Η τουρκική ανακήρυξη των δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο καταδεικνύει, ότι η στρατηγική για την εδραίωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν αλλάζει στόχο, αλλά εργαλεία υλοποίησης.
Συγκεκριμένα, με την κίνηση αυτή,
η Τουρκία προσπαθεί να πρασινίσει την «Γαλάζια Πατρίδα», προσδίδοντάς της και μια περιβαλλοντική διάσταση.Στο πλαίσιο αυτό, στα παραδοσιακά εργαλεία της τουρκικής θαλάσσιας στρατηγικής όπως η ναυτική παρουσία, τα ερευνητικά πλοία, και οι NAVTEX, προστίθενται πλέον και μέσα όπως η περιβαλλοντική προστασία, ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, οι επιστημονικές έρευνες και η χαρτογράφηση των θαλάσσιων ζωνών.
Προς επίρρωση της ανωτέρω επισήμανσης, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κίνηση της Τουρκίας τον Απρίλιο του 2025, όταν ανακοίνωσε τον δικό της Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό (Marine Spatial Planning – MSP), ο οποίος στη συνέχεια διαβιβάστηκε από το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών στην IOC-UNESCO και κατέστη διεθνώς προσβάσιμος μέσω της πλατφόρμας MSPGlobal.
Η σημασία του συγκεκριμένου εργαλείου γίνεται καλύτερα αντιληπτή αν εξεταστεί στο πλαίσιο της διεθνούς πρακτικής.
Συγκεκριμένα, η IOC-UNESCO ορίζει τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό ως δημόσια διαδικασία μέσω της οποίας αναλύεται και οργανώνεται η χωρική και χρονική κατανομή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στη θάλασσα, με οικολογικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς ο θαλάσσιος χώρος αντιμετωπίζεται πλέον όχι μόνο ως πεδίο στρατιωτικής ή ενεργειακής δραστηριότητας, αλλά και ως αντικείμενο ολοκληρωμένου σχεδιασμού και διαχείρισης.
Το γεγονός αυτό, καταδεικνύει την προσπάθεια της Τουρκίας να αποτυπώσει θεσμικά και χαρτογραφικά τη δική της αντίληψη για τις χρήσεις και τις δραστηριότητες στη θάλασσα, μεταφέροντας τη συζήτηση από το επίπεδο της επιχειρησιακής παρουσίας στο επίπεδο της θεσμικής διακυβέρνησης.
Σε συνέχεια της εν λόγω πρωτοβουλίας, ιδιαίτερης σημασίας είναι η προσπάθεια της Τουρκίας να προβάλει διεθνώς τη συγκεκριμένη αντίληψη.
Συγκεκριμένα, η παρουσία του τουρκικού Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού στη διεθνή πλατφόρμα MSPGlobal προσδίδει στη συγκεκριμένη χαρτογραφική αποτύπωση ένα ευρύτερο διεθνές αποτύπωμα, αφού την καθιστά προσβάσιμη στη διεθνή κοινότητα. Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς, ότι ένας χάρτης που υποβάλλεται σε διεθνή οργανισμό δημιουργεί από μόνος του δικαιώματα ή μεταβάλλει το Διεθνές Δίκαιο.
Σημαίνει όμως, ότι η Άγκυρα επιδιώκει να καταστήσει διεθνώς ορατή και προσβάσιμη τη δική της αντίληψη για τον θαλάσσιο χώρο σε ένα ευρύτερο διεθνές ακροατήριο.
Διάσταση Στρατηγική Επικοινωνίας
Η χαρτογράφηση επομένως, αποκτά και μια διάσταση Στρατηγικής Επικοινωνίας, διότι δεν αποτυπώνει απλώς μια θέση, αλλά συμβάλλει στην προβολή και διάδοσή της.
Τέλος, άξια ιδιαίτερης μνείας είναι η διαδικασία μετάβασης από τον σχεδιασμό στην περιβαλλοντική οριοθέτηση που επιχειρεί η Τουρκία.
Ειδικότερα, τον Αύγουστο του 2025 η Τουρκία ενσωμάτωσε στον εθνικό της χάρτη Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού δύο νέες θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, μία στο Βόρειο Αιγαίο και μία στην περιοχή Fethiye–Kaş της Ανατολικής Μεσογείου.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς καταδεικνύει μια ευρύτερη αλληλουχία πρωτοβουλιών, όπως η χαρτογράφηση, ο χωροταξικός σχεδιασμός, η διεθνής προβολή και τέλος, η περιβαλλοντική οριοθέτηση.
Η αλληλουχία αυτή ωστόσο, δεν μεταβάλλει το νομικό καθεστώς των θαλάσσιων περιοχών ούτε δημιουργεί από μόνη της δικαιώματα.
Η αντίδραση της Αθήνας
Στο πλαίσιο αυτό, η άμεση αντίδραση της Αθήνας ήταν σαφής.
Το ΥΠΕΞ χαρακτήρισε παράνομη την εγκαθίδρυση των πάρκων, στο βαθμό που αυτά καταλαμβάνουν διεθνή ύδατα ή εκτείνονται εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, υπογραμμίζοντας παράλληλα, ότι η τουρκική ενέργεια δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα και δεν μπορεί να δημιουργήσει τετελεσμένα ή να επηρεάσει δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.
Η θέση αυτή ενισχύεται, ως προς τη μη δημιουργία κρατικής δικαιοδοσίας από τη χαρτογραφική αποτύπωση, και από την ίδια την τουρκική πλατφόρμα Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού, η οποία διευκρινίζει ότι οι περιοχές του χάρτη αποτελούν ζώνες υλοποίησης έργων και δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκη κρατική δικαιοδοσία.
Για τις θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου μάλιστα, αναφέρει ότι τα σχετικά όρια αποτυπώνονται μέχρι την επίτευξη συμφωνίας θαλάσσιας οριοθέτησης μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.
Η νομική διάσταση επομένως, είναι σαφής. Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η τουρκική κίνηση δημιουργεί νομικό τετελεσμένο.
Το πραγματικό στρατηγικό ερώτημα
Το πραγματικό στρατηγικό ερώτημα είναι εάν μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικό και επικοινωνιακό αποτέλεσμα, ακόμη και χωρίς να παράγει έννομο αποτέλεσμα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της νέας τουρκικής προσέγγισης, διότι η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν χρειάζεται να τίθεται σε εφαρμογή πάντοτε μέσω της αξιοποίησης πολεμικών πλοίων, γεωτρήσεων ή ενεργειακών διεκδικήσεων.
Μπορεί να διατυπώνεται και μέσα από χάρτες, διοικητικές πράξεις, θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, επιστημονικές έρευνες και περιβαλλοντικές πολιτικές.
Με άλλα λόγια, η Τουρκία φαίνεται να διευρύνει τα εργαλεία με τα οποία επιχειρεί να αποτυπώσει τη δική της αντίληψη για τον θαλάσσιο χώρο, διαμορφώνοντας σταδιακά αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «Πράσινη Γαλάζια Πατρίδα».
Μέσω αυτής της προσέγγισης, η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τη γεωπολιτική λογική της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Αντιθέτως, επιχειρεί να την ενσωματώσει σε ένα νέο περιβάλλον πολιτικής, όπου η προστασία του περιβάλλοντος, η βιώσιμη ανάπτυξη και η θαλάσσια διακυβέρνηση αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη διεθνή σημασία.
Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό από πλευράς Στρατηγικής Επικοινωνίας, διότι η περιβαλλοντική προστασία αποτελεί ένα διεθνώς θετικό και πολιτικά ελκυστικό αφήγημα.
Έτσι, μια ενέργεια που στο ελληνοτουρκικό πλαίσιο αποκτά γεωπολιτική διάσταση, μπορεί ταυτόχρονα να παρουσιάζεται προς τη διεθνή κοινότητα ως πρωτοβουλία προστασίας του περιβάλλοντος και της θαλάσσιας βιοποικιλότητας.
Η ίδια πράξη επομένως, μπορεί να αποκτήσει διαφορετικές αναγνώσεις ανάλογα με το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται.
Συγκεκριμένα, στο ελληνοτουρκικό επίπεδο η συζήτηση μπορεί να αφορά τις θαλάσσιες ζώνες, την υφαλοκρηπίδα και τα κυριαρχικά δικαιώματα, ενώ στο διεθνές επίπεδο, το αφήγημα μπορεί να εστιάζει στην προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη διαχείριση των θαλασσών.
Το ζήτημα επομένως, δεν περιορίζεται στην ύπαρξη δύο διαφορετικών αφηγημάτων, αλλά στη δυνατότητα του ενός αφηγήματος να αποκτήσει μεγαλύτερη διεθνή απήχηση από το άλλο.
Το ενδεχόμενο αυτό είναι πολύ πιθανό, δεδομένου ότι στο διεθνές περιβάλλον, η κλιματική αλλαγή, η προστασία της βιοποικιλότητας και η βιώσιμη διαχείριση των θαλασσών βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα των διεθνών οργανισμών και των κυβερνήσεων.
Το γεγονός αυτό, είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσει μια επικοινωνιακή ασυμμετρία την οποία η Τουρκία θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει.
Ειδικότερα, η Ελλάδα μέσω του αφηγήματός της θα αναδεικνύει τη διάσταση του Διεθνούς Δικαίου, των θαλάσσιων ζωνών και των κυριαρχικών δικαιωμάτων και θα μιλά για ελληνοτουρκική διαφορά, ενώ η Τουρκία θα παρουσιάζει την ίδια ενέργεια σε διεθνή ακροατήρια μέσα από ένα διαφορετικό πλαίσιο που σχετίζεται με την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για την Ελλάδα, διότι η ίδια πράξη μπορεί να παράγει διαφορετική αντίληψη και διαφορετική κατανόηση ανάλογα με το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται.
Στο πλαίσιο αυτό, βρίσκεται και η στρατηγική σημασία της διεθνούς χαρτογράφησης που επιχειρεί η Τουρκία.
Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από τους λήπτες αποφάσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ώστε να καταστήσουν διακριτή την ουσία του νομικού αποτελέσματος από το στρατηγικό αποτέλεσμα που επιδιώκει η Τουρκία με τις ενέργειές της.
Γιατί αν η Αθήνα δεν διασφαλίσει ότι μια πράξη χωρίς νομικό αποτέλεσμα δεν θα αποκτήσει σταδιακά στρατηγικό αποτέλεσμα, τότε κινδυνεύει να επιτρέψει τη δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας στο επίπεδο της διεθνούς αντίληψης, όπου μια νομικά ανίσχυρη ενέργεια να καταστεί πολιτικά ισχυρή και να οδηγήσει στη δημιουργία ενός τετελεσμένου στην αντίληψη της διεθνούς κοινότητας.
Η στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα
Συνεπώς, η στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να αποτρέψει την οποιαδήποτε απόπειρα δημιουργίας νομικών τετελεσμένων από την Τουρκία, αλλά να μην επιτρέψει την επικοινωνιακή κανονικοποίηση μιας αντίληψης που αμφισβητεί τα ελληνικά δικαιώματα.
Για την επίτευξη αυτού του στόχου, δεν απαιτούνται μόνο νομικά τεκμηριωμένες δηλώσεις από το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά η εκπόνηση και υλοποίηση μιας Εθνικής Εκστρατείας Στρατηγικής Επικοινωνίας.
Μιας εκστρατείας που θα αποδομήσει αφενός το αφήγημα της Τουρκίας και αφετέρου, θα αναπλαισιώσει τη συζήτηση, αναδεικνύοντας ότι η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος δεν μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο δημιουργίας μονομερών τετελεσμένων ή αμφισβήτησης δικαιωμάτων που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.
Επιπλέον, στόχος αυτής της αναπλαισίωσης θα πρέπει να είναι η μεταφορά της συζήτησης από το δίλημμα «περιβάλλον ή γεωπολιτική» στο πλαίσιο «περιβάλλον και Διεθνές Δίκαιο».
Η Ελλάδα θα πρέπει να καταστήσει σαφές προς τη διεθνή κοινότητα ότι δεν αντιτίθεται στην προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Αντιθέτως, η προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας αποτελεί κοινό ευρωπαϊκό και διεθνή στόχο τον οποίο υποστηρίζει με έργα και όχι με λόγια.
Στο πλαίσιο αυτό, το κρίσιμο επικοινωνιακό ζήτημα για την Ελλάδα είναι να μην εμφανιστεί ως δύναμη που αντιδρά στην «πράσινη» πολιτική της Τουρκίας, αλλά να αναδείξει ότι η περιβαλλοντική προστασία και ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου δεν είναι ανταγωνιστικές έννοιες.
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να απαντήσει όχι μόνο καταγγέλλοντας τις τουρκικές κινήσεις, αλλά με ένα θετικό αφήγημα που θα προβάλλει τη δική της πολιτική για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τη δημιουργία θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών, την επιστημονική έρευνα και τη βιώσιμη διαχείριση των θαλασσών.
Με αυτόν τον τρόπο, δεν παραχωρεί στην Τουρκία το αποκλειστικό επικοινωνιακό πλεονέκτημα του «περιβαλλοντικού αφηγήματος».
Εν κατακλείδι, η ανακήρυξη των δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» από μέρους της Τουρκίας δεν αποτελεί απλώς μια πρωτοβουλία περιβαλλοντικής πολιτικής, αλλά μια ενέργεια Στρατηγικής Επικοινωνίας που αποσκοπεί στο να αναπλαισιώσει το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και να το μεταφέρει από το πεδίο της γεωπολιτικής στο πεδίο της περιβαλλοντικής προστασίας και της θαλάσσιας διακυβέρνησης.
Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τη γεωπολιτική της στόχευση, αλλά διευρύνει τα εργαλεία μέσω των οποίων αυτή προβάλλεται και επιχειρείται να αποκτήσει διεθνή αποδοχή. Συνεπώς, η απάντηση της Ελλάδας στην «Πράσινη Γαλάζια Πατρίδα» δεν μπορεί να περιοριστεί στην απόρριψη των τουρκικών κινήσεων με νομικούς όρους.
Χρειάζεται ένα δικό της, θετικό και διεθνώς κατανοητό αφήγημα, που θα συνδέει την προστασία του περιβάλλοντος με τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου.
Γιατί το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μην δημιουργηθεί ένα νομικό τετελεσμένο, αλλά να μην επιτραπεί ένα νομικά ανίσχυρο γεγονός να μετατραπεί, με την πάροδο του χρόνου, σε στρατηγικό τετελεσμένο στην αντίληψη της διεθνούς κοινότητας.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
enikos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου