Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Η 4η Ιουλίου είναι για τους Αμερικανούς σημαίες, παρελάσεις και πυροτεχνήματα. Για τις αγορές, όμως, είναι κάτι πολύ πιο ψυχρό και εντυπωσιακό: ένας ισολογισμός 250 ετών.
Και ο απολογισμός δείχνει ότι η αμερικανική ανεξαρτησία υπήρξε, για τους επενδυτές, ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα πλούτου στην παγκόσμια ιστορία.
Η Αμερική ως επενδυτική ιδέα
Από το 1776, όταν οι 13 αποικίες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τη Βρετανία, οι αμερικανικές μετοχές έχουν αποδώσει κατά μέσο όρο 8,7% ετησίως, σύμφωνα με ανάλυση της Bank of America. Στο ίδιο διάστημα, το ονομαστικό ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 6%, ο πληθωρισμός κινήθηκε στο 2,5%, ενώ τα 10ετή αμερικανικά ομόλογα προσέφεραν μέση ετήσια απόδοση 5,1%.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται η ιστορία μιας χώρας που ξεκίνησε χωρίς ενιαίο νόμισμα, χωρίς ώριμο τραπεζικό σύστημα και χωρίς διεθνή οικονομική ισχύ – και κατέληξε να αντιπροσωπεύει σήμερα περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης.
Η σύγκριση με τη Βρετανία, την πρώην αποικιακή δύναμη, είναι ενδεικτική. Η αμερικανική οικονομία κατέγραψε υψηλότερη αύξηση πληθυσμού, ισχυρότερη πραγματική ανάπτυξη και πολύ μεγαλύτερη χρηματιστηριακή δυναμική.
Ωστόσο, αυτή η υπεραπόδοση δεν ήταν γραμμική. Για μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα, οι ΗΠΑ ακόμη υστερούσαν έναντι της Βρετανίας. Η μεγάλη ανατροπή ήρθε αργότερα, με τους σιδηροδρόμους, τη βιομηχανική έκρηξη, τη μαζική κατανάλωση, την τεχνολογία και τελικά τη Wall Street.

Από τους σιδηροδρόμους στην Τεχνητή Νοημοσύνη
Η αμερικανική οικονομία άλλαξε πολλές φορές πρόσωπο. Στα πρώτα χρόνια, το μεγάλο ζητούμενο ήταν η πίστη, το χρήμα και η χρηματοδότηση της ανάπτυξης. Τον 19ο αιώνα, οι σιδηρόδρομοι ένωσαν αγορές, πολιτείες και παραγωγικές δυνάμεις. Στον 20ό αιώνα, η βιομηχανία, οι πόλεμοι, το New Deal, η μεταπολεμική ευημερία και η άνοδος της μεσαίας τάξης διαμόρφωσαν μια οικονομία με πρωτοφανές βάθος.
Το 1976, στην 200ή επέτειο της ανεξαρτησίας, η εικόνα ήταν πολύ λιγότερο λαμπερή από ό,τι φαίνεται σήμερα εκ των υστέρων. Οι ΗΠΑ έβγαιναν από το Βιετνάμ και το Γουότεργκεϊτ, πάλευαν με τον στασιμοπληθωρισμό και την ενεργειακή κρίση, ενώ η επενδυτική αισιοδοξία ήταν περιορισμένη. Κι όμως, τα επόμενα 50 χρόνια εξελίχθηκαν σε μία από τις μεγαλύτερες περιόδους δημιουργίας χρηματιστηριακού πλούτου.
Η κεφαλαιοποίηση του S&P 500 εκτινάχθηκε από περίπου 660 δισ. δολάρια τότε σε περίπου 70 τρισ. δολάρια σήμερα. Οι σημερινοί τεχνολογικοί γίγαντες – από τη Microsoft και την Apple έως την Nvidia και τις υπόλοιπες εταιρείες της λεγόμενης Magnificent Seven – είτε δεν υπήρχαν είτε δεν ήταν ακόμη εισηγμένες επιχειρήσεις διαθέσιμες στους επενδυτές.
Αυτό είναι ίσως το πιο αμερικανικό στοιχείο της ιστορίας: η δυνατότητα μιας οικονομίας να γεννά νέους πρωταγωνιστές, να καταστρέφει παλιές βεβαιότητες και να μετατρέπει την καινοτομία σε χρηματιστηριακή αξία.
REUTERS/Brendan McDermid/File PhotoΤο ρίσκο ως εθνικό χαρακτηριστικό
Η υπεραπόδοση των ΗΠΑ δεν εξηγείται μόνο με δείκτες και ισολογισμούς. Συνδέεται και με μια βαθύτερη κουλτούρα ανάληψης ρίσκου. Η χώρα χτίστηκε από μετανάστες, επιχειρηματίες, εφευρέτες, εργάτες, επενδυτές και ανθρώπους που επέλεξαν να ξεκινήσουν από την αρχή. Αυτή η διάθεση για αποτυχία και επανεκκίνηση έγινε σταδιακά οικονομικό πλεονέκτημα.
Οι Αμερικανοί συμμετέχουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τους πολίτες άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών. Περίπου τα δύο τρίτα των νοικοκυριών στις ΗΠΑ κατέχουν μετοχές άμεσα ή μέσω συνταξιοδοτικών λογαριασμών, ποσοστό πολύ υψηλότερο από εκείνο της Ευρώπης ή της Ιαπωνίας. Έτσι, η χρηματιστηριακή άνοδος δεν είναι απλώς υπόθεση της Wall Street. Είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο οι Αμερικανοί αποταμιεύουν, επενδύουν και ονειρεύονται οικονομική άνοδο.
Οι αλλαγές που μεταμόρφωσαν τα χαρτοφυλάκια
Το μεγάλο ερώτημα για τους επενδυτές σήμερα δεν είναι μόνο τι απέδωσε η Αμερική στο παρελθόν, αλλά τι σημαίνουν όλα αυτά για το μέλλον. Το 1976, ένας επενδυτής στον S&P 500 είχε κυρίως έκθεση σε ενέργεια, βιομηχανία και κυκλικές επιχειρήσεις. Σήμερα, έχει βαριά έκθεση στην τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη, τα ημιαγωγά, το cloud και τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Ακόμη και η παθητική επένδυση δεν είναι πια τόσο «ουδέτερη» όσο μοιάζει. Οι δείκτες αλλάζουν σύνθεση, οι νικητές μεγαλώνουν, οι τεχνολογικές εταιρείες αποκτούν δυσανάλογο βάρος και τα χαρτοφυλάκια ακολουθούν αυτή τη μετατόπιση. Το πρώτο αμοιβαίο κεφάλαιο συνδεόμενο δείκτη της Vanguard, που ξεκίνησε το 1976, είχε αντιμετωπιστεί τότε με δυσπιστία. Σήμερα, δεκάδες τρισεκατομμύρια δολάρια είναι συνδεδεμένα με δείκτες.
Άλλαξε και η πληροφορία. Πριν από 50 χρόνια, η πρόσβαση σε οικονομικά και χρηματιστηριακά δεδομένα ήταν περιορισμένη και άνιση. Σήμερα, η πληροφορία είναι σχεδόν παντού και τιμολογείται αστραπιαία. Το πλεονέκτημα δεν βρίσκεται πια στο ποιος γνωρίζει κάτι πρώτος, αλλά στο ποιος μπορεί να το κατανοήσει καλύτερα.
Άλλαξε, τέλος, και η έννοια της διαφοροποίησης. Ιδιωτικές αγορές, private credit, εναλλακτικές επενδύσεις, διεθνή χαρτοφυλάκια και νέα επενδυτικά εργαλεία δίνουν σήμερα επιλογές που οι επενδυτές του 1976 δεν είχαν στην πράξη.
Τα σκοτεινά σημεία της επιτυχίας
Η αμερικανική ιστορία, όμως, δεν είναι μόνο ιστορία δημιουργίας πλούτου. Η οικονομική άνοδος των πρώτων δεκαετιών στηρίχθηκε και στη δουλεία, στη βίαιη εκτόπιση αυτοχθόνων πληθυσμών, στις μεγάλες ανισότητες και σε επαναλαμβανόμενες κρίσεις.
Πανικοί, εμφύλιος πόλεμος, χρηματιστηριακά κραχ, Μεγάλη Ύφεση, πετρελαϊκά σοκ, φούσκες, κρίση του 2008 και πανδημία υπενθυμίζουν ότι η αμερικανική αγορά δεν ανέβηκε ποτέ χωρίς κόστος.
Σήμερα, οι προκλήσεις είναι διαφορετικές αλλά εξίσου σοβαρές. Το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί θεαματικά σε σχέση με το ΑΕΠ, τα ελλείμματα παραμένουν υψηλά, η στεγαστική προσιτότητα έχει επιδεινωθεί, η πολιτική πόλωση είναι έντονη και η παγκοσμιοποίηση, που για δεκαετίες λειτούργησε ως μοχλός ανάπτυξης, δείχνει να υποχωρεί.
Η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται νέο κύμα παραγωγικότητας, αλλά δημιουργεί και φόβους για φούσκα, συγκέντρωση ισχύος και ανατροπές στην αγορά εργασίας. Όπως και σε προηγούμενες τεχνολογικές επαναστάσεις, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα κερδίσει, αλλά και ποιος θα μείνει πίσω.

Το μάθημα των 250 ετών
Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα από τα 250 χρόνια αμερικανικής ανεξαρτησίας, είναι ότι οι αγορές ανταμείβουν την υπομονή περισσότερο από την πρόβλεψη. Όποιος κοίταζε τις ΗΠΑ το 1819, το 1929, το 1974, το 2008 ή το 2020 θα έβρισκε πολλούς λόγους να απομακρυνθεί από το ρίσκο. Όποιος όμως έβλεπε τη μακρά διαδρομή, έβλεπε κάτι πιο ισχυρό από την κρίση της στιγμής: τη συσσώρευση γνώσης, καινοτομίας, παραγωγικότητας και επιχειρηματικής ενέργειας.
Η Αμερική δεν έχει εγγυημένο δικαίωμα στην πρωτιά. Η ιστορία έχει δείξει ότι τα οικονομικά κέντρα μετακινούνται, οι αυτοκρατορίες υποχωρούν και οι αγορές τιμωρούν την αλαζονεία. Όμως, στα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, οι ΗΠΑ απέδειξαν ότι μπορούν να μετατρέπουν την αστάθεια σε ανανέωση και την καινοτομία σε κεφάλαιο.
Η επανάσταση του 1776 έδωσε πολιτική ανεξαρτησία. Η επενδυτική της απόδοση γράφεται ακόμη.
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου