της Ελευθερίας Κούρταλη
Το 2025 σημαδεύτηκε από αδιάκοπη καινοτομία, πολιτικές αναταραχές και εκπλήξεις στις αγορές. Το 2026 οι επενδυτές θα εξετάσουν εάν η καινοτομία στην τεχνητή νοημοσύνη, η δημοσιονομική στήριξη και η χαλαρότερη νομισματική πολιτική δύνανται
να συνεχίσουν να παρέχουν στις αγορές την απαραίτητη ορμή. Πάντως, οι μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι δηλώνουν αισιόδοξοι για τις αγορές το νέο έτος, με την bull market να συνεχίζεται, ενώ εμφανίζονται ιδιαίτερα θετικοί για τις ελληνικές μετοχές, με ώθηση από τα πολλαπλά stories που "συνοδεύουν" την Ελλάδα και τα ελληνικά assets.Ωστόσο υπάρχουν και κίνδυνοι που θα μπορούσαν να επαναφέρουν τις χρηματιστηριακές αγορές στην πραγματικότητα το επόμενο έτος, όπως: 1) μια πιθανή απογοήτευση από την πρόοδο ή την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης, 2) μια αναζωπύρωση ή επιμονή του πληθωρισμού, 3) μια πιο εδραιωμένη φάση στρατηγικού ανταγωνισμού ΗΠΑ - Κίνας και 4) η επανεμφάνιση ανησυχιών για το δημόσιο ή το ιδιωτικό χρέος. Όσον αφορά τα ομόλογα, οι αναλυτές συστήνουν επιλεκτικές στρατηγικές, ενώ στο μέτωπο των εμπορευμάτων βλέπουν συνέχιση του ράλι στα πολύτιμα μέταλλα.
Νέα άνοδος στις μετοχές, στο επίκεντρο η ΑΙ
H Goldman Sachs δηλώνει θετική για τις μετοχές το 2026, καθώς η κερδοφορία συνεχίζει να αυξάνεται, αλλά προβλέπει χαμηλότερες αποδόσεις δεικτών από ό,τι το 2025, εν μέσω μιας πιο ευρείας bull market. Αυτό, όπως σημειώνει, ταιριάζει με τις οικονομικές της προοπτικές, όπου αναμένει συνεχή οικονομική επέκταση σε όλες τις περιοχές σε συνδυασμό με περαιτέρω μέτρια χαλάρωση από τη Fed. Δεδομένου αυτού του μακροοικονομικού πλαισίου, θα ήταν ασυνήθιστο να δούμε μια σημαντική διόρθωση ή μια bear market χωρίς ύφεση, ακόμα και από αυξημένες αποτιμήσεις.
Όπως επισημαίνει η Goldman Sachs, οι μετοχές υπεραπέδωσαν το 2025 τόσο έναντι των ομολόγων όσο και των εμπορευμάτων συνολικά. Ωστόσο η πρόοδος δεν ήταν ευθεία. Το κύριο θέμα για το 2025 ήταν η διαφοροποίηση, δεδομένου ότι το έτος ξεκίνησε με ρεκόρ συγκέντρωσης σε χώρες, τομείς και μετοχές. Οι περισσότερες μεγάλες χρηματιστηριακές αγορές ξεπέρασαν τις ΗΠΑ το 2025, καθώς η γεωγραφική διαφοροποίηση ωφέλησε, για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, τους επενδυτές.
Ενώ οι αγορές είναι πιθανό να συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά το 2026, οι αποτιμήσεις είναι πλέον υψηλές σε όλο το σύμπλεγμα μετοχών σε κάθε περιοχή σε σύγκριση με τα ιστορικά επίπεδα, επισημαίνει η Goldman. Κατά συνέπεια, πιστεύει ότι οι αποδόσεις το 2026 είναι πιθανό να καθοδηγηθούν περισσότερο από την αύξηση των κερδών παρά από τις αυξανόμενες αποτιμήσεις. Οι προβλέψεις της υποδηλώνουν συνεχιζόμενη θετική αύξηση των κερδών το 2026 – ισχυρότερη από τον ρυθμό αύξησης των κερδών του 2025 σε όλες τις περιοχές.
Στην Ευρώπη περίπου το 60% των κερδών παράγεται εκτός της περιοχής και η κερδοφορία είναι ασθενέστερη ως αποτέλεσμα του ισχυρότερου ευρώ. Ωστόσο αναμένει ελαφρώς καλύτερη ανάπτυξη στο μέλλον και προβλέπει αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS) του STOXX Europe κατά 5% και 7% το 2026 και το 2027 αντίστοιχα, ενώ το 2027 δεν θα υπάρχει η αρνητική επίδραση των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η Goldman εκτιμά πως ο πανευρωπαϊκός δείκτης STOXX θα κινηθεί στις 590, 600 και 615 μονάδες σε διάστημα τριών, έξι και δώδεκα μηνών αντίστοιχα, και έτσι προβλέπει κέρδη 16% συνολικά το 2026 σε όρους δολαρίου. Στις ΗΠΑ ο S&P 500 αναμένεται να καταγράψει κέρδη 15% τη νέα χρονιά, ο ιαπωνικός Topix 12% και ο MSCI Αναδυόμενων Αγορών 18%.
Η J.P. Morgan πιστεύει ότι η αντιστάθμιση μεταξύ ανάπτυξης και πολιτικής θα είναι bullish για τα risk assets το 2026. Ο πληθωρισμός θα μπορούσε να περιοριστεί από το υποτονικό αργό πετρέλαιο Brent, την επιβράδυνση των τιμών και των μισθών στις υπηρεσίες, καθώς και από κάποια πιθανή αποδυνάμωση των δασμών. Η κατάσταση των αγορών εργασίας των ΗΠΑ είναι μια αβεβαιότητα, με εμφανείς ορισμένους κινδύνους. Αυτό, με τη σειρά του, αναμένεται να διατηρήσει τις αποδόσεις των ομολόγων σε χαμηλότερα επίπεδα, ενώ οι κεντρικές τράπεζες θα παραμείνουν σε καθεστώς χαλάρωσης. Σε αυτό το εποικοδομητικό υπόβαθρο προστίθεται η μείωση της εμπορικής αβεβαιότητας, η πιθανή βελτίωση των προοπτικών για την Κίνα, οι υψηλότερες δημοσιονομικές δαπάνες στην Ευρωζώνη και η συνεχιζόμενη ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ.
Κατά την J.P. Morgan, τα παραπάνω είναι πιθανό να βοηθήσουν τις μετοχές της Ευρωζώνης να ξεφύγουν από το πλάγιο μοτίβο στο οποίο βρίσκονταν από τον Μάρτιο, και πιστεύει ότι οι πιθανοί θετικοί καταλύτες του επόμενου έτους έχουν υποεκτιμηθεί. Ο αντίκτυπος των γερμανικών δημοσιονομικών κινήτρων αναμένεται να γίνει πιο ορατός. Οι μειώσεις επιτοκίων στις οποίες έχει προχωρήσει η ΕΚΤ θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε βελτίωση του πιστωτικού περιβάλλοντος, ενώ οι εμπορικοί αντίθετοι άνεμοι φαίνεται να υποχωρούν και η κερδοφορία των εταιρειών της Ευρωζώνης, η οποία απογοήτευσε και πάλι φέτος, θα μπορούσε να επιταχυνθεί το επόμενο έτος. Οι αποτιμήσεις φαίνονται τεντωμένες στις ΗΠΑ, με εκτιμώμενο P/E 12μήνου στο 23x, αλλά οι διεθνείς αγορές φαίνονται φθηνότερες, τονίζει η JPM.
Οι οικονομολόγοι της Citigroup, από την πλευρά τους, βλέπουν ένα περιβάλλον Goldilocks να επικρατεί το 2026, με αξιοπρεπή παγκόσμια ανάπτυξη, ήπιο πληθωρισμό και συνεχιζόμενες αλλά λιγότερες μειώσεις επιτοκίων. Αυτό είναι bullish για τα risk assets, όπως τονίζει. Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ μπορεί να αποτελέσουν αρνητικό παράγοντα, αλλά μόνο στο τρίτο τρίμηνο. Ενώ η αμερικανική τράπεζα πιστεύει ότι υπάρχει φούσκα στις αμερικανικές μετοχές, οι φούσκες είναι αρχικά αρκετά κερδοφόρες, όπως τονίζει, και η συγκεκριμένη δεν αναμένεται να σκάσει το 2026, συνεπώς παραμένει long στις μετοχές σε ΗΠΑ και Κίνα.
Έτσι, η Citi τηρεί overweight στάση στις παγκόσμιες μετοχές. Εξακολουθεί να πιστεύει ότι το συνεχιζόμενο story της τεχνητής νοημοσύνης σε συνδυασμό με τις μειώσεις των επιτοκίων της Fed θα οδηγήσουν σε ακόμα μία ομαλή προσγείωση της οικονομίας, και αυτό είναι bullish για τις μετοχές. Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ δεν είναι ιστορικά πολύ θετικές για τις αμερικανικές μετοχές, αλλά οι κίνδυνοι διόρθωσης αυξάνονται μόνο στο τρίτο τρίμηνο του νέου έτους και όχι νωρίτερα, εκτιμά η αμερικανική τράπεζα.
Ένας σημαντικός λόγος που κάνει τη Citi αισιόδοξη για τις παγκόσμιες μετοχές είναι ότι το περιβάλλον ρευστότητας γίνεται πιο φιλικό. Η ρευστότητα είναι αρκετά σημαντική για τις φούσκες, όπως καταδείχθηκε το 2000, όταν η Fed αρχικά τόνωσε και στη συνέχεια αφαίρεσε ρευστότητα, έδωσε στη φούσκα την τελευταία ώθηση προς τα πάνω, πριν στη συνέχεια την ξεφουσκώσει. Σε αυτό το στάδιο η Fed κόβει τη φούσκα που δημιουργείται, κάτι που ιστορικά είναι σπάνιο. Συνήθως η Fed αυξάνει τα επιτόκια για να τερματίσει μια φούσκα, όπως το 2000. Η τρέχουσα φούσκα αποτελεί την εξαίρεση. Ενώ η Fed υπό την προεδρία του Πάουελ μπορεί να γίνει λιγότερο dovish στις αρχές του 2026, η αγορά μπορεί να αναμένει νέα μείωση υπό την νέα ηγεσία της FOMC μετά τον Μάιο.
Η Citi τηρεί έτσι long θέσεις στις ΗΠΑ, δεδομένου της story της τεχνητής νοημοσύνης και των συνεχιζόμενων μειώσεων της Fed. Η Κίνα είναι άλλο ένα long της Citi, η οποία διαφοροποιεί την έκθεσή της στην τεχνητή νοημοσύνη, σε πιο λογικές αποτιμήσεις. Η πιο αμυντική αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου παραμένει η βασική της underweight θέση. Η Citi είναι θετική και για τις ευρωπαϊκές μετοχές το 2025. Όπως επισημαίνει, η κυκλική ανάκαμψη είναι εμφανής στη βελτίωση των οικονομικών δεδομένων και στη διεύρυνση των κερδών ανά μετοχή και θα υποστηριχθεί από τις δημοσιονομικές δαπάνες και τις καθυστερημένες επιπτώσεις της νομισματικής χαλάρωσης. Επίσης είναι overweight στις μετοχές των αναδυόμενων αγορών το 2026 σε παγκόσμιο επίπεδο και βλέπει άνοδο περίπου 13% για τον MSCI Emerging Markets.
"To 2026 το ερώτημα είναι κατά πόσον οι ισχυρές δυνάμεις της τεχνητής νοημοσύνης, της δημοσιονομικής τόνωσης και της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής είναι ικανές να ωθήσουν τις παγκόσμιες αγορές –πέρα από τη σοβαρότητα του χρέους, των δημογραφικών στοιχείων και της απο-παγκοσμιοποίησης– προς μια νέα εποχή ανάπτυξης. Ο δρόμος εν μέσω των διαρθρωτικών αυτών αλλαγών απαιτεί από τους επενδυτές να προσαρμόσουν τις στρατηγικές τους, εστιάζοντας σε τομείς και θέματα όπου ρέει κεφάλαιο και λαμβάνει χώρα μετασχηματισμός", σημειώνει από την πλευρά του ο Mark Haefele, διευθυντής επενδύσεων της UBS GWM.
Ο ελβετικός οίκος εκτιμά πως το οικονομικό σκηνικό το 2026 αναμένεται να στηρίξει τις μετοχές σε ευρύτερο επίπεδο, με την ανάπτυξη να επιταχύνεται κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Στις ΗΠΑ η ανάπτυξη αναμένεται σε 1,7%, υποστηριζόμενη από ευνοϊκότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες και προσαρμοστικές δημοσιονομικές πολιτικές. Το ΑΕΠ της Ευρωζώνης προβλέπεται να αυξηθεί σε 1,1%, ενώ η οικονομική ανάπτυξη της Ασίας-Ειρηνικού αναμένεται να φτάσει το 5%. Η καινοτομία που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη ενίσχυσε σημαντικά την ανοδική πορεία των αγορών κατά το 2025 και οι ισχυρές τάσεις στις κεφαλαιουχικές δαπάνες και η επιτάχυνση της υιοθέτησής τους είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε περαιτέρω άνοδο των μετοχών που συνδέονται με την ΑΙ το 2026, σημειώνει η UBS.
Οι υποστηρικτικές οικονομικές συνθήκες θα ενισχύσουν τις παγκόσμιες μετοχές, οι οποίες αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 15% έως το τέλος του 2026, όπως εκτιμά. Η ισχυρή ανάπτυξη των ΗΠΑ και η διευκολυντική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική ευνοούν την τεχνολογία, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, την υγειονομική περίθαλψη και τις τράπεζες, με πιθανά κέρδη στις ΗΠΑ, την Κίνα, την Ιαπωνία και την Ευρώπη.
Επιλεκτική στρατηγική στα ομόλογα
Τα επιτόκια και το επίπεδο εισοδήματος που προσφέρουν τα ομόλογα βρίσκονται πλέον σε πιο κανονικά επίπεδα έπειτα από χρόνια απίστευτα χαμηλού επιπέδου, σύμφωνα με την J.P. Morgan. Για τους επενδυτές σε ισορροπημένα χαρτοφυλάκια που παρέχουν έκθεση τόσο σε μετοχές όσο και σε ομόλογα, αυτό σημαίνει ότι μπορούν να απολαύσουν υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος.
Ένας βασικός παράγοντας είναι ότι τα ομόλογα και ο πληθωρισμός είναι σε μεγάλο βαθμό αλληλένδετα. Οι τιμές των ομολόγων συσχετίζονται αντιστρόφως με τις αποδόσεις των ομολόγων και τον πληθωρισμό, που σημαίνει ότι, όταν ο πληθωρισμός είναι υψηλός, τα ομόλογα συνήθως υποφέρουν, σημειώνει η JPM.
Έχουμε δει τέτοιες τιμολογιακές διαταραχές τα τελευταία χρόνια, αλλά έχουν διαλυθεί και ο πληθωρισμός βρίσκεται πλέον χαμηλότερα. Με τις αποδόσεις των ομολόγων να φτάνουν περίπου στα κανονικά επίπεδα και τον πληθωρισμό να σταθεροποιείται, η αμερικανική τράπεζα αναμένει να επικρατήσει η κανονική αντίστροφη σχέση μεταξύ των τιμών των ομολόγων και των μετοχών. Αυτό μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη διαφοροποίησης για τους επενδυτές σε ισορροπημένα χαρτοφυλάκια.
Το 2026 αναμένεται να είναι μια χρονιά όπου οι αποδόσεις των ομολόγων θα συμβάλουν θετικά στο εισόδημα των χαρτοφυλακίων των επενδυτών, εκτιμά η αμερικανική τράπεζα. Οι τιμολογιακές διαταραχές του 2021-2023 έχουν διαλυθεί και ο πληθωρισμός έχει επιστρέψει γύρω στον μακροπρόθεσμο στόχο των περισσότερων κεντρικών τραπεζών.
Η γεωπολιτική οδήγησε στις αρχές του 2025 σε απότομη στροφή της επενδυτικής στρατηγικής, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να επιδιώκει να αλλάξει όλες τις διμερείς εμπορικές συναλλαγές με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο ένα επακόλουθο εμπορικό και αναπτυξιακό σοκ, που αναμενόταν ευρέως έπειτα από αυτή την πολιτική κίνηση, δεν έχει συμβεί.
Εν μέρει, όπως τονίζει η J.P. Morgan, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι άλλοι παράγοντες ανάπτυξης –όπως οι επιχειρηματικές επενδύσεις και η αύξηση των μισθών– ταυτόχρονα προκαλούσαν μια κυκλική άνοδο. Καθώς προχωρούσε το 2025, οι φόβοι για την ανάπτυξη διαλύθηκαν και οι χρηματιστηριακές αγορές ανέκαμψαν.
Οι αγορές πολύ μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων έχουν γίνει ολοένα και πιο ευαίσθητες στη χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής για την αντιμετώπιση γεωπολιτικών απειλών. Οι αμυντικοί προϋπολογισμοί επεκτείνονται για να αντιμετωπίσουν τη στρατιωτική απειλή και η οικονομική πόλωση αναγκάζει τις κυβερνήσεις να στηρίξουν τις εγχώριες βιομηχανίες.
Τέτοιες δαπάνες πρέπει να χρηματοδοτηθούν και οι αγορές ομολόγων έχουν ανταποκριθεί απαιτώντας υψηλότερη απόδοση από τις πολύ μακροπρόθεσμες εκδόσεις. Μέρος αυτών των δαπανών θα χρηματοδοτηθεί από το πιο θετικό περιβάλλον ανάπτυξης που αναμένει η J.P. Morgan ότι θα διαμορφωθεί το 2026. Μια περαιτέρω συνέπεια της συνεχιζόμενης οικονομικής ανάπτυξης και της χαλαρότερης δημοσιονομικής πειθαρχίας είναι ότι και τα δύο θα ωφελήσουν τα εταιρικά ομόλογα σε σχέση με τα αντίστοιχα κρατικά ομόλογα.
Πάντως, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα αποτελούν μία από τις κορυφαίες επιλογές της J.P. Morgan για το 2026 από την περιοχή της Ευρώπης, λόγω ισχυρών μακροοικονομικών και δημοσιονομικών μεγεθών, σταθερού πολιτικού περιβάλλοντος και περιορισμένων χρηματοδοτικών αναγκών τα επόμενα χρόνια, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.
Και η Barclays δηλώνει θετική για τα ελληνικά ομόλογα το 2026. Όπως σημειώνει, τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας και κυρίως η ισχυρή ανάπτυξη, που υπεραποδίδει έναντι των οικονομιών του "πυρήνα" της Ευρωζώνης, αλλά και η πτωτική τροχιά του δείκτη χρέους, σε συνδυασμό με την πολιτική σταθερότητα και τη συνετή δημοσιονομική στάση, στηρίζουν την περαιτέρω συρρίκνωση των ελληνικών spreads. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, το spread των ελληνικών 10ετών ομολόγων έναντι των γερμανικών μπορεί να αγγίξει ακόμα και τις 45 μονάδες βάσης το 2026 (από 65 μ.β. σήμερα).
Όσον αφορά τις προοπτικές των ομολόγων της Ευρωζώνης γενικότερα το 2026, η Barclays σημειώνει πως στις προβλέψεις της για το 2025 είχε υποστηρίξει τη συνέχιση της σύγκλισης των spreads της περιφέρειας και των χωρών του "πυρήνα". Η άποψή της βασιζόταν εν μέρει στην ενίσχυση των θεμελιωδών μεγεθών σε ολόκληρη την περιφέρεια, με τη μορφή περιορισμένων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και ευρείας πολιτικής σταθερότητας. Για την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, ειδικότερα, είχε θεωρήσει την υπεραπόδοση της ανάπτυξης έναντι των "μεγάλων" χωρών του ευρώ και την καθοδική πίεση στους δείκτες χρέους/ΑΕΠ ως σημαντική ώθηση, παράλληλα με τους περιορισμένους πολιτικούς κινδύνους.
Αυτοί οι παράγοντες, ιδίως ο περιορισμός των πολιτικών κινδύνων και η βελτίωση των δημοσιονομικών ισοζυγίων, υποστήριξαν τις προσδοκίες της για συμπίεση των spreads. Πέρα από αυτές τις ιδιοσυγκρασιακές, ειδικές για κάθε χώρα δυναμικές, το ευρύτερο μακροοικονομικό υπόβαθρο ήταν επίσης υποστηρικτικό, δεδομένης της αναμενόμενης χαλάρωσης της πολιτικής από την ΕΚΤ.
Αν μη τι άλλο, το θέμα της διάλυσης των διακρίσεων πυρήνα-περιφέρειας έχει προχωρήσει ακόμα περισσότερο και πιο γρήγορα από ό,τι είχε προβλέψει, όπως τονίζει. Επιπλέον, η απροσδόκητη στροφή της Γερμανίας προς τα δημοσιονομικά κίνητρα έχει παράσχει πρόσθετο καύσιμο για τη συμπίεση των spreads της περιφέρειας με το Bund.
Δεδομένου, όμως, του εξασθενημένου ούριου ανέμου της νομισματικής πολιτικής και των πιο σφιχτών επιπέδων τώρα σε σχέση με έναν χρόνο πριν, η Barclays πιστεύει ότι πιθανότατα θα χρειαστεί μια πιο επιλεκτική προσέγγιση στα ομόλογα της Ευρωζώνης το 2026.
Aπό αυτή την άποψη, τα εγχώρια θεμελιώδη μεγέθη φαίνονται ισχυρότερα για την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα: η υπεραπόδοση της ανάπτυξης βοηθά αυτές τις χώρες να μειώνουν σταθερά τους δείκτες χρέους/ΑΕΠ. Και αυτή η δυναμική ασκεί διαρθρωτική καθοδική πίεση στις αποδόσεις για αυτές τις χώρες. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η υποτονική ανάπτυξη της Ιταλίας δείχνει ότι το περιθώριο να μειώσει το χρέος/ΑΕΠ θα είναι πολύ πιο περιορισμένο. Σε αυτό το πλαίσιο, και λαμβάνοντας υπόψη τα τρέχοντα επίπεδα, η Barclays πιστεύει ότι το προφίλ κινδύνου/ανταμοιβής για το trade της συμπίεσης των spreads είναι πλέον λιγότερο ευνοϊκό στα ιταλικά ομόλογα σε σχέση με άλλα μέρη της περιφέρειας.
Η Capital Economics σημειώνει από την πλευρά της πως, ενώ οι αγορές ομολόγων παρέμειναν ταραγμένες το 2025, οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων είναι, σε γενικές γραμμές, συνεπείς με το πού βρίσκονται τα επιτόκια πολιτικής αυτήν τη στιγμή και πού αναμένεται να σταθεροποιηθούν το 2026. Κατά την άποψή της, αυτό αντανακλά μια αναδυόμενη προοπτική των αγορών ότι τα ουδέτερα επιτόκια είναι λίγο υψηλότερα από ό,τι στη δεκαετία του 2010, αλλά λίγο χαμηλότερα από ό,τι πριν από την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση. Η απότομη αύξηση της καμπύλης αποδόσεων κατά το τελευταίο έτος περίπου αντανακλά κυρίως τη συνεχιζόμενη ομαλοποίηση των αγορών ομολόγων μετά τη δεκαετία του 2010, που σημαδεύτηκε από την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση και την πανδημία.
Η δημοσιονομική σπατάλη και η δυσλειτουργική πολιτική σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία ενδέχεται να προκαλέσουν περαιτέρω περιοδικά sell-offs το 2026. Αλλά δεν βλέπει μια άμεση κρίση στο εγγύς μέλλον.
Η Γαλλία αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2027. Συνεπώς, η Capital Economics πιστεύει ότι οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων γαλλικών ομολόγων και το spread έναντι των γερμανικών ομολόγων θα συνεχίσουν να κινούνται υψηλότερα.
Στην Ασία η ιστορία είναι διαφορετική, τονίζει ο οίκος. Στην Ιαπωνία και την Κίνα οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις. Στην πρώτη, οι αποδόσεις εξακολουθούν να προσαρμόζονται υψηλότερα, καθώς ο εξαιρετικά αργός κύκλος αύξησης των επιτοκίων της Τράπεζας της Ιαπωνίας συνεχίζεται και ο πληθωρισμός και η ονομαστική ανάπτυξη τελικά ομαλοποιούνται. Η Capital Economics πιστεύει ότι αυτή η διαδικασία έχει ακόμη λίγο χρόνο να διαρκέσει και αναμένει ότι η απόδοση του 10ετούς ιαπωνικού ομολόγου θα αυξηθεί περαιτέρω το 2026.
Η Κίνα είναι η πραγματική εξαίρεση. Οι αποδόσεις εκεί έχουν μειωθεί, παρόλο που έχουν αυξηθεί στον υπόλοιπο κόσμο. Στο 10ετές ομόλογο, η απόδοση της Κίνας έχει μειωθεί κάτω από την απόδοση της Ιαπωνίας για πρώτη φορά σε τουλάχιστον τρεις δεκαετίες. Ο οίκος πιστεύει ότι οι αποδόσεις στην Κίνα θα συνεχίσουν να παρουσιάζουν σταδιακά χαμηλότερη τάση, καθώς η διαρθρωτική επιβράδυνση που βρίσκεται σε εξέλιξη την τελευταία δεκαετία συνεχίζεται και ο αποπληθωρισμός παραμένει ο βασικός κίνδυνος στη χώρα.
Εμπορεύματα: Bullish για τα πολύτιμα μέταλλα, οι κίνδυνοι για το πετρέλαιο
Το 2025 χαρακτηρίστηκε από νέα ρεκόρ σε χρυσό και ασήμι, με τα δύο πολύτιμα μέταλλα να οδεύουν προς την καλύτερη ετήσια επίδοσή τους από το 1979, ενώ εντυπωσιακά ισχυρές επιδόσεις κατέγραψε και η πλατίνα, λόγω των γεωπολιτικών κινδύνων, της προοπτικής νέων μειώσεων των επιτοκίων της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, καθώς και του συνδυασμού ισχυρής φυσικής ζήτησης και ανανεωμένης ευαισθησίας στους μακροοικονομικούς κινδύνους. Αρκετοί αναλυτές δηλώνουν ότι δεν έχουμε δει ακόμη τα υψηλότερα σημεία για τα πολύτιμα μέταλλα.
Το ισχυρό ράλι του χρυσού στηρίχθηκε και από τις αυξημένες αγορές από τις κεντρικές τράπεζες, αλλά και από τις σημαντικές εισροές σε διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETFs). Σύμφωνα με στοιχεία του World Gold Council, τα συνολικά αποθέματα χρυσού στα ETFs αυξάνονταν κάθε μήνα το 2025, με μοναδική εξαίρεση τον Μάιο.
Το ράλι του ασημιού αποδείχθηκε ακόμα πιο εντυπωσιακό, καθώς ενισχύθηκε από κερδοσκοπικές εισροές αλλά και από επίμονες στρεβλώσεις στην προσφορά σε μεγάλα εμπορικά κέντρα. Όπως τονίζουν οι αναλυτές, σε αντίθεση με προηγούμενα ράλι του ασημιού που βασίζονταν κυρίως στη μόχλευση, πλέον το ράλι στηρίζεται σε πραγματική ζήτηση για φυσικό μέταλλο, κάτι που αλλάζει τη συμπεριφορά της αγοράς στα κρίσιμα επίπεδα τιμών, και αναμένουν ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί.
Η επιθετική ρητορική και οι επιθετικές κινήσεις του Τραμπ για την αναμόρφωση του παγκόσμιου εμπορίου, σε συνδυασμό με τις απειλές του προς την ανεξαρτησία της Fed, έδωσαν πρόσθετη ώθηση στο ανοδικό κύμα των πολύτιμων μετάλλων.
Ενδεικτικό της ισχυρής ζήτησης είναι ότι ο χρυσός ανέκαμψε ταχύτατα μετά τη διόρθωση του περασμένου Οκτωβρίου, όταν το ράλι είχε χαρακτηριστεί υπερθερμασμένο. Πλέον εμφανίζεται έτοιμος να μεταφέρει αυτά τα κέρδη και στο 2026. Μεταξύ των τραπεζών που προβλέπουν περαιτέρω άνοδο είναι και η Goldman Sachs, η οποία θέτει ως βασικό σενάριο τα 4.900 δολάρια ανά ουγκιά, με πιθανότητες για ακόμα υψηλότερα επίπεδα.
Τα παγκόσμια αποθέματα χρυσού των κεντρικών τραπεζών έχουν αυξηθεί σε ένα πρωτοφανές ποσό ύψους 4,8 τρισ. δολ. (36.360 τόνοι), σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού, αυξημένα κατά 38% από το τέλος του 2024, καθώς οι τιμές-ρεκόρ τροφοδότησαν μια ιστορική αναπροσαρμογή των θέσεων των κεντρικών τραπεζών. Οι ΗΠΑ παραμένουν ο μεγαλύτερος κάτοχος χρυσού στον κόσμο, με 8.133 τόνους (το 78% των συνολικών αποθεματικών τους), και ακολουθούν η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία, που κατέχουν μεταξύ 2.400 και 3.350 τόνων, και πέμπτη είναι η Ρωσία με 2.327 τόνους.
"Οι αγορές από τις κεντρικές τράπεζες αναμένεται να φτάσουν κατά μέσο όρο τους 70 τόνους τον μήνα το 2026, καθώς οι κεντρικές τράπεζες των αναδυόμενων αγορών είναι πιθανό να συνεχίσουν τη διαρθρωτική διαφοροποίηση των αποθεμάτων τους σε χρυσό", εκτιμούν οι αναλυτές της Goldman Sachs, προσθέτοντας ότι αυτή η τάση θα συμβάλει στην περαιτέρω σημαντική άνοδο των τιμών του πολύτιμου μετάλλου.
Το ράλι του χρυσού έχει ακόμη δρόμο μπροστά του, σύμφωνα και με τη UBS. Επικαλούμενη ισχυρές επενδυτικές εισροές, ένα ασθενέστερο δολάριο ΗΠΑ και αυξημένο γεωπολιτικό κίνδυνο, η τράπεζα στο bullish σενάριό της βλέπει τα 4.700 δολάρια. Όπως τονίζει, ο χρυσός, που παραμένει η κορυφαία της επενδυτική επιλογή, συνεχίζει να επωφελείται από τα χαμηλότερα πραγματικά επιτόκια στις ΗΠΑ και τις προσδοκίες για έναν ανανεωμένο κύκλο μείωσης των επιτοκίων.
Η Bank of America έχει σημειώσει πως η περαιτέρω ανοδική πορεία τα επόμενα χρόνια είναι σίγουρα πιθανή και πως το πολύτιμο μέταλλο θα ακολουθήσει τον δρόμο προς τα 5.000 δολάρια.
Τα πολύτιμα μέταλλα δεν είναι τα μόνα που ξεχώρισαν, καθώς το 2025 και τα βιομηχανικά μέταλλα πρωταγωνίστησαν, με τον χαλκό να σκαρφαλώνει σε νέα ιστορικά υψηλά, πάνω από τα 12.000 δολ. ο τόνος. Όπως τονίζει η UBS, τόσο ο χαλκός όσο και το αλουμίνιο προβλέπεται να αντιμετωπίσουν περαιτέρω ελλείψεις στην προσφορά, οι οποίες ενδέχεται να ωθήσουν τις τιμές υψηλότερα. Η παγκόσμια μετάβαση στην καθαρή ενέργεια και στον εξηλεκτρισμό συνεχίζει να αυξάνει τη ζήτηση για αυτά τα μέταλλα, καθιστώντας τα μια βασική διαρθρωτική επένδυση.
Ο χαλκός παραμένει το αγαπημένο βιομηχανικό μέταλλο της Goldman Sachs μακροπρόθεσμα, επειδή αντιμετωπίζει μοναδικούς περιορισμούς στην προσφορά ορυχείων και δομικά ισχυρή αύξηση της ζήτησης. Επαναλαμβάνει, έτσι, την πρόβλεψή της για την τιμή του χαλκού στα 15.000 δολάρια το 2035 και συνεχίζει να προτείνει το trade long στον χαλκό. Εν τω μεταξύ, αναμένει διόρθωση της τιμής του χαλκού στο α’ εξάμηνο του 2026 στα 11.400 δολ. σε μέσο όρο, καθώς αναμένει ότι η αβεβαιότητα για τους δασμούς στο μέταλλο παραμένει μέχρι την ανακοίνωση στα μέσα του 2026 ότι οι δασμοί τελικά στον εξευγενισμένο χαλκό θα εφαρμοστούν το 2027.
Οι παγκόσμιες αγορές πετρελαίου αντιμετώπισαν πολλά κρίσιμα γεγονότα το 2025 – συμπεριλαμβανομένου του πολέμου Ισραήλ-Ιράν και των ουκρανικών επιθέσεων σε ρωσικά διυλιστήρια. Στο επίκεντρο της αγοράς πετρελαίου στα τέλη του 2025 βρέθηκε ο κίνδυνος διαταραχών της αγοράς από τη Βενεζουέλα και τη Ρωσία, ενώ το βασικό θέμα του 2026 είναι οι προοπτικές της ζήτησης και, κυρίως, ο κίνδυνος υπερπροσφοράς.
Η Goldman Sachs αναμένει ότι η τιμή των Brent/WTI θα μειωθεί προς τα 56/52 δολάρια το 2026, καθώς το τελευταίο μεγάλο κύμα προσφοράς διατηρεί την αγορά σε ένα μεγάλο πλεόνασμα 2,0 βαρελιών την ημέρα. Το κύμα προσφοράς του 2025-2026 προκύπτει κυρίως από έργα μακροχρόνιου κύκλου, τα οποία και καθυστέρησαν κατά τη διάρκεια της COVID και τώρα όλα τίθενται σε λειτουργία, καθώς και από τη στρατηγική απόφαση του ΟΠΕΚ να χαλαρώσει τις μειώσεις παραγωγής. Η αμερικανική τράπεζα αναμένει ότι οι τιμές του πετρελαίου θα φτάσουν στο χαμηλότερο σημείο τους στα μέσα του 2026, καθώς οι αγορές αρχίζουν να βλέπουν τους ακόλουθους μηχανισμούς εξισορρόπησης: ισχυρή ζήτηση, χαμηλότερη προσφορά από τη Ρωσία και επιβράδυνση της προσφοράς από χώρες εκτός ΟΠΕΚ (εκτός Ρωσίας). Πιστεύει, όμως, ότι οι τιμές θα αυξηθούν από το 2027, καθώς οι χαμηλές τιμές του 2025-2026 επηρεάζουν την προσφορά εκτός ΟΠΕΚ, και πολύ λίγα έργα τίθενται σε λειτουργία αργότερα αυτή τη δεκαετία έπειτα από 15 χρόνια χαμηλών επενδύσεων.
Κατά την άποψη της UBS, το πλεόνασμα πετρελαίου είναι πιθανό να διατηρήσει ένα ανώτατο όριο στις τιμές, προς το παρόν. Υπάρχει πλέον ισχυρή πεποίθηση ότι τα πρόσθετα βαρέλια του ΟΠΕΚ θα οδηγήσουν την αγορά πετρελαίου σε μεγαλύτερο πλεόνασμα βραχυπρόθεσμα, με τις εκτιμήσεις της ελβετικής τράπεζας να δείχνουν αύξηση των αποθεμάτων στα ~2,6 εκατ. βαρέλια/ημέρα (2,4% της προσφοράς) στο πρώτο τρίμηνο του 2026, πριν μειωθούν ξανά κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Δεδομένης της χαμηλής τοποθέτησης και του υψηλού επιπέδου γεωπολιτικής αβεβαιότητας, οι αυξήσεις των τιμών είναι πιθανές, αλλά τα θεμελιώδη μεγέθη υποδηλώνουν ότι αυτά θα παραμείνουν βραχύβια γεγονότα.
Κατά την Capital Economics, πέρα από τη γεωπολιτική, η πολιτική του ΟΠΕΚ+ θα παραμείνει κυρίαρχος παράγοντας από την πλευρά της προσφοράς. Το βασικό σενάριο του οίκου είναι ότι ο Οργανισμός θα συνεχίσει την άρση της δεύτερης δόσης των περικοπών στην παραγωγή έπειτα από μια παύση στο πρώτο τρίμηνο, εν μέρει λόγω του κινήτρου για αύξηση της προσφοράς πριν από μια επαναφορά των ποσοστώσεων το 2027. Αλλά θα μπορούσε να διατηρήσει ένα όριο στην παραγωγή, κυρίως δεδομένων των ερωτηματικών σχετικά με την ικανότητα ορισμένων μελών να αντλούν περισσότερο πετρέλαιο. "Ενώ οι εξελίξεις γύρω από τη Βενεζουέλα σημαίνουν ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι για τις τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί, παραμένουμε ικανοποιημένοι με την άποψή μας ότι η τιμή του Brent θα μειωθεί στα 50 δολάρια το βαρέλι μέχρι το τέλος του 2026", συμπληρώνει ο οίκος.
Τα πολλαπλά stories που στηρίζουν το Ελληνικό Χρηματιστήριο
Οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι καλύπτουν όλο και πιο έντονα την ελληνική αγορά, όπως αποδεικνύεται από το μπαράζ πολύ θετικών εκθέσεων για τις προοπτικές του 2026, κάτι που προφανώς είναι αποτέλεσμα του αυξημένου ενδιαφέροντος των πελατών τους.
Αυτό που βάζει έντονα στο ραντάρ των διεθνών αναλυτών αλλά και των χαρτοφυλακίων την ελληνική αγορά είναι το πολύ ξεχωριστό story ή μάλλον τα... πολλαπλά stories που εμφανίζουν η Ελλάδα και τα ελληνικά assets: story ανάπτυξης, ταχείας μείωσης χρέους, ισχυρών δημοσιονομικών επιδόσεων, ελκυστικών αποτιμήσεων, υψηλών μερισματικών αποδόσεων, δυναμικών εταιρικών επιδόσεων, αναβάθμισης, και όλα αυτά με φόντο την ένταξη του Χ.Α. στην ομπρέλα της Euronext.
Ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης στις ελληνικές μετοχές για το 2026 έχουν δώσει οι αναλυτές της Bank of America, τονίζοντας πως η συνέχιση του ισχυρού story της ελληνικής οικονομίας το 2026 θα βασιστεί στην περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων, στην ενίσχυση της κατανάλωσης και στον τουρισμό, που θα συνεχίσει να τα πηγαίνει πολύ καλά στηρίζοντας το ΑΕΠ. Όσον αφορά τις ελληνικές τράπεζες, παραμένουν θετικοί για το 2026, εκτιμώντας πως οι δύο ισχυροί καταλύτες για τις μετοχές τους θα είναι οι διανομές κεφαλαίου και οι εξαγορές και συγχωνεύσεις.
"Το ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025 και το 2026 θα κινηθεί άνω του 2% και θα καταγράψει την καλύτερη επίδοση στην Ευρωζώνη", σχολιάζει η J.P. Morgan, τοποθετώντας τις ελληνικές μετοχές στις "αγαπημένες" της από την περιοχή των αναδυόμενων αγορών. Όπως εκτιμά, με ώθηση και από τα ευρωπαϊκά κονδύλια που συνεχίζουν να εισρέουν στην οικονομία, οι επενδυτές αναμένεται να αυξήσουν τις θέσεις τους στην Ελλάδα.
Και η Morgan Stanley τοποθετεί τις ελληνικές μετοχές στις κορυφαίες της επιλογές για το νέο έτος, λόγω μάκρο. Όπως επισημαίνει, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να έχει καλύτερες επιδόσεις από την Ευρωζώνη (προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ 2% την περίοδο 2026-2027, σχεδόν διπλάσια από τον ρυθμό της Ευρωζώνης), υποστηριζόμενη από την ιδιωτική κατανάλωση και έναν πολυετή επενδυτικό κύκλο που συνδέεται με τις εισροές του Ταμείου Ανάκαμψης. Επιπλέον, όπως τονίζει, η Ελλάδα εφαρμόζει μειώσεις φόρων, ένα σπάνιο φαινόμενο στην Ευρώπη, το οποίο θα πρέπει να υποστηρίξει την κατανάλωση.
Ο οίκος εκτιμά πως οι ελληνικές μετοχές το 2026 θα μπουν στο ραντάρ και των επενδυτών που τοποθετούνται στις ανεπτυγμένες αγορές. Και αυτό γιατί ο FTSE έχει ανακοινώσει ότι η Ελλάδα θα αναβαθμιστεί τον Σεπτέμβριο του 2026, ενώ ο STOXX έχει την Ελλάδα στη λίστα παρακολούθησης για αναβάθμιση και θα επανεξετάσει την κατάσταση τον Απρίλιο του 2026. Εάν ο STOXX αποφασίσει να αναβαθμίσει την Ελλάδα, τότε μπορεί να τεθεί σε ισχύ ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2026, συμπίπτοντας με την εφαρμογή της απόφασης του FTSE.
Η Citigroup εκτιμά πως οι ελληνικές μετοχές είναι από τις φθηνότερες διεθνώς, τη στιγμή που η ελληνική αγορά συνιστά ένα ελκυστικό story μερισμάτων, με τη μερισματική απόδοση να διαμορφώνεται στο 4,8% και να είναι από τις υψηλότερες διεθνώς. Συγκριτικά, στην ευρωπαϊκή αγορά η μερισματική απόδοση διαμορφώνεται στο 3%, στις αναδυόμενες αγορές στο 2,6%, ενώ στις ΗΠΑ στο μόλις 1,3%.
Όπως σχολιάζει ο Δημήτρης Τζάνας, σύμβουλος διοίκησης της Κύκλος Χρηματιστηριακή, ο ενάρετος κύκλος του Χ.Α. μπορεί να συνεχιστεί και το 2026, έπειτα από πέντε χρονιές συνεχούς ανόδου, οι οποίες και επιβεβαίωσαν ότι η αξιοπιστία μιας αγοράς συνιστά τον βασικό λόγο για τον οποίο επιλέγεται με επαναλαμβανόμενο τρόπο. Η βελτιούμενη εικόνα των μακροοικονομικών μεγεθών, η αναβάθμιση της Ελλάδας από τους οίκους αξιολόγησης και η συνεχής βελτίωση των εταιρικών μεγεθών συνιστούν τους κύριους λόγους που έχουν συμβάλει στο διευρυνόμενο ενδιαφέρον για το Χ.Α., επισημαίνει.
Όπως εκτιμά ο αναλυτής, η νέα ανοδική κίνηση του Χ.Α. το 2026 μπορεί να υποστηριχθεί από τέσσερις πολύ σημαντικούς παράγοντες:
Πρώτον, την προοπτική συνέχισης της ανοδικής πορείας του ΑΕΠ. Μετά το +8,4% του 2021, το +5,6% του 2022, το +2,3% του 2023, το 2,4% του 2024 και το 2,2% κατά το υπουργείο Οικονομικών για το 2025, το προσχέδιο του Προϋπολογισμού για το 2026 εκτιμά ότι θα ανέλθει στο 2,4% κατά το 2026.
Δεύτερον, το ελπιδοφόρο ελληνικό αφήγημα, που είναι πιθανό να οδηγήσει σε περαιτέρω βελτίωση της βαθμολογίας της Ελλάδας από τους οίκους αξιολόγησης.
Τρίτον, την προοπτική της αναβάθμισης του Χ.Α. σε ανεπτυγμένη αγορά και από άλλους οίκους έπειτα από την κίνηση του FTSE για ένταξη της Ελλάδας στην "επόμενη πίστα" τον Σεπτέμβριο και τις θετικές εξελίξεις που φέρνει η ένταξη στο Euronext.
Και, τέλος, από την περαιτέρω βελτίωση των επιδόσεων των εταιρικών μεγεθών κατά το 2026 έπειτα από ακόμα μία ισχυρή χρήση, τη στιγμή που το σύνολο των χρηματικών διανομών ανέρχεται στα 5,8 δισ. ευρώ το 2025, που συνιστά νέο ρεκόρ, με τη μέση μερισματική απόδοση να φτάνει το 4,0% για την αγορά, με τρέχουσα κεφαλαιοποίηση στα 145,5 δισ. ευρώ.
Η ελληνική αγορά σημείωσε την πέμπτη συνεχόμενη θετική χρονιά αποδόσεων, η οποία ήταν μία από τις καλύτερες για το 2025 στην Ευρώπη, σημειώνει ο Μάνος Χατζηδάκης της Beta Securities, ωστόσο εκτιμά πως η συνέχεια δεν θα είναι εύκολη. Το κυνήγι των αποδόσεων στο Χ.Α. ξεκινά αναγκαστικά από ωριμότερους δείκτες αποτιμήσεων, καθώς οι κεφαλαιοποιήσεις έχουν ενσωματώσει πλέον πολλές προσδοκίες, οι οποίες δεν αντανακλούν μόνο τις καθοδηγήσεις για υψηλότερες επιδόσεις κερδοφορίας, αλλά μια σειρά από στρατηγικές κινήσεις που αφορούν κομβικούς επιχειρηματικούς κλάδους (Τράπεζες, Ενέργεια, Υποδομές), όπως εξηγεί.
Προς το παρόν η κερδοφορία των εταιρειών δείχνει υποστηρικτική, το ανεκτέλεστο των εταιρειών εγγυάται υψηλό βαθμό αξιοποίησης της δυναμικότητας μεσοπρόθεσμα και οι επενδύσεις υπόσχονται προοδευτικά περισσότερα κέρδη σε σχετικά κοντινό βάθος χρόνου. Παράλληλα, η αναβαθμισμένη γεωπολιτική θέση της χώρας, όπως αποτυπώνεται μέσα από την ενίσχυση της επιχειρηματικής της παρουσίας σε κρίσιμους τομείς, αρχίζει να λειτουργεί ως καταλύτης που ευθυγραμμίζει το επενδυτικό αξιόχρεο με τις προϋποθέσεις χρηματιστηριακής αναβάθμισης, ενισχύοντας τη μακροπρόθεσμη ελκυστικότητα της ελληνικής αγοράς. Δημοσιονομική πειθαρχία, με εκτιμώμενο ρυθμό ανάπτυξης 2% και πολιτική σταθερότητα για τουλάχιστον ακόμα ένα έτος αποτελούν επίσης υποστηρικτικούς λόγους για τη διατήρηση θετικού επενδυτικού κλίματος, περιορίζοντας τους μακροοικονομικούς κινδύνους και βελτιώνοντας την ορατότητα για τις αγορές κεφαλαίου.
Με οδηγό τις συγκριτικές αποτιμήσεις, ο Γενικός Δείκτης παρουσιάζει θεμελιώδες δυνητικό περιθώριο ανόδου τις 2.350 μονάδες, συγκλίνοντας προς τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, εκτιμά ο κ. Χατζηδάκης. Σε αυτή τη διαδρομή η άνοδος των μετοχών δεν θα είναι το ίδιο ομοιόμορφη όπως το 2025. Το 2026 θα είναι έτος επιλογών με σαφές αποτύπωμα των ειδικών χαρακτηριστικών, που περιλαμβάνουν: α) επίτευξη στόχων και αύξηση κερδοφορίας, β) οικονομικούς κλάδους αιχμής, γ) στρατηγικές ανακατατάξεις.
capital.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου