Η πρόθεση της κυβέρνησης Ερντογάν να καταθέσει εντός του Ιουνίου νομοσχέδιο που επιχειρεί να προσδώσει νομική υπόσταση στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν αποτελεί μια αποσπασματική πολιτική κίνηση.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος
Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια διαχρονική στρατηγική πρακτική της Άγκυρας, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία, όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με εσωτερικές πιέσεις ή διεθνή αδιέξοδα, επιχειρεί να εξάγει την κρίση προς την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο.
Στο εσωτερικό μέτωπο, ο Ταγίπ Ερντογάν δέχεται ολοένα και εντονότερη κριτική από εθνικιστικούς και κεμαλικούς κύκλους, οι οποίοι θεωρούν ότι οι ελληνικές διπλωματικές και αμυντικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών έχουν περιορίσει σημαντικά την επιχειρησιακή και γεωπολιτική δυναμική του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Για παράδειγμα, η ανακήρυξη του Εθνικού Χωροταξικού Σχεδιασμού, η ανακοίνωση θαλάσσιων πάρκων σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας, καθώς και η παρεμπόδιση της συμμετοχής της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Άμυνα, συνιστούν πολιτικές κινήσεις με πραγματικό γεωπολιτικό αποτύπωμα που έχουν ενισχύσει τη διεθνή θέση της Ελλάδας.
Ταυτόχρονα, έχουν περιορίσει τη δυνατότητα της Άγκυρας να επιβάλει μονομερώς τις αναθεωρητικές της επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Παράλληλα, η ενίσχυση των ελληνικών στρατηγικών συνεργασιών με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και κυρίως τη Γαλλία, έχει προκαλέσει εμφανή δυσφορία στην Άγκυρα και έντονη πίεση προς τον κ. Ερντογάν, ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα και την ανανέωση της ελληνογαλλικής αμυντικής συμφωνίας.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι σημαντικό μέρος του τουρκικού Τύπου παρουσιάζει τις εξελίξεις αυτές ως οργανωμένη ελληνική προσπάθεια γεωπολιτικής ανάσχεσης της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τέλος, η αναβάθμιση της αποτρεπτικής ισχύος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και η διεθνής νομιμοποίηση των ελληνικών θέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, έχουν δημιουργήσει ένα σαφώς δυσμενέστερο περιβάλλον για τις τουρκικές μονομερείς επιδιώξεις.
Σε αυξανόμενη στρατηγική δυσπιστία η Άγκυρα σε διεθνές επίπεδο
Παράλληλα, σε διεθνές επίπεδο, η Άγκυρα βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη στρατηγική δυσπιστία.
Οι σύνθετες και κατά περίπτωση μεταβαλλόμενες σχέσεις της με τη Δύση, η αμφίσημη στάση της σε σειρά διεθνών κρίσεων και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ενισχύουν ένα περιβάλλον σχετικής απομόνωσης για την Τουρκία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανάδειξη της «Γαλάζιας Πατρίδας» λειτουργεί τόσο ως εργαλείο εσωτερικής πολιτικής συσπείρωσης όσο και ως προσπάθεια επαναφοράς της Τουρκίας σε ρόλο περιφερειακής δύναμης μέσω της έντασης με την Ελλάδα.
Η κατάθεση ενός τέτοιου νομοσχεδίου δεν μεταβάλλει αυτομάτως το διεθνές δίκαιο ούτε δημιουργεί νέα κυριαρχικά δικαιώματα υπέρ της Τουρκίας. Οι θαλάσσιες ζώνες, η κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα καθορίζονται αποκλειστικά από το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες και όχι από μονομερείς εσωτερικές νομοθετικές πράξεις.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό και στρατηγικό.
Η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει μια αναθεωρητική γεωπολιτική θεωρία σε επίσημο κρατικό δόγμα, δημιουργώντας ένα εσωτερικό θεσμικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα μπορεί να στηρίζει μελλοντικές διπλωματικές, επιχειρησιακές και διαπραγματευτικές κινήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτά το ζήτημα των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών».
Μέχρι σήμερα, η Τουρκία προωθούσε τη συγκεκριμένη θεωρία μέσω δηλώσεων, NAVTEX, στρατιωτικών κινήσεων και επιλεκτικών αμφισβητήσεων κυριαρχίας σε νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου.
Με το νέο νομοσχέδιο επιχειρεί πλέον, να μεταφέρει αυτή την πολιτική και επιχειρησιακή αμφισβήτηση σε επίπεδο θεσμικής κρατικής διεκδίκησης.
Επιδιώκει δηλαδή, να παγιώσει την αντίληψη ότι στο Αιγαίο υπάρχουν «αμφισβητούμενες περιοχές», ώστε σε δεύτερο χρόνο να επιχειρηθεί η μετατροπή ζητημάτων που θεωρούνται λυμένα από τις διεθνείς συνθήκες σε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Πρόκειται για τη γνωστή τουρκική μέθοδο σταδιακής εδραίωσης διεκδικήσεων, όπου αρχικά κατασκευάζεται το κατάλληλο πολιτικό αφήγημα, στη συνέχεια θεσμοθετείται μέσω διοικητικών ή νομοθετικών πράξεων και τελικά προβάλλεται διεθνώς ως δήθεν υπαρκτή διαφορά.
Ψύχραιμη και αποφασιστική ελληνική αντίδραση
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η ελληνική αντίδραση οφείλει να είναι ψύχραιμη, αλλά απολύτως αποφασιστική.
Η Αθήνα δεν πρέπει να περιμένει την ψήφιση του νομοσχεδίου για να αντιδράσει εκ των υστέρων.
Οφείλει να κινηθεί άμεσα και προληπτικά, ενεργοποιώντας από τώρα τα διπλωματικά και θεσμικά της εργαλεία, ώστε να καταστήσει σαφές στη διεθνή κοινότητα ότι οποιαδήποτε προσπάθεια θεσμοποίησης αναθεωρητικών διεκδικήσεων υπονομεύει τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και αντιβαίνει στο διεθνές δίκαιο.
Το κρίσιμο από μέρους της Ελλάδας, είναι να μην επιτραπεί στην Άγκυρα να μετατρέψει μια μονομερή αναθεωρητική αφήγηση σε βάση πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Στο πλαίσιο αυτό, η αντίδραση της ελληνικής διπλωματίας πρέπει να κινηθεί σε τέσσερις άξονες: στη διεθνοποίηση του ζητήματος, στη συστηματική νομική αποδόμηση των τουρκικών ισχυρισμών, στη διατήρηση ισχυρής αποτρεπτικής παρουσίας στο Αιγαίο και στη διαμόρφωση σταθερής εθνικής στρατηγικής με συνέχεια και συνέπεια.
Ειδικότερα, στο διπλωματικό επίπεδο η Ελλάδα οφείλει να διεθνοποιήσει άμεσα το ζήτημα σε ΕΕ, ΝΑΤΟ και ΟΗΕ, αναδεικνύοντας ότι πρόκειται για απόπειρα θεσμοποίησης αναθεωρητικών διεκδικήσεων που έρχονται σε αντίθεση με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και τις διεθνείς συνθήκες.
Είναι σημαντικό να μην παρουσιαστεί το θέμα ως μια «διμερής τεχνική διαφορά», αλλά ως ζήτημα σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο
Στο νομικό επίπεδο, η Αθήνα πρέπει να ενισχύσει συστηματικά τη νομική της επιχειρηματολογία και την παρουσία της σε διεθνή φόρα, αποσαφηνίζοντας ότι οι τουρκικές μονομερείς νομοθετικές πράξεις δεν παράγουν διεθνή έννομα αποτελέσματα.
Επίσης, στο επίπεδο της αποτροπής η σταθερή παρουσία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Αιγαίο και η επιχειρησιακή ετοιμότητα παραμένουν καθοριστικές.
Η αποτροπή δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική ισχύ, αλλά αποτυπώνει και τη σαφή βούληση της Ελλάδας, ότι δεν θα αποδεχτεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων της.
Τέλος, χρειάζεται εθνική στρατηγική συνέπεια και εσωτερική πολιτική συνεννόηση.
Δεδομένου, ότι η Τουρκία επενδύει στη διάρκεια, στη μεθοδικότητα και στη σταδιακή παγίωση των διεκδικήσεών της, η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική και ούτε να εξαρτάται από τον εκάστοτε πολιτικό κύκλο.
Απαιτείται σταθερή γραμμή, θεσμική σοβαρότητα και συνδυασμός διπλωματίας, αποτροπής και διεθνούς νομιμότητας.
Εν κατακλείδι, το τουρκικό νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ούτε με αδιαφορία ούτε με πανικό.
Πρέπει να αντιμετωπιστεί με στρατηγική σοβαρότητα, θεσμική συνέχεια και εθνική αυτοπεποίθηση, χωρίς υπερβολές αλλά και χωρίς αυταπάτες.
enikos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου