Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026
Η αποψίλωση των δασών στέλνει νέους «στρατούς» κουνουπιών εναντίον των ανθρώπων
Κατά μήκος των ακτών της Βραζιλίας το Ατλαντικό Δάσος συγκεντρώνει εντυπωσιακή βιοποικιλότητα σε μια συνεχώς μειούμενη λωρίδα οικοτόπου με πτηνά, αμφίβια, ερπετά, θηλαστικά και ψάρια που δεν απαντώνται πουθενά αλλού.
Ωστόσο καθώς η ανάπτυξη προχωρά και μόνο περίπου το ένα τρίτο της αρχικής έκτασης του δάσους παραμένει άθικτο, τα ζώα εκτοπίζονται ή μειώνονται σε αριθμό. Μια νέα μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Frontiers in Ecology and Evolution» αναφέρει ότι τα κουνούπια που ζουν σε αυτά τα απομεινάρια του δάσους ενδέχεται να αντισταθμίζουν την κατάσταση τρεφόμενα συχνότερα από ένα… θήραμα που είναι πιο εύκολο να βρεθεί: τους ανθρώπους.
Στη μελέτη δείχνουμε ότι τα είδη κουνουπιών που συλλέξαμε σε απομεινάρια του Ατλαντικού Δάσους παρουσιάζουν σαφή προτίμηση στο να τρέφονται από ανθρώπους, δήλωσε ο Δρ. Τζερόνιμο Αλενκάρ, βιολόγος στο Ινστιτούτο Oswaldo Cruz στο Ρίο ντε Τζανέιρο, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας.
Αυτό είναι κρίσιμο, διότι σε ένα περιβάλλον όπως το Ατλαντικό Δάσος με μεγάλη ποικιλία δυνητικών σπονδυλωτών ξενιστών η προτίμηση στους ανθρώπους αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης παθογόνων, πρόσθεσε ο Δρ. Σέρτζιο Ματσάδο, ερευνητής μικροβιολογίας και ανοσολογίας στο Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, μέλος της ερευνητικής ομάδας.
Προτίμηση στους ανθρώπους
Για να διαπιστώσουν τι ακριβώς τσιμπούσαν τα κουνούπια, η ομάδα τοποθέτησε παγίδες φωτός σε δύο προστατευόμενες περιοχές στην πολιτεία του Ρίο ντε Τζανέιρο: Sítio Recanto Preservar και Οικολογικό Απόθεμα του Ποταμού Γκουαπιασού. Στο εργαστήριο επικεντρώθηκαν στα θηλυκά που ήταν εμφανώς γεμάτα αίμα, στη συνέχεια εξήγαγαν DNA από το αίμα και αλληλούχησαν ένα γονίδιο σπονδυλωτών που χρησιμοποιείται ως γενετικός δείκτης. Η αντιστοίχιση αυτών των γενετικών δεικτών με μια βάση δεδομένων αναφοράς επιτρέπει τον εντοπισμό του πιο πρόσφατου γεύματος του κουνουπιού.
Συνολικά οι ερευνητές συνέλεξαν 1,714 κουνούπια από 52 είδη, συμπεριλαμβανομένων 145 θηλυκών γεμάτων αίμα. Κατάφεραν να προσδιορίσουν την προέλευση 24 γευμάτων αίματος και τα περισσότερα προέρχονταν από ανθρώπους: 18 ήταν ανθρώπινα, μαζί με ένα αμφίβιο, έξι πτηνά, ένα αιλουροειδές και ένα ποντίκι. Μερικά κουνούπια είχαν τραφεί από περισσότερους από έναν ξενιστές, όπως το Cq Venezuelensis με αίμα αμφιβίου και ανθρώπου και το Cq Fasciolata με μικτά γεύματα που περιλάμβαναν σε μία περίπτωση τρωκτικό και πτηνό και σε άλλη πτηνό και άνθρωπο.
Οι ερευνητές υπέθεσαν ότι πολλαπλοί παράγοντες μπορεί να παίζουν ρόλο στην προτίμηση για το αίμα μας. Η συμπεριφορά των κουνουπιών είναι σύνθετη λέει ο Αλενκάρ. Παρότι ορισμένα είδη μπορεί να έχουν έμφυτες προτιμήσεις, η διαθεσιμότητα και η εγγύτητα των ξενιστών είναι εξαιρετικά επιδραστικοί παράγοντες.
Η εξάπλωση ασθενειών
Καθώς το Ατλαντικό Δάσος συρρικνώνεται λόγω της αποψίλωσης και οι άνθρωποι επεκτείνονται σε περιοχές που προηγουμένως ήταν δασικές πολλά φυτά και ζώα εξαφανίζονται. Ως αποτέλεσμα τα κουνούπια αλλάζουν συνήθειες και ενδιαιτήματα και πλησιάζουν περισσότερο τους ανθρώπους. Με λιγότερες φυσικές επιλογές διαθέσιμες τα κουνούπια αναγκάζονται να αναζητήσουν νέες εναλλακτικές πηγές αίματος. Καταλήγουν να τρέφονται περισσότερο από ανθρώπους για λόγους ευκολίας, καθώς είμαστε ο πιο διαδεδομένος ξενιστής σε αυτές τις περιοχές, εξήγησε ο Ματσάδο.
Τα τσιμπήματα δεν είναι απλώς ενοχλητικά. Στις περιοχές της μελέτης τα κουνούπια μεταδίδουν ποικιλία ιών όπως ο κίτρινος πυρετός, ο δάγκειος πυρετός, ο Ζίκα, ο Μαγιάρο, ο Σαμπιά και ο Τσικουνγκούνια, που προκαλούν ασθένειες οι οποίες απειλούν σοβαρά την ανθρώπινη υγεία και μπορεί να έχουν μακροχρόνιες αρνητικές συνέπειες. Η διερεύνηση της συμπεριφοράς αναζήτησης τροφής των κουνουπιών είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της οικολογικής και επιδημιολογικής δυναμικής των παθογόνων που μεταδίδουν, ανέφεραν οι ερευνητές.
Το σχετικά χαμηλό ποσοστό κουνουπιών γεμάτων αίμα, λίγο κάτω από 7 τοις εκατό, καθώς και το χαμηλό ποσοστό περιπτώσεων στις οποίες κατέστη δυνατός ο προσδιορισμός των γευμάτων αίματος, περίπου 38 τοις εκατό, αναδεικνύουν την ανάγκη για μελέτες με περισσότερα δεδομένα. Οι μελέτες αυτές θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιούν μεθόδους καταλληλότερες για τον εντοπισμό μικτών γευμάτων αίματος ώστε να προσδιορίζονται όλες οι πηγές τροφής.
Ήδη η μελέτη μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών πολιτικών και στρατηγικών για τον έλεγχο των κουνουπιών που μεταφέρουν ασθένειες και να βοηθήσει στην πρόβλεψη και πρόληψη μελλοντικών επιδημιών. Η γνώση ότι τα κουνούπια σε μια περιοχή έχουν ισχυρή προτίμηση στους ανθρώπους λειτουργεί ως προειδοποίηση για τον κίνδυνο μετάδοσης, επισήμανε ο Ματσάδο.
Αυτό επιτρέπει στοχευμένη επιτήρηση και δράσεις πρόληψης, κατέληξε ο Αλενκάρ. Μακροπρόθεσμα, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε στρατηγικές ελέγχου που λαμβάνουν υπόψη την ισορροπία του οικοσυστήματος.
Naftemporiki.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου