Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026
Τεκμήρια: Πηγαίνουν για αμφισβήτηση, εισπράττουν βαριά πρόστιμα
Γιώργος Παλαιτσάκης • gpalaitsakis@naftemporiki.gr
Υπέρογκα ποσά φόρων και προστίμων, πολύ μεγαλύτερα από αυτά που προσπαθούν να αποφύγουν, καλούνται να καταβάλουν όσοι αυτοαπασχολούμενοι ζητούν φορολογικό έλεγχο για να αμφισβητήσουν τα τεκμαρτά ποσά εισοδήματος που τους προσδιορίζουν τα αντικειμενικά κριτήρια.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι αρμόδιες φοροελεγκτικές υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) προχωρούν στο άνοιγμα των τραπεζικών τους λογαριασμών και διενεργούν εξονυχιστικούς ελέγχους στις κινήσεις των λογαριασμών αυτών.
Καλούν δε τους αμφισβητίες να δικαιολογήσουν ακόμη και μικροπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν στους λογαριασμούς τους. Συνήθως, οι φορολογούμενοι δεν καταφέρνουν να δικαιολογήσουν την προέλευση ενός τμήματος ή ακόμη και του συνόλου των εντοπιζόμενων μικροπιστώσεων, οπότε οι ελεγκτές της ΑΑΔΕ τούς επιβάλλουν φόρο 33% επί του συνολικού ποσού των αδικαιολόγητων (μικρο) πιστώσεων που έχουν εντοπίσει στους λογαριασμούς τους, καθώς χαρακτηρίζουν τα ποσά αυτών ως «προσαύξηση περιουσίας από αδήλωτες πηγές».
Επιπλέον, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο συνολικός φόρος που προκύπτει από τον έλεγχο είναι μεγαλύτερος από το συνολικό φόρο του εκκαθαριστικού σημειώματος τους επιβάλλουν και πρόστιμο ανακρίβειας 50% επί της πρόσθετης διαφοράς φόρου.
Το αποτέλεσμα
Το τελικό αποτέλεσμα είναι οι φορολογούμενοι αυτοί να καλούνται, εν τέλει, να πληρώσουν πολλαπλάσια ποσά φόρων και προστίμων από τα ποσά του φόρου εισοδήματος που τους έχουν καταλογιστεί με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια.
Συνολικά, περίπου 1.000 φορολογούμενοι που αμφισβητούν τα τεκμαρτά εισοδήματα τα οποία τους προσδιορίζει το σύστημα των αντικειμενικών κριτηρίων φορολόγησης και ζητούν να μειωθούν οι φόροι που προέκυψαν από την τεκμαρτή φορολόγηση ελέγχονται κάθε χρόνο από τις αρμόδιες φοροελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ και στις περισσότερες των περιπτώσεων όχι μόνο δεν γλιτώνουν από τα ποσά των φόρων αυτών αλλά καλούνται να πληρώσουν πολλαπλάσιου ύψους ποσά, στα οποία περιλαμβάνονται και βαριά πρόστιμα για υποβολή ανακριβών φορολογικών δηλώσεων.
Δύο περιπτώσεις
Χαρακτηριστικές είναι δύο περιπτώσεις φορολογουμένων που υπέβαλαν αιτήματα αμφισβήτησης των τεκμαρτών ποσών εισοδήματος που τους προσδιόρισαν τα αντικειμενικά κριτήρια και στο πλαίσιο των αιτημάτων αυτών ζήτησαν να ελεγχθούν φορολογικά.Στην πρώτη περίπτωση, φορολογούμενος αμφισβήτησε το τεκμαρτό καθαρό εισόδημα επιχειρηματικής δραστηριότητας ύψους 16.488,76 ευρώ και τον αναλογούντα φόρο ύψους 2.337,52 ευρώ, που του καταλόγισε, κατά την εκκαθάριση της φορολογικής του δήλωσης για το 2023, η αρμόδια υπηρεσία της ΑΑΔΕ, βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του ν. 5073/2023. Ο φορολογικός έλεγχος που ακολούθησε διενεργήθηκε με την έμμεση τεχνική της ανάλυσης ρευστότητας, στο πλαίσιο της οποίας ελήφθησαν υπόψη τα πάσης φύσεως και προέλευσης έσοδα και έξοδα του φορολογούμενου, με βάση στοιχεία που αντλήθηκαν μεταξύ άλλων και από τις κινήσεις των τραπεζικών του λογαριασμών. Ο έλεγχος είχε ως αποτέλεσμα να καταλογιστεί στον εν λόγω φορολογούμενο πρόσθετο φορολογητέο εισόδημα ύψους 39.311,62 ευρώ, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως «αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη-αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή και αιτία», σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013, και φορολογήθηκε με συντελεστή 33% από το πρώτο ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4172/2013. Ως εκ τούτου ο εν λόγω φορολογούμενος εκλήθη να καταβάλει επιπλέον φόρο εισοδήματος 12.972,83 ευρώ, πέραν των 2.337,52 που του είχαν βεβαιωθεί με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια. Επίσης, του καταλογίστηκε και πρόστιμο ανακρίβειας της φορολογικής του δήλωσης, ίσο με 50% του επιπλέον φόρου εισοδήματος. Ο φορολογούμενος υπέβαλε ενδικοφανή προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να περιορίσει τον επιπλέον φόρο εισοδήματος σε 4.189,90 ευρώ.
Στη δεύτερη περίπτωση, φορολογούμενος ελεύθερος επαγγελματίας υπέβαλε με τροποποιητική δήλωση αίτηση αμφισβήτησης του τεκμαρτού εισοδήματος ύψους 12.234,52 ευρώ, που του προσδιόρισε η ΑΑΔΕ με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του ν. 5073/2023, ζητώντας να του διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος.
Άνοιγμα λογαριασμών
Στο πλαίσιο του ελέγχου που ακολούθησε, η αρμόδια φοροελεγκτική υπηρεσία προχώρησε στο άνοιγμα των προσωπικών τραπεζικών του λογαριασμών και εντόπισε, σε έναν λογαριασμό, ποσό πιστώσεων συνολικού ύψους 8.361,29 ευρώ, το οποίο ο φορολογούμενος αν και εκλήθη να το δικαιολογήσει με βάση δηλωθέντα και φορολογηθέντα εισοδήματά του δεν τα κατάφερε, επειδή δεν προσκόμισε τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία. Έτσι η αρμόδια φοροελεγκτική υπηρεσία εξέλαβε το σύνολο των πιστώσεων αυτών που έγιναν στο όνομά του, στον λογαριασμό αυτόν, ως «προσαύξηση περιουσίας αγνώστου προέλευσης», βάσει της παραγράφου 4 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013, κι όχι ως κανονικό εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ακολούθως, επέβαλε φόρο με συντελεστή 33% στο συγκεκριμένο ποσό καταθέσεων. Αν και, μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, το φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου μειώθηκε από τα 12.234,52 ευρώ που είχε προσδιοριστεί με το εκκαθαριστικό της φορολογικής του δήλωσης, βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του ν. 5073/2023, στα 8.361,29 ευρώ, ο φόρος που εκλήθη να πληρώσει μετά τον έλεγχο ήταν πολύ μεγαλύτερος από τον αρχικό φόρο του εκκαθαριστικού. Κι αυτό συνέβη επειδή το ποσό των 8.361,29 ευρώ του φορολογητέου εισοδήματος που του προσδιόρισε ο έλεγχος φορολογήθηκε με 33%, ενώ το τεκμαρτό ποσό εισοδήματος των 12.234,52 ευρώ που είχε προσδιοριστεί στον φορολογούμενο με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια είχε φορολογηθεί με 9% για τα πρώτα 10.000 ευρώ και με 22% για τα επόμενα 2.234,52 ευρώ. Δηλαδή, ο συντελεστής φορολόγησης του χαμηλότερου εισοδήματος που προέκυψε από τον έλεγχο ήταν αυξημένος κατά 50% έως και 266,66% σε σύγκριση με τους συντελεστές φορολόγησης του υψηλότερου τεκμαρτού εισοδήματος. Το αποτέλεσμα ήταν ο τελικός φόρος που εκλήθη να πληρώσει να είναι υπερδιπλάσιος, καθώς προσδιορίστηκε σε 2.645,80 ευρώ έναντι 1.279,31 ευρώ που του είχε καταλογιστεί με το εκκαθαριστικό της φορολογικής του δήλωσης, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.
Επειδή η αρχική φορολογική του δήλωση χαρακτηρίστηκε ανακριβής, οι ελεγκτές τού καταλόγισαν πρόστιμο ανακρίβειας ύψους 683,25 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο 50% επί της διαφοράς των 1.366,49 ευρώ μεταξύ του φόρου των αντικειμενικών κριτηρίων και του φόρου που προέκυψε από τον έλεγχο (1.366,49 ευρώ = 2.645,80 ευρώ μείο
naftemporiki.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου