Κείμενο: Γεώργιος Σαρρής
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ένας θεσμός με ιστορία περίπου δύο χιλιάδων ετών, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία από τις σημαντικότερες εσωτερικές κρίσεις της. Η σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και του Πατριαρχείου Μόσχας έχει ξεφύγει προ πολλού από τα στενά όρια των θεολογικών συζητήσεων
και έχει μετατραπεί σε έναν παγκόσμιο γεωπολιτικό «ψυχρό πόλεμο» που εντείνεται καθημερινά.Μόλις πριν από λίγη ώρα το Φανάρι απάντησε επισήμως στη σφοδρή επίθεση που εξαπέλυσε το γραφείο Τύπου της Ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR) εναντίον του, με κατηγορίες πρωτοφανούς βαρύτητας και ευθέως πολιτικού χαρακτήρα. Το Φανάρι εκφράζει τη «βαθύτατη θλίψη» του για τη νέα αυτή επίθεση, υπογραμμίζοντας ότι για πρώτη φορά οι κατηγορίες προέρχονται ευθέως από κρατικές υπηρεσίες της Ρωσικής Ομοσπονδίας και όχι μόνο από εκκλησιαστικά ή πολιτικά κέντρα.
Υπενθυμίζει δε ότι από το 2018, όταν αποφασίστηκε η παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Εκκλησία της Ουκρανίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο επέλεξε συνειδητά να μην απαντά στις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις, στάση που τηρεί και σήμερα. «Τα ευφάνταστα σενάρια, οι ψευδείς ειδήσεις, οι ύβρεις και οι κατασκευασμένες πληροφορίες κάθε είδους προπαγανδιστών δεν αποθαρρύνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο από τη συνέχιση της διακονίας και της οικουμενικής αποστολής του», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ανακοίνωση, με σαφή αιχμή προς τη ρητορική που υιοθέτησε η SVR.

Διόλου τυχαία μάλιστα δεν είναι η εισαγωγή της ανακοίνωσης με τη χρήση του όρου της Μητέρας Εκκλησίας, δείχνοντας ξεκάθαρα ποιος έχει τα πρωτεία. «Η Μήτηρ Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως – Μήτηρ και αυτής της Εκκλησίας της Ρωσίας – εκφράζει τη βαθύτατη θλίψη της για τη νέα ρωσική επίθεση κατά του προσώπου της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, την οποία εξαπέλυσαν, αυτή τη φορά, κρατικές υπηρεσίες της χώρας». Από το 2018, οπότε το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε την παραχώρηση Αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Εκκλησία της Ουκρανίας, η Μήτηρ Εκκλησία απέφυγε να σχολιάσει τις αναρίθμητες παρόμοιες επιθέσεις που προήλθαν είτε από εκκλησιαστικά είτε από πολιτικά κέντρα και πρόσωπα της Ρωσίας. Το ίδιο πράττει και σήμερα. Τα ευφάνταστα σενάρια, οι ψευδείς ειδήσεις, οι ύβρεις και οι κατασκευασμένες πληροφορίες κάθε είδους προπαγανδιστών δεν αποθαρρύνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο από τη συνέχιση της διακονίας και της οικουμενικής αποστολής του» γράφει χαρακτηριστικά.
Θυμίζουμε ότι το Φανάρι δέχθηκε μία πρωτοφανή επίθεση από τη ρωσική υπηρεσία πληροφοριών SVR, διάδοχο της πάλαι ποτέ γνωστής κατά την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης KGB. Η υπηρεσία κατηγόρησε τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο ότι είναι «μίσθαρνο όργανο» δυτικών μυστικών υπηρεσιών και πως συνεργάζεται με ακραία εθνικιστικά και νεοναζιστικά στοιχεία. Του προσάπτουν παράλληλα την κατηγορία πως επιχειρεί να «διαλύσει το ζωντανό Σώμα της Εκκλησίας», επεκτείνοντας την «επιθετικότητά» του πέραν της Ουκρανίας, στις χώρες της Βαλτικής και στα Βαλκάνια, με αιχμή το ζήτημα του Μαυροβουνίου.
Ένα βαθύ ρήγμα ενότητας
Για να κατανοήσει κανείς το βάθος της σημερινής κρίσης, πρέπει να επιστρέψει στο 2018. Τότε λοιπόν, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ανταποκρινόμενος στο αίτημα εκατομμυρίων Ουκρανών πιστών, υπέγραψε τον Τόμο Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Ήταν μία κίνηση με τεράστια εκκλησιαστική, πολιτική και γεωστρατηγική σημασία, η οποία έμελλε να αναδιατάξει τις ισορροπίες στον ορθόδοξο κόσμο και να ανοίξει έναν κύκλο αντιπαραθέσεων που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Επί της ουσίας ανακαλούσε την εκκλησιαστική Πράξη του 1686, με την οποία είχε παραχωρηθεί στη Μόσχα το δικαίωμα χειροτονίας του μητροπολίτη Κιέβου, αποκαθιστούσε κανονικά ιεράρχες που μέχρι τότε θεωρούνταν σχισματικοί και άνοιγε τον δρόμο για την ενοποίηση των ουκρανικών εκκλησιαστικών δομών. Λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η Ενωτική Σύνοδος στο Κίεβο ίδρυσε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, επισφραγίζοντας την ιστορική καμπή.
Ωστόσο, εκεί όπου το Φανάρι έβλεπε αποκατάσταση της κανονικής τάξης, η Μόσχα διέβλεψε μία ευθεία αμφισβήτηση της εκκλησιαστικής της επικράτειας. Το Πατριαρχείο Μόσχας χαρακτήρισε την αναγνώριση αντικανονική, μίλησε για «εισπήδηση» σε ξένη δικαιοδοσία. Ακολούθησε μία περίοδος έντονης πόλωσης. Ορισμένες Εκκλησίες, όπως της Ελλάδος (τον Οκτώβριο του 2019 με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο να δηλώνει πως η Ουκρανική Εκκλησία «παρέμενε πάντοτε στην κανονική εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο παραιτήθηκε εκ της κανονικής του δικαιοδοσίας, για να ενταχθεί στην κοινωνία των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, πράξη την οποία το Πατριαρχείο Μόσχας αποδοκιμάζει ως αντικανονική, σαν να ανήκε κανονικώς σε αυτό»), της Αλεξανδρείας και της Κύπρου, αναγνώρισαν την αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Εκκλησίας, επικαλούμενες τα κανονικά προνόμια του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Άλλες επέλεξαν στάση αναμονής ή ευθυγραμμίστηκαν με τη Μόσχα, φοβούμενες ότι η υπόθεση της Ουκρανίας θα μπορούσε να δημιουργήσει επικίνδυνα προηγούμενα για τις δικές τους εσωτερικές ισορροπίες. Έτσι, χωρίς να υπάρξει επίσημο δογματικό σχίσμα, διαμορφώθηκε στην πράξη ένα βαθύ ρήγμα ενότητας.

Η κρίση της ουκρανικής αυτοκεφαλίας ξεπέρασε γρήγορα τα στενά όρια της εκκλησιαστικής κανονικότητας. Συνδέθηκε άμεσα με τη γεωπολιτική αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσης, με τον πόλεμο επιρροής στη μετασοβιετική σφαίρα και με τον ρόλο της θρησκείας ως φορέα εθνικής ταυτότητας. Για πολλούς αναλυτές, η σύγκρουση Φαναρίου – Μόσχας δεν αφορά μόνο το ποιος έχει δικαιοδοσία σε ποιο έδαφος, αλλά ποιο μοντέλο ηγεσίας θα επικρατήσει στον ορθόδοξο κόσμο του 21ου αιώνα. Σήμερα, αρκετά χρόνια μετά την υπογραφή του Τόμου, οι πληγές όπως όλοι διαπιστώνουν, παραμένουν ανοιχτές. Η ουκρανική αυτοκεφαλία έχει παγιωθεί στην πράξη, αλλά δεν έχει γίνει καθολικά αποδεκτή. Η έλλειψη πανορθόδοξης συνεννόησης βαραίνει την ενότητα της Εκκλησίας και αναδεικνύει τα όρια του υφιστάμενου συστήματος διακυβέρνησης της Ορθοδοξίας.
«Η τρίτη Ρώμη»
Η Ρωσία δείχνει να μην επιδιώκει πλέον τον διάλογο, αλλά την πλήρη αποδόμηση του Οικουμενικού Θρόνου. Ισχυρίζεται ότι το Φανάρι συνεργάζεται με τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας (MI6) για να απομονώσει θρησκευτικά τη Ρωσία και να διαλύσει τη λεγόμενη «Ρωσική Ειρήνη» (Russkiy Mir).
Τέλος, θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως στο ιδεολογικό υπόβαθρο της σύγκρουσης βρίσκεται η παλιά ρωσική θεωρία της «Τρίτης Ρώμης». Αναπτύχθηκε στη Ρωσία τον 16ο αιώνα και συνδέεται με την ιστορική και πολιτική θέση της Μόσχας μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Η αντίληψη είναι πως η Ρώμη ήταν η πρώτη πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και κέντρο της Δυτικής Χριστιανοσύνης, ενώ η Κωνσταντινούπολη θεωρήθηκε η «Δεύτερη Ρώμη», η συνέχεια της Ρωμαϊκής κληρονομιάς και ο φάρος της Ορθοδοξίας μέχρι την κατάληψή της από τους Οθωμανούς.
Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, η Μόσχα επιχειρεί να παρουσιάζεται ως φυσικός διάδοχος της βυζαντινής αυτοκρατορίας και ως κέντρο της Ορθοδοξίας, έχοντας την ευθύνη να διατηρήσει την πίστη και να προστατεύσει την εκκλησιαστική τάξη. Για τους Ρώσους το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι «αιχμάλωτο» σε μία μουσουλμανική χώρα (την Τουρκία) και ότι δεν μπορεί να ηγείται της Ορθοδοξίας. Ωστόσο, το Φανάρι απαντά ότι η οικουμενικότητα εξαρτάται από την πνευματική ακτινοβολία και την πιστότητα στην παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας.
newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου