιά το χέρι στην τσέπη και μοίρασε με γαλαντομία περί τα 40-50 εκατ. για να χτίσει από τα θεμέλια ένα νέο κανάλι. Δεν τσιγκουνεύτηκε σε προσλήψεις έμπειρων στελεχών, ικανού προσωπικού και γνωστών δημοσιογράφων, έστησε εκ του μηδενός στούντιο, επένδυσε σε παραγωγή εγχώριου προγράμματος, πήρε τα δικαιώματα μετάδοσης των αγώνων της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας και αγόρασε ταινίες του διεθνούς ρεπερτορίου. Μετά από τόση δαπάνη τα μερίδια τηλεθέασης του OPEN κυμαίνονται μεταξύ 8% και 9%. Διόλου αμελητέα ποσοστά στην αποδοχή του κοινού για το πρόγραμμα νεοσυσταθέντος καναλιού, αλλά προφανώς υπήρχαν μεγαλύτερες προσδοκίες από τους δημιουργούς του. Αναπόδραστα ο σχεδιασμός και η υλοποίηση ενός νέου ισχυρού πόλου ικανού να διαμορφώσει νέες ισορροπίες στην τηλεοπτική και διαφημιστική αγορά χρειάζονται φρέσκες ιδέες, κατάλληλο τάιμινγκ και γερο τιμόνι.
Έτσι, φέτος υπολογίζεται ότι θα ρίξουν στην αγορά γύρω στα 40-45 εκατ. κατά μέσο όρο. Μεγαλύτερα ποσά τα κανάλια ANT1, ALPHA, ΣΚΑΪ, ενώ STAR και ΟPEN μάλλον θα είναι πιο συγκρατημένα. Κάπου εδώ όμως μπαίνει αμείλικτη η αριθμητική με τις 4 πράξεις της. Δεν είναι σαν να πετάς την πιστωτική κάρτα στο POS και να μην περιμένεις να μετρήσεις τα ρέστα. Εδώ υπάρχουν συνέπειες. Αν συνυπολογιστεί λοιπόν στα παραπάνω ποσά για το πρόγραμμα και το λειτουργικό κόστος, δηλαδή μισθοί, ενοίκια, αποσβέσεις κ.λπ. κ.λπ., που υπολογίζονται γύρω στα 25 εκατ. για το καθένα ετησίως, τότε η συνολική δαπάνη ενός εκάστου αγγίζει τα 65-70 εκατ. ευρώ. Μετά όμως από την πρόσθεση ακολουθεί η διαίρεση. Φτάνουν, άραγε, τα 300 μεικτά εκατ. της διαφήμισης που θα διατεθούν προς όλους για να καλύψουν τα κόστη τους; Δεδομένου, όπως είπαμε και παραπάνω, ότι η διαφήμιση μοιράζεται ανάλογα με τα ποσοστά τηλεθέασης, τα κορυφαία σε τηλεθέαση κανάλια μάλλον θα κερδίσουν, τα μεσαία στη λίστα ίσως και να ρεφάρουν, ενώ όσα καταταγούν στον πάτο θα γράψουν ζημίες. Αλλωστε έτσι συμβαίνει όταν συνωστίζονται σε κοινό χώρο παλιοί και νέοι δυναμικοί παίκτες. Ο σκληρός ανταγωνισμός είναι πόλεμος και τα κέρδη τα λάφυρά του. Ισχύει παντού, άρα και στη διεκδίκηση της διαφημιστικής πίτας και της τηλεθέασης. Μόνο που όποιος τραβάει τον δικό του -στρωμένο από καιρό- δρόμο δεν κινδυνεύει να τον προσπεράσουν.
arouraios.gr






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου