ΑνάλυσηΠαναγιώτης Σωτήρης Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι σαφές ότι δεν πρόκειται να διαχειριστεί την αμερικανική εξωτερική πολιτική με παραδοσιακούς όρους. Αυτό αφορά τόσο το περιεχόμενο της κατεύθυνσης που επιλέγει όσο και τον τρόπο, το ύφος, και την αισθητική αυτής.
Δεν είναι μικρό πράγμα ότι άλλαξε πλήρως την κατεύθυνση της πολιτικής των ΗΠΑ για την Ουκρανία,
επιλέγοντας την αναζήτηση μιας συμφωνίας με τη Ρωσία με όρους που να αναγνωρίζουν τα κεκτημένα της στο πεδίο των μαχών, αντί για την προηγούμενη πολιτική που θεωρούσε ότι η Ουκρανία έπρεπε να στηριχτεί ώστε η Ρωσία να υποστεί μια ήττα που να της περικόψει οριστικά τις αξιώσεις να είναι υπερδύναμη και ενδεχόμενα να ανατραπεί και ο ίδιος ο Βλαντιμίρ Πούτιν.Ούτε βέβαια είναι μικρό πράγμα ότι ρητά απαίτησε από τους ευρωπαίους εταίρους να αναλάβουν οι ίδιοι το κόστος των εγγυήσεων ασφαλείας στην Ουκρανία, δηλαδή να αναλάβουν το κόστος της προμήθειας σε αρκετές περιπτώσεις αμερικανικού εξοπλισμού.
Αντίστοιχα, ο τρόπος που οι ΗΠΑ απήγαγαν τον ηγέτη μιας κυρίαρχης χώρας, κατά παράβαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και χωρίς καμία πρότερη συνεννόηση με άλλες χώρες, αντίστοιχα φάνηκε να επιστρέφει σε μια πρακτική αυτοκρατορικής αυθαιρεσίας που έκανε πολλές χώρες να νιώσουν άβολα.
Όσο για την απειλή του να βομβαρδίσει το Ιράν εάν αυτό συνέχιζε να καταστέλλει τις κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας για την κακή οικονομική κατάστασης, μπορεί να είχαν έναν βαθμό συναίνεσης από όσες χώρες σήμερα επενδύουν στην «αλλαγή καθεστώτος» εκεί, όμως δεν έπαυαν να είναι μια επιστροφή σε μια νέα εποχή διπλωματίας των κανονιοφόρων.
Σε όλα αυτά προστίθεται και η πρόθεσή του να υποκαταστήσει ουσιαστικά τον ΟΗΕ με ένα υπό τη δική του καθοδήγηση «Συμβούλιο Ειρήνης»
Και βέβαια έχουμε όλη τη βαθιά κρίση στις σχέσεις των ΗΠΑ με τους ευρωπαίους εταίρους της σε σχέση με τη Γροιλανδία. Οι αλλεπάλληλες δηλώσεις του ότι οι ΗΠΑ θα αποκτήσουν την Γροιλανδία ούτως ή άλλως, δηλαδή θα αποκτήσουν μια περιοχή που ανήκει στην επικράτεια μιας ευρωπαϊκής χώρας, μέλους του ΝΑΤΟ, της Δανίας (έστω και ως ένα είδος αποικιακής κτήσης) παραπέμπει σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση για την ίδια τη δυτική συμμαχία, ακόμη και εάν στο τέλος φάνηκε να διαμορφώνεται το πεδίο για ένα είδος συμφωνίας γύρω από το θέμα.
Όλα αυτά συνδυάζονται με τη σαφή αλλαγή ρητορικής στην Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ που δίνει έμφαση στο Δυτικό Ημισφαίριο ως την κατεξοχήν ζώνη ασφαλείας των ΗΠΑ, συνδυάζει την έμφαση στο να είναι η Αμερική η πιο ισχυρή δύναμη, οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά, με την αποφυγή της ρητορικής Νέου Ψυχρού Πολέμου που είχαν επιλέξει οι Δημοκρατικοί.
Η εύκολη απόδοση όλων αυτών των ανατροπών σε ένα είδος παραλογισμού του Τραμπ – ενδεικτικά εδώ τα δημοσιεύματα που αμφισβητούν τη διανοητική του κατάσταση – δεν μπορεί να τις εξηγήσει επαρκώς.
Στην πραγματικότητα και στην περίπτωση του Τραμπ έχουμε να κάνουμε με ένα συνδυασμό ανάμεσα σε αντικειμενικά συμφέροντα των ΗΠΑ και ιδεολογικές προβολές.
Από τη μία, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ θα πρέπει να συνδυαστεί με την εξωτερική οικονομική πολιτική των ΗΠΑ. Η χρήση των δασμών για τον επαναπατρισμό μέρους της βιομηχανικής βάσης των ΗΠΑ αλλά και τη μεγαλύτερη πρόσβαση σε ξένες αγορές, η ανταλλαγή εγγυήσεων ασφαλείας με δικαιώματα εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, και η έξοδος ουσιαστικά από τη στρατηγική της πράσινης μετάβασης, αντιστοιχούν σε μια συγκεκριμένη κοινωνική συμμαχία που στηρίζει ενεργά τον Τραμπ στις ΗΠΑ από την εξορυκτική βιομηχανία, που βλέπει έναν βασικό υποστηρικτή στον Λευκό Οίκο έως ακόμη και τον κλάδο της υψηλής τεχνολογίας που επίσης βλέπει κάποιον που θέλει να επενδύσει απέναντι στην Κίνα αλλά και να εξασφαλίσει κρίσιμες πρώτες ύλες (π.χ. σπάνιες γαίες), για να μην αναφερθούμε στον κατασκευαστικό κλάδο που μάλλον βλέπει με καλό μάτι την αντίληψη του Τραμπ ότι μια καλή ειρηνευτική διαδικασία είναι αυτή που καταλήγει σε επενδύσεις real estate.
Ταυτόχρονα, ορισμένες βασικές επιλογές όπως είναι η απόσυρση από παρατεταμένες πολεμικές εμπλοκές σαν και αυτές τις δεκαετίας του 2000 ούτως ή άλλως είχαν αρκετά πλατύ βαθμό συναίνεσης στις ΗΠΑ, καθώς θεωρούνταν ότι εν τέλει είχαν πολύ περισσότερο κόστος παρά όφελος για τις ΗΠΑ. Αντίστοιχα, είναι σαφές ότι η προσπάθεια των Δημοκρατικών να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία και την Κίνα με όρους νέου «Ψυχρού Πολέμου», με αποκορύφωμα τον χειρισμό του Ουκρανικού ήδη από το 2014, και την προοπτική να αντιμετωπιστεί αναλόγως και το ζήτημα της Ταϊβάν, επίσης δεν είχε πλήρη συναίνεση εντός των αμερικανικών ελίτ.
Ακόμη και μια επιλογή που φαντάζει οριακή όπως αυτή που αφορά τη Γροιλανδία, εντάσσεται και σε μια αντίληψη για την πλήρη άμυνα των ΗΠΑ και στον έλεγχο κρίσιμων διαδρομών στον αρκτικό ωκεανό που θα γίνονται σταδιακά όλο και πιο σημαντικές για το παγκόσμιο εμπόριο και προφανώς σε ένα στρατηγική που αποδίδει ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στις εξορύξεις.
Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος των οικονομικών ελίτ στις ΗΠΑ στηρίζουν βασικές επιλογές του Τραμπ στην εξωτερική πολιτική. Και όσο αποφεύγεται κάποιου είδους πολύ αρνητική επίπτωση, όπως π.χ. ένας ανοιχτός εμπορικός πόλεμος, η συναίνεση αυτή θα υπάρχει.
Και βέβαια, αρκετές από τις επιλογές του Τραμπ αποτελούν συνέχεια των επιλογών των Δημοκρατικών. Από την αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της καταστολής στο εσωτερικό των ΗΠΑ, έως την αντιμετώπιση των εξωτερικών επεμβάσεων ως «αστυνομικών επιχειρήσεων», οι μετατοπίσεις είχαν γίνει από την εποχή Κλίντον.
Αντίστοιχα, η αποφυγή της συμμετοχής σε πολυμερείς θεσμούς και τις δεσμεύσεις που αυτοί επιβάλλουν, προς όφελος «μονομερών» ενεργειών αλλά και διμερών διαπραγματεύσεων, ήταν πάντα μια ενεργή τάση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Σε μεγάλο βαθμό ήταν η συνθήκη του Ψυχρού Πολέμου και οι προκλήσεις που έθετε η παρουσία της ΕΣΣΔ, στο φόντο της αποδιάρθρωσης των αποικιακών αυτοκρατοριών που επέβαλαν τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε αυτούς τους θεσμούς.
Όμως, υπάρχει προφανώς πάντα και ένα στοιχείο ιδεολογικής προβολής, που ενίοτε αποτελεί και την εσωτερική αντίφαση της πολιτικής του Τραμπ.
Για παράδειγμα δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι μπορεί να γίνει πράξη ο «επαναπατρισμός της βιομηχανικής παραγωγής» που οραματίζεται ο Τραμπ, καθώς την ώρα που προβάλλει αυτή τη θέση στο ακροατήριό του, οι δυσκολίες είναι παραπάνω από πραγματικές, εάν αναλογιστούμε ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν πραγματικές ελλείψεις κρίσιμων δεξιοτήτων, ύστερα από δεκαετίες υποχώρησης της «κλασικής» βιομηχανικής παραγωγής, αλλά και ότι πάλι για λόγους ικανοποίησης εθνικιστικών – και ρατσιστικών – αντακλαστικών του ακροατηρίου του, ο Τραμπ προσπαθεί με τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές του να ανακόψει την άφιξη εργατικού δυναμικού που θα μπορούσε να συμβάλει σε αυτή την εκ νέου εκβιομηχάνιση. Άρα εδώ έχουμε σε μεγάλο βαθμό να κάνουμε και με μια ιδεολογική προβολή (ή και εμμονή) και όχι με μια σαφώς επεξεργασμένη στρατηγική. Ιδίως όταν η αναφορά του ότι οι ΗΠΑ είναι η «οικονομική μηχανή του πλανήτη» έρχεται όλο και περισσότερο σε σύγκρουση με τη δυναμική άλλων πόλων, πρωτίστως της Κίνας.
Αντίστοιχα, η προσπάθεια μιας συμφωνίας για την αμερικανική εκμετάλλευση του πετρελαίου της Βενεζουέλας μπορεί να έχει το ιδεολογικό αποτύπωμα ότι οι ΗΠΑ ελέγχουν όντως την «πίσω αυλή τους» αλλά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα ενισχυθεί η εξορυκτική βιομηχανία των ΗΠΑ που σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στην μαζική εξαγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου που απαιτεί να διατηρούνται σχετική υψηλά οι τιμές του πετρελαίου, κάτι που θα μπορούσε να διακυβευτεί από μια μαζική προσθήκη βενεζουελάνικου πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά. Αντίστοιχα, κινήσεις όπως η απαίτηση εκχώρησης της Γροιλανδίας, ή προηγουμένως οι απειλές στην κυριαρχία του Καναδά, αποτελούν και τρόπους με τους οποίους η διακυβέρνηση Τραμπ ζει τον ίδιον τον ιδεολογικό της μύθο και όχι απλώς την υλοποίηση μιας πολιτικής με συνεκτικότητα. Και σίγουρα η νέα επιστροφή της διπλωματίας των κανονιοφόρων, εν προκειμένω των βομβαρδισμών και των στοχευμένων απαγωγών, σε μεγάλο βαθμό αναλογεί και σε μια καθαρή προβολή ισχύος με όρους τάσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – τα οποία άλλωστε είναι καθοριστικά για τις επιλογές ου ίδιου του Τραμπ.
Βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που συμφέροντα και ιδεολογία εμπλέκονται στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η μεταπολεμική ιδεολογία του «ελεύθερου κόσμου» αντιστοιχούσε σε μια σύγκρουση μπλοκ με διαφορετικά κοινωνικά συστήματα, αλλά συγκάλυπτε το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της Δύσης δεν ήταν ακριβώς «ελεύθερο». Αντίστοιχα, η ιδεολογία της «παγκοσμιοποίησης», δύσκολα συγκάλυπτε τις βαθιές πραγματικές συγκρούσεις και διαιρέσεις που υπήρχαν. Αλλά και η αλαζονεία της «αυτοκρατορικής» στροφής μετά το 2001, σε μεγάλο βαθμό στηρίχτηκε στην ιδεολογική πεποίθηση ότι υπάρχει ένα πεπρωμένο των ΗΠΑ και αυτό είναι να εξάγουν ένοπλα «δημοκρατία και οικονομία της αγοράς». Η προσπάθεια να οικοδομηθούν όροι ενός νέου Ψυχρού Πολέμου με τη Ρωσία πολύ πριν την εισβολή στην Ουκρανία αντιστοιχούσαν και στην αναζήτηση ενός κοινού «εχθρού» έναντι του οποίου θα μπορούσε να συσπειρωθεί η Δύση (και που μάλιστα εάν θυμηθούμε και το Russiagate αφορούσε και την προσπάθεια των Δημοκρατικών να δαιμονοποιήσου τον Τραμπ). Και βέβαια η πάγια υποστήριξη του Ισραήλ – την οποία συμμερίζεται και ο Τραμπ – δεν ήταν μόνο η αντιμετώπισή του ως προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης, αλλά και μια επένδυση στην ιδεολογική προβολή ενός μαχόμενου ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού σε σύγκρουση με τους «βαρβάρους».
Όλα αυτά απλώς υπογραμμίζουν ότι η γεωπολιτική πάντα είναι μια συνάρθρωση συμφερόντων, στρατηγικών και ιδεολογικών προβολών, εξ ου και ότι επιλογές μπορεί να μην φαντάζουν τόσο «ορθολογικές». Σε τελική ανάλυση η «Δύση» δεν υπήρχε πάντοτε. Σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκε ως απάντηση στο νέο τοπίο που διαμόρφωσε η Ρωσική Επανάσταση αρχικά και πρωτίστως ο συνδυασμός ανάμεσα στο «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» και την αποποικιοποίηση. Εκεί άμυνα και «φιλελεύθερη ιδεολογία» μπορεί και να αλληλοϋποστηρίζονταν. Σε ένα τοπίο όπου αλληλεξάρτηση και ανταγωνισμός αφορούν χώρες που μοιράζονται την ίδια καπιταλιστική κατά βάση οικονομία, έστω και με παραλλαγές, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η «Συλλογική Δύση» αναζητούν και κοινή ταυτότητα και κοινή στρατηγική, χωρίς – όσο και εάν θέλουν να το προβάλλουν ιδεολογικά – το είδος του κοινού εχθρού που σφράγισε την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και που επέβαλε μια ορισμένη συνεκτικότητα. Με αποτέλεσμα να ξαναγράφονται – σε πραγματικό χρόνο… – και οι κανόνες και τα αφηγήματα. Έστω και ως thread στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου