Κριτική από τον Άκη Καπράνο
“Στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας ποτέ κανείς δε χάνει” τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος στο “Μην περιμένετε αστειάκια”, τα ίδια ρεζιλίκια που αφορούν καιρό τον Γιάννη Οικονομίδη, τα ίδια περιγράφει και ο ΛΕΞ στο ομώνυμο τραγούδι της ταινίας (“Με τρελαίνει όταν σαν ίσο με κοιτάνε / Όπως το βλέπω, όλοι κάτι μου χρωστάνε”), τραγούδι που άνετα θα μπορούσε να είναι και το αντίστοιχο του “Κωλοέλληνες” για το 2025, αλλά με μια διαφορά: Εδώ ο ερμηνευτής δεν είναι ένας απλός παρατηρητής – κριτής, αλλά ραπάρει σε πρώτο πρόσωπο καθώς εδώ “μιλάει” ο Θωμάς Αλεξόπουλος, ο ήρωας δηλαδή που ενσαρκώνει ο Βασίλης Μπισμπίκης, πρωταγωνιστής, στη νέα, συγκλονιστική ταινία του Οικονομίδη.

Και ο Αλεξόπουλος έχει σοβαρά προβλήματα: Η επιχείρηση του πάει για φούντο ενώ κινδυνεύει να χάσει και το οικογενειακό του σπίτι στη Βούλα, το οποίο το “πίστωσε” στον τοκογλύφο της περιοχής. Από το πρώτο καρέ βρισκόμαστε μακριά από το ψυχρό, αστικό περιβάλλον των προηγούμενων ταινιών του Οικονομίδη, και ενώ το σενάριο είναι αυτό που επιβάλλει στην ταινία τον ρυθμό ενός θρίλερ, ο περιβάλλοντας χώρος μοιάζει να τον επηρρεάζει εξίσου. Δε θα βρείτε εδώ, για παράδειγμα, πολλές από εκείνες τις “ανάσες” ουρανού μέσα από τα μπετά της “Ψυχής στο στόμα”, του “Μαχαιροβγάλτη” και του “Μικρού ψαριού”.

Βασισμένος λοιπόν σε ένα απολύτως σφιχτοδεμένο σενάριο (που ο σκηνοθέτης συνυπογράφει με τον Βαγγέλη Μουρίκη), ο Γιάννης Οικονομίδης συνεχίζει να εξερευνά αυτό που η ελληνική κοινωνία κάνει πως δεν βλέπει: το θορυβώδες κενό της. Μόνο που εδώ, για πρώτη φορά, επιχειρεί μια σχεδόν… χειρουργική τομή. Ο Οικονομίδης δεν χρειάζεται πια να φωνάζει. Η βία σταμάτησε να είναι λεκτική (χωρίς φυσικά να απουσιάζει), και έγινε ακόμα πιο υπαρξιακή. Άλλωστε η αστική παρακμή – η μόνη σταθερά της ελληνικής κοινωνίας – δεν είναι πια σε θέση να γεννήσει ούτε δράμα ούτε κωμωδία. Όλοι οι ήρωες βρίσκονται, με εμάς μαζί, σε μια μόνιμη κατάσταση ενδιάμεσης απελπισίας, ένα είδος κοινωνικού προθαλάμου, καμία κόλαση, κανένα καθαρτήριο. Μάθημα οξυδέρκειας για όσους πιστεύουν πως ο ρεαλισμός εξαντλείται στα μισοσκότεινα διαμερίσματα και στους κουρασμένους τριαντάρηδες, η «Σπασμένη Φλέβα» είναι η ταινία που κάποιοι ήλπιζαν πως ο Οικονομίδης δεν θα γυρίσει ποτέ – γιατί τώρα δεν θα έχουν πια καμία δικαιολογία για να τον υποτιμούν. Βλέπετε το ελληνικό σινεμά, συνηθισμένο στον αυτοοικτιρμό και την αισθητική της φιλανθρωπίας, δεν ξέρει πώς να αντιμετωπίσει ένα έργο που δεν ζητιανεύει ούτε συμπάθεια ούτε συγγνώμη. Εξαίρετες τέλος όλες οι ερμηνείες (Μαρία Κεχαγιόγλου, Μπέττυ Αρβανίτη, Στάθης Σταμουλακάτος, Σοφία Κουνιά, Γιάννης Νιάρρος, Γιάννης Αναστασάκης, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Κλέλια Ρένεση), με προεξέχοντα τον Βασίλη Μπισμπίκη που “συλλαμβάνει” την ουσία του Αλεξόπουλου μέχρι μυελού οστών.

Στο «Πέθανε αγάπη μου» νεαρό και ερωτευμένο ζευγάρι, μετακομίζει από τη Νέα Υόρκη στην εξοχή. Εκείνη, νεαρά μαμά, εγκλωβισμένη ανάμεσα σε εσωτερικά τραύματα και μια σχέση που σβήνει, προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της με κάθε τρόπο, όμως tο σενάριο είναι υπερβολικά σχηματικό και ανά φάσεις μοιάζει να ακολουθεί τα πιο τυπικά μονοπάτια ενός ψυχολογικού δράματος. Αλλά υπάρχει η πάντα ευφάνταστη (και καμωμένη πάνω στην ουσία του δράματος, και όχι στην επιφάνεια) σκηνοθεσία της Λιν Ράμσεϊ, είτε συμφωνείς με τις σημάνσεις της, είτε όχι. Μέσα από το βιζέρ της, ακόμη και το πιο γνώριμο μοτίβο αποκτά βάθος, η προβλεψιμότητα δίνει τη θέση της στη συγκίνηση. Με Τζένιφερ Λόρενς, Ρόμπερτ Πάτισον αλλά και με Σίσι Σπέισικ και Νικ Νόλτε. Μετράνε αυτά.
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου