Γιώργος Σ. Κουλουβάρης • gkoul@naftemporiki.gr
Η πρωτότυπη θεατρική παράσταση «Με το Αμβούργο στην Πλάτη», σε κείμενο και σκηνοθεσία Μαριάννας Λιανού, εξερευνά τη μνήμη, την απώλεια και τη συνέχεια, κι ανεβαίνει στο H.ug (Human Underground) [Μελιταίων 14, Πετράλωνα].
Στο επίκεντρο του έργου, βρίσκεται ένας πίνακας· ο μόνος μάρτυρας μιας αλυσίδας γενεών. Ένα έργο τέχνης που μιλά, ανασαίνει και αφηγείται τα ίχνη των προγόνων του ζωγράφου του. Ένα ευρωπαϊκό λιμάνι γεμάτο ζωή, το Αμβούργο, γίνεται η εικόνα μιας ύπαρξης όχι πολύ μακριά από εμάς.
Σ’ ένα υπόγειο που θυμίζει τα βάθη της μνήμης, οι ερμηνευτές συνθέτουν μια ποιητική αφήγηση· ένα ταξίδι από το προσωπικό στο συλλογικό. Μια παράσταση για τη μοναξιά, τη συνέχεια, τη ρίζα· για την ανάγκη του ανθρώπου να υπάρξει μέσα από τη μνήμη και τη σύνδεση.
Η Μαριάννα Λιανού μίλησε μαζί μας.Το έργο κινείται έντονα στον άξονα της μνήμης και της κληρονομιάς· τι σας οδήγησε στη σύλληψή του;
«Η αφετηρία ήταν μια προσωπική ανάγκη να κατανοήσω πώς οι ιστορίες που δεν έζησα, εξακολουθούν να με καθορίζουν. Με ενδιέφερε η μνήμη όχι ως αφήγηση γεγονότων αλλά ως βάρος, ως εσωτερική γεωγραφία που περνά από γενιά σε γενιά, χωρίς πάντα να ζητά άδεια. Με απασχόλησε πολύ η ιδέα ότι κουβαλάμε μνήμες που δεν είναι δικές μας, αλλά δρουν μέσα μας σαν βιωμένες εμπειρίες. Το έργο γεννήθηκε από την επιθυμία να δώσω φωνή σε αυτό το αόρατο βάρος -όχι με όρους εξομολόγησης, αλλά ως ποιητική διερεύνηση της συνέχειας».
Η επιλογή ενός πίνακα ως κεντρικού «προσώπου» του έργου, είναι ιδιαίτερα ποιητική. Τι σας έδωσε αυτή η μη ανθρώπινη οπτική;
«Ο πίνακας μου επέτρεψε να μιλήσω για τον άνθρωπο, χωρίς να εγκλωβιστώ στο ψυχολογικό του περίγραμμα. Ως αντικείμενο-μάρτυρας. Ο πίνακας έχει την απόσταση του αντικειμένου και την ευαισθησία του μάρτυρα, έχει διαχρονικότητα, δεν γερνά, δεν ξεχνά με τον ίδιο τρόπο. Μπορεί να παρατηρεί γενιές να περνούν χωρίς να συμμετέχει ενεργά, κι αυτό του δίνει μια καθαρότητα ματιάς, που ένας ανθρώπινος χαρακτήρας δύσκολα θα είχε. Μέσα από αυτόν, η μνήμη γίνεται, σχεδόν, υλικό σώμα. Δεν κρίνει, δεν διεκδικεί, μόνο παρατηρεί και θυμάται».

«Πόσο από τον εαυτό μας κουβαλάμε και πόσο από εκείνους που ήρθαν πριν από εμάς;» Έχετε καταλήξει σε προσωπική απάντηση;
«Όχι σε μια απάντηση που να κλείνει το ερώτημα. Αντίθετα, κατέληξα στο ότι η ταυτότητα είναι μια συνεχής διαπραγμάτευση. Δεν είμαστε ούτε μόνο εμείς ούτε μόνο οι άλλοι. Είμαστε το σημείο συνάντησης. Και, ίσως, η ελευθερία να μη βρίσκεται στην αποκοπή από το παρελθόν, αλλά στη συνειδητή συνομιλία μαζί του, στο να αναγνωρίζουμε το κράμα μας και να το μετασχηματίζουμε».
Πιστεύετε ότι η μνήμη λειτουργεί, περισσότερο, ως συνδετικός κρίκος ή ως εμπόδιο;
«Η μνήμη έχει διπλή φύση. Μπορεί να μας ριζώσει και να μας κρατήσει ζωντανούς μέσα σε μια αλυσίδα ανθρώπων και τόπων, αλλά μπορεί και να μας καθηλώσει. Το ζήτημα δεν είναι αν θυμόμαστε, αλλά πώς. Αν η μνήμη μετατραπεί σε αφήγηση, σε μοίρασμα, τότε γίνεται γέφυρα. Αν μείνει άρρητη, γίνεται βάρος».

Το Αμβούργο εμφανίζεται ως εικόνα, μνήμη και σύμβολο. Γιατί ένα ευρωπαϊκό λιμάνι;
«Τα λιμάνια είναι κατεξοχήν τόποι μετάβασης. Δεν ανήκουν ούτε σε αυτούς που φεύγουν ούτε σε αυτούς που μένουν. Το Αμβούργο, ως ευρωπαϊκό λιμάνι, συμπυκνώνει την έννοια της μετακίνησης, της ανταλλαγής, της μνήμης που ταξιδεύει. Είναι μια πόλη-σύμβολο, για τις ζωές που βρίσκονται πάντα “ενδιάμεσα”· είναι μια πόλη-σύνορο και αυτό με ενδιέφερε βαθιά δραματουργικά».
Πιστεύετε ότι το έργο συνομιλεί με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα;
«Αναπόφευκτα. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι έννοιες της πατρίδας, της ταυτότητας και της καταγωγής επαναδιαπραγματεύονται συνεχώς. Το έργο δεν σχολιάζει πολιτικά τη σύγχρονη Ευρώπη, αλλά συνομιλεί υπόγεια με το βίωμα του ξεριζωμού, της μετακίνησης και της αναζήτησης ρίζας, μέσα σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο».
Πώς δουλέψατε με τους ερμηνευτές, ώστε να ισορροπήσει το προσωπικό με το συλλογικό στοιχείο;
«Η δουλειά βασίστηκε πολύ στην ακρόαση. Ζητήθηκε από τους ερμηνευτές να φέρουν υλικά μνήμης· όχι ως προσωπικές εξομολογήσεις, αλλά ως θραύσματα που μπορούν να ανήκουν σε όλους. Το ζητούμενο δεν ήταν να πουν “τη δική τους ιστορία”, αλλά να γίνουν φορείς μιας κοινής, σχεδόν ανώνυμης εμπειρίας».
Ως συγγραφέας και σκηνοθέτις, ποιο κομμάτι του έργου σας εκφράζει περισσότερο;
«Ίσως η αμφιβολία του. Το έργο δεν προσφέρει λύσεις, ούτε κλείνει νοήματα. Παραμένει ανοιχτό, ευάλωτο, σε αναζήτηση. Αυτό με εκφράζει βαθιά· η ανάγκη να μείνουμε μέσα στην ερώτηση χωρίς να τη βιαστούμε. Κι η στιγμή, που ο πίνακας προσπαθεί, απλώς, να συστηθεί. Αυτή η ανάγκη αναγνώρισης, με συγκινεί βαθιά».
Αν ο θεατής φύγει κρατώντας μία μόνο σκέψη ή αίσθηση, ποια θα θέλατε να είναι;
«Την αίσθηση ότι δεν είναι μόνος μέσα σε αυτό που κουβαλά. Ότι η μνήμη, όσο βαριά κι αν είναι, μπορεί να γίνει γέφυρα, ένας τόπος συνάντησης και όχι απομόνωσης».
Το Αμβούργο θα συνεχίσει το θεατρικό του ταξίδι μετά το H.ug;
«Θα ήθελα πολύ να συνεχίσει. Το έργο είναι από τη φύση του ένα ταξίδι και νιώθω ότι δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη τη διαδρομή του. Αν βρει νέους τόπους και νέους θεατές, τότε η μνήμη που πραγματεύεται θα συνεχίσει να ζει· κι αυτό είναι, ίσως, το πιο ουσιαστικό του ζητούμενο».

Ταυτότητα Παράστασης
Κείμενο & Σκηνοθεσία: Μαριάννα Λιανού
Δραματουργία: Σίμος Ρηνιώτης
Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Χανιώτη
Σκηνογραφία & κοστούμια: Μαριλένα Καλαιτζαντωνάκη
Μουσική: Σπύρος Λιβάνης
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Παίζουν: Γιώτα Χνάρη, Άννα Χανιώτη
Hχογράφηση: Νίκος Φλέσσας
Προπώληση εισιτηρίων: https://www.ticketservices.gr/event/hug-me-to-amburgo-stin-plati/?lang=en
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου