Γιώργος Σ. Κουλουβάρης • gkoul@naftemporiki.gr
Tο έργο του Χένρικ Ίψεν «Βρικόλακες» σε απόδοση και σκηνοθεσία Αναστασίας Παπαστάθη ανεβαίνει, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά στην Αθήνα στο Θέατρο Radar [πλατεία Αγίου Ιωάννη και Πυθέου 93, Νέος Κόσμος].
Η Ελένα Άλβινγκ ετοιμάζεται να εγκαινιάσει ένα ορφανοτροφείο προς τιμήν του άσωτου συζύγου της που έχει πεθάνει για να συντηρήσει την καλή εικόνα του λοχαγού Άλβινγκ απέναντι στον γιο της Όσβαλτ Άλβινγκ και απέναντι στην κοινωνία. Πιστεύει ότι έτσι θα σκεπάσει τα μυστικά της οικογένειας και θα κλείσει τους λογαριασμούς με το σκοτεινό παρελθόν του συζύγου της. Όμως οι εξελίξεις και τα γεγονότα την υπερβαίνουν…
Γραμμένο το 1881, το έργο ήταν μια κραυγή ενάντια στην υποκρισία και τη διαφθορά. Συνάντησε πολλές αντιδράσεις από το πρώτο ανέβασμά του στο θέατρο, για την τολμηρότητά του και τον τρόπο με το οποίο έθιγε τον καθωσπρεπισμό και τις μικροαστικές αντιλήψεις της κοινωνίας και της εκκλησίας. Κατάφερε, όμως, να επιβληθεί και να θεωρείται σήμερα από τα πιο σημαντικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας.
Η Αναστασία Παπαστάθη μίλησε μαζί μας.
Τι σας προσέλκυσε στην ενασχόληση με το συγκεκριμένο έργο;
«Πάντα με γοήτευε ο Ίψεν για την τόλμη του, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο σκιαγραφεί χαρακτήρες και σχέσεις. Στους “Βρικόλακες” εμβαθύνει στη συγκρουσιακή σχέση του ανθρώπου με τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι ένα έργο που μιλά για την προσωπική απελευθέρωση, αλλά και για το πόσο δύσκολη είναι αυτή η πορεία. Τα θέματα αυτά είναι πρόκληση για μένα. Επιπλέον, μου έδωσε τη δυνατότητα να ερευνήσω όχι μόνο τις σχέσεις εντός της οικογένειας, με τις οποίες καταπιάνομαι τα τελευταία χρόνια, αλλά και τη σχέση της οικογένειας με την κοινωνία. Ήταν μια εξελικτική πορεία στο ρεπερτόριο του θεάτρου Radar».

Τι συναντάμε στον πυρήνα του;
«Τη σύγκρουση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα πάνω στο οποίο πολλές φορές οικοδομούμε τη ζωή μας. Τη συνεχή πάλη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου και την προσπάθειά του να απελευθερωθεί από όσα έχει κληρονομήσει από την οικογένεια και από την κοινωνία».
Οι «Βρικόλακες» γράφτηκαν το μακρινό 1881 κάποιες ομοιότητες και διαφορές των κεντρικών θεμάτων του με τη σημερινή πραγματικότητα; Ποιοι είναι, τελικά, οι βρικόλακες του Ίψεν και ποιοι οι βρικόλακες που κυκλοφορούν, σήμερα, ανάμεσά μας;
«Έχουν περάσει 145 χρόνια από τότε, η κοινωνία έχει αλλάξει, όμως οι μηχανισμοί της υποκρισίας, του φόβου και της ανάγκης να διατηρούμε μια τέλεια δημόσια εικόνα προκειμένου να γίνουμε αποδεκτοί από το κοινωνικό σύνολο παραμένουν. Η διαφορά είναι ότι, σήμερα, το παιχνίδι αυτό έχει περάσει στα social media, τα likes και τα views. Για τον Ίψεν, βρικόλακες είναι οι σκουριασμένες ιδέες, οι παλιές αντιλήψεις, τα τραύματά μας, οι προκαταλήψεις, οι ενοχές μας, τα βιώματά μας… Όλα όσα είναι βαθιά ριζωμένα μέσα μας που ζωντανεύουν και μας εξουσιάζουν. Οι βρικόλακες είναι παρόντες στη σύγχρονη εποχή. Δεσμεύουν τον άνθρωπο, καθορίζουν τις επιλογές του, του στερούν την ελευθερία και τη χαρά της ζωής· και υπό το πρίσμα της πολιτικής και της εξουσίας, τον καθιστούν ανασφαλή και φοβισμένο, μέσα σε ένα κλίμα κερδοσκοπίας και ψεύδους».

Πού εστίασε η σκηνοθετική σας προσέγγιση;
«Το σημείο αναφοράς μου είναι το κείμενο. Δίνω μεγάλη σημασία στο πώς τα νοήματα του έργου θα φτάσουν στον θεατή μέσω του λόγου με καθαρότητα, χωρίς επεμβάσεις που να του δημιουργούν αμηχανία. Στο συγκεκριμένο έργο, με ενδιέφερε να αναδείξω τη διαχρονικότητα των θεμάτων του και να δημιουργήσω μια σύνδεση με το σημερινό κοινό. Εστίασα, κυρίως, στην ψυχολογική ανάπτυξη των χαρακτήρων και στην εσωτερική τους πάλη. Επέλεξα ένα σκηνικό τοπίο που αναδεικνύει αυτήν τη σύγκρουση, αποτυπώνει τον ψυχολογικό κόσμο των ηρώων και, παράλληλα, επιτρέπει στον θεατή να μπει σε αυτόν τον κόσμο αναγνωρίζοντας κομμάτια της δικής του ζωής».
Ανεβάζετε το έργο για τρίτη χρονιά· έχει αλλάξει κάτι στην αρχική σας ανάγνωση;
«Η βασική μου ανάγνωση δεν έχει αλλάξει· όμως, κάθε φορά προσπαθώ να αξιοποιήσω το υλικό που προκύπτει από τη διαδρομή της παράστασης. Η συνάντησή της με το κοινό φέρνει στην επιφάνεια καινούργια στοιχεία, που σε καλούν να τα επεξεργαστείς. Θέλω να πω, ότι η έρευνα είναι συνεχής, δεν τελειώνει με τη σκηνική πραγμάτωση του έργου. Ένα μεγάλο έργο όπως οι “Βρικόλακες” σου αποκαλύπτει συνεχώς καινούργιες πλευρές του. Ίσως, σήμερα να βλέπω ακόμη πιο καθαρά πως το έργο δεν μιλά μόνο για την κληρονομιά του παρελθόντος που μας δεσμεύει, αλλά και για τη δυνατότητα να ελευθερωθούμε από αυτήν».

Μια αγαπημένη σας ατάκα, κάποια λόγια από το έργο;
«“Κατά βάθος όλοι είμαστε Βρικόλακες”, είναι μια φράση που λέω ως κυρία Άλβινγκ στον πάστορα Μάντερς. Νομίζω, συμπυκνώνει ολόκληρο το έργο. Γιατί όλοι μας σε κάποιο βαθμό, κουβαλάμε βιώματα, φόβους, τραύματα, ενοχές, προκαταλήψεις… “Και εμείς, όλοι μας φοβόμαστε να αντικρύσουμε το φως”· αυτή είναι μια επόμενη ατάκα που συμπληρώνει την πρώτη. Μιλά για τον φόβο του ανθρώπου να αντικρύσει την αλήθεια».
Μιλήστε μας για την Ελένα Άλβινγκ -που σκηνοθετείτε αλλά και ερμηνεύετε.
«Η Eλένα Άλβινγκ ως χαρακτήρας είναι μια σύνθεση δύναμης και ευθραυστότητας. Είναι μια γυναίκα που προσπαθεί να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς της κοινωνίας και της οικογένειας, αλλά, ταυτόχρονα, παραμένει δέσμια του παρελθόντος της. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι με αυστηρές ηθικές αρχές και προσήλωση στο καθήκον. Αντιμετώπισε έναν γάμο που δεν επέλεξε και παρ’ όλες τις δυσκολίες παρέμεινε όρθια να αγωνίζεται όχι μόνο για τις προσωπικές της διεκδικήσεις αλλά και ενάντια στις δεσμεύσεις που της επέβαλε η οικογένεια και η κοινωνία. Με γοητεύει η ψυχική της αντοχή και η επιμονή της για την αναζήτηση της αλήθειας, ακόμη κι όταν αυτή είναι επώδυνη».
Και λίγα λόγια σας για άλλα πρόσωπα του έργου;
«Όλα τα πρόσωπα του έργου, το καθένα με διαφορετικό τρόπο, είναι εγκλωβισμένα. Ο πάστορας Μάντερς εκπροσωπεί μια ηθική που δεν του επιτρέπει να ερωτευτεί, να χαρεί… “Τι δικαίωμα έχουμε εμείς οι θνητοί στην ευτυχία;”, λέει. Φοβάται να αμφισβητήσει τα στερεότυπα πάνω στα οποία έχτισε την ζωή του. Ο Όσβαλντ επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι και βρίσκεται αντιμέτωπος με το σκοτεινό παρελθόν του πατέρα του. Αναζητά το φως και τη χαρά της ζωής αλλά είναι δέσμιος της κληρονομιάς του. Η Ρεγγίνα διεκδικεί μια καλύτερη ζωή, όμως οι εξελίξεις την υπερβαίνουν, τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα περιμένει. Και το δικό της παρελθόν είναι δεσμευτικό. Και ο Ένγκστραντ, όσο χειριστικός και κυνικός ή σκληρός μπορεί να φαίνεται, είναι κι αυτός προϊόν ενός κόσμου όπου έμαθε ότι για να επιβιώσεις πρέπει να είσαι πιο πονηρός από τους άλλους. Αυτό που έχει σημασία είναι να μην τους κρίνουμε εύκολα. Να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε από πού έρχεται ο καθένας, τι κουβαλάει μέσα του. Γιατί, τελικά, όλοι τους είναι άνθρωποι που αναζητούν αγάπη, ασφάλεια, αποδοχή ή μια δεύτερη ευκαιρία και αυτό τους κάνει πολύ κοντινούς μας».

Σκέψεις, συναισθήματα, προβληματισμοί που, πιστεύετε, συνοδεύουν τον θεατή μετά τη συνάντησή του με την παράσταση;
«Σε κάθε παράσταση είναι διαφορετικό το κοινό. Τίποτα δεν είναι απολύτως ίδιο, γιατί απέναντί σου έχεις ζωντανούς ανθρώπους που αισθάνονται αντιδρούν σιωπούν. Στους “Βρικόλακες”, οι θεατές παρακολουθούν με μεγάλη εσωτερική συμμετοχή και νομίζω ότι φεύγουν συγκινημένοι αλλά και με μια ταραχή.
Σε ανοιχτούς διαλόγους που έχουμε κάνει με τους θεατές, υπήρξε για παράδειγμα το ερώτημα: Ήταν σωστό η μητέρα -η κα. Άλβινγκ- να απομακρύνει το παιδί της -τον Όσβαλντ- από το σπίτι, για να το προστατέψει από την κακή επιρροή του πατέρα; Άλλο ερώτημα που τέθηκε: πόσο ελεύθεροι είμαστε στις επιλογές μας; Υπάρχουν έντονα συναισθήματα και προβληματισμοί και αυτό είναι το ζητούμενο».
«Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα»· τι λέτε;
«Δεν θα έβλεπα τις “αμαρτίες” των γονιών ως τιμωρία των παιδιών τους. Θα μιλούσα περισσότερο για τις συνέπειες. Κληρονομούμε όχι μόνο βιολογικά χαρακτηριστικά, αλλά και φόβους, σιωπές, τραύματα, πρότυπα συμπεριφοράς. Το θέμα είναι αν θα τα αναπαράγουμε ή αν θα βρούμε τη δύναμη να τα αναγνωρίσουμε και να τα μεταβολίσουμε».

Στη βάση των θεμάτων που διαπραγματεύεται το έργο, τι λέτε να κλείσουμε με μια δική σας αισιόδοξη, φωτεινή σκέψη;
«Για μένα οι “Βρικόλακες” είναι κατά βάθος ένα αισιόδοξο έργο, όσο σκοτεινό κι αν μοιάζει. Και είναι αισιόδοξο, ακριβώς γιατί τολμά να ρίξει φως στα σκοτάδια της ανθρώπινης ύπαρξης. Σε όσα φοβόμαστε να δούμε, σε όσα κρύβουμε ακόμα και από τον ίδιο μας τον εαυτό. Το φως έρχεται όταν έχουμε το θάρρος να κοιτάξουμε κατάματα το σκοτάδι. Η δική μου αισιόδοξη φωτεινή σκέψη είναι: Η αλήθεια ανοίγει τον δρόμο προς την ελευθερία».
Ταυτότητα Παράστασης
Απόδοση- Σκηνοθεσία: Αναστασία Παπαστάθη
Σκηνικά- Κοστούμια: Κυριακή Πανούτσου
Μουσική επιμέλεια: Πάνος Φορτούνας
Σχεδιασμός Φωτισμών: Αναστασία Παπαστάθη
Φωτογραφίες: Τζούλια Χατζηκωστάκη
Τρέιλερ: Στέφανος Κοσμίδης
Επικοινωνία: Αντώνης Κοκολάκης
Social Media: Grid Fox
Art work: Creatures

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά)
Σοφία Αγγελικοπούλου: Ρεγγίνα
Κώστας Κλάδης: Ένγκστραντ
Αναστασία Παπαστάθη: Κυρία Άλβινγκ
Θοδωρής Σκούρτας: Πάστορας Μάντερς
Νεκτάριος Φαρμάκης: Όσβαλντ Άλβινγκ
Ημέρες Παραστάσεων: Κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 9 μ.μ. & Κυριακή στις 7 μ.μ.
Προπώληση: https://www.more.com/theater/brikolakes/
Θέατρο RADAR
πλατεία Αγίου Ιωάννη & Πυθέου 93, Νέος Κόσμος, Αθήνα, (απέναντι από το Σταθμό Μετρό «Άγιος Ιωάννης»)
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου