
Το μυθιστόρημα «Πύλη εισόδου» της Μάρως Δούκα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
«Ανήσυχη επειδή εδώ και δέκα μέρες, αν δεν την απατά η μνήμη της, δεν μιλήσαμε. Συνέβη κάτι; Δεν είμαι καλά; Και καλά να μην είμαι, σφίχτηκα μέσα μου, ποιο το νόημα να την ενημερώσω; Για να με λυπηθεί μήπως; Να τη χαίρεται τη λύπη της. Χθες, έξω απ’ το φαρμακείο του Μπακάκου στην Ομόνοια.
«Ανήσυχη επειδή εδώ και δέκα μέρες, αν δεν την απατά η μνήμη της, δεν μιλήσαμε. Συνέβη κάτι; Δεν είμαι καλά; Και καλά να μην είμαι, σφίχτηκα μέσα μου, ποιο το νόημα να την ενημερώσω; Για να με λυπηθεί μήπως; Να τη χαίρεται τη λύπη της. Χθες, έξω απ’ το φαρμακείο του Μπακάκου στην Ομόνοια.
Mα τι έκπληξη ήταν αυτή, τέτοια συντυχία (νά τι σημαίνει μητρική γλώσσα, να μην έχεις ακούσει ποτέ μια λέξη και όταν την ακούς να ξέρεις περίπου το νόημά της), είναι ή δεν είναι, συνέχιζε η Αίθρα, να θαυμάζει κανείς; Αυτή έμπαινε, εγώ έβγαινα. Στο ένα χέρι κρατούσα το σακουλάκι με τα φάρμακά μου, στο άλλο την ανοιγμένη ομπρελίτσα μου. Μόλις είχε κλείσει και η Αίθρα τη δική της ομπρελίτσα. Εμπριμέ με κιτρινωπά ανθάκια σε καφετί φόντο η δική μου, βεραμάν σε μια γλυκύτατη απόχρωση η δική της. Τα μονόχρωμα έχουν άλλη χάρη, σκέφτηκα. Κι εφόσον το ξέρω ότι έχουν άλλη χάρη, το ερώτημα είναι γιατί πάντα, ή σχεδόν πάντα, καταλήγω στα εμπριμέ. Είπαμε ή δεν είπαμε καλή βδομάδα; Σταυροφιληθήκαμε. Είχε ραντεβού, λέει, για τα νύχια των ποδιών και τις πατούσες της γενικώς, λίγη περιποίηση δεν βλάπτει, Αφεντούλα μου, λες κι έπρεπε να δικαιολογηθεί, αρκετά παραμελήσαμε τον εαυτό μας. Και είναι αλήθεια, πολύ την έχει βολέψει εδώ, το συνδυάζει πάντα και με άλλες δουλίτσες στο κέντρο.
Μονόλογος παιχνίδι, στασίδι, αποκούµπι της Αφεντούλας -µιας γυναίκας στον προθάλαµο του γήρατος. Ξυπνάει και είναι νέα. Ξυπνάει και είναι γριά. Ανάλογα µε τη διάθεσή της. Με τον ύπνο που έχει κάνει. Στην Αθήνα του σήµερα, όπως τη ζει, όπως την έζησε, όσο την έζησε. Με τα δικά της πρόσωπα. Τη δική της φωνή. Τη δική της ορθοστασία. Πύλη εισόδου: Στο αχανές του κυβερνοχώρου. Το πέρασµα από τη µια στην άλλη όψη. Από το εδώ στο εκεί. Ανέµελα, αθόρυβα, φασµατικά, εις το διηνεκές. Αλόγιστα προς τα ρηχά, τα λασπερά, τα άπατα της µέρας που έφυγε. Από το εδώ στο εκεί. Συρτά, αµίλητα, προς τη µοναδική βεβαιότητα.
Γιώργος Σ. Κουλουβάρης
gkoul@naftemporiki.gr
gkoul@naftemporiki.gr
naftemporiki.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου