Έναν χρόνο μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, τίποτα δεν είχε ακόμη κριθεί οριστικά για την τύχη της Ελλάδας. Η Επανάσταση είχε αλλάξει τους συσχετισμούς, όμως το ερώτημα που απασχολούσε τις ευρωπαϊκές αυλές παρέμενε ανοιχτό: θα προέκυπτε ένα ανεξάρτητο κράτος ή μια αυτόνομη, αλλά υποτελής, οντότητα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία;
Την ώρα που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε εμπλακεί σε νέο πόλεμο με τη Ρωσία, η διπλωματία έπαιρνε τη σκυτάλη από τα πεδία των μαχών.
Στο Λονδίνο, αλλά και στον Πόρο, όπου από τον Σεπτέμβριο του 1828 συνεδρίαζαν οι πρεσβευτές της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, διαμορφωνόταν σταδιακά ένα σχέδιο για το μέλλον της Ελλάδας.
Στις συζητήσεις αυτές δεν απουσίαζε η ελληνική πλευρά. Ο Ιωάννης Καποδίστριας, μέσα από υπομνήματα που απέστειλε στους πρεσβευτές, επιχείρησε να επηρεάσει τις αποφάσεις, διεκδικώντας ένα κράτος με σαφή γεωγραφικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Οι προτάσεις που κατατέθηκαν στον Πόρο έδειχναν να λαμβάνουν υπόψη, έστω εν μέρει, τις ελληνικές θέσεις: εισηγούνταν ένα κράτος που θα εκτεινόταν νότια της γραμμής που συνέδεε τον Αμβρακικό με τον Παγασητικό κόλπο.
Ωστόσο, η πραγματικότητα της διπλωματίας αποδείχθηκε πιο σύνθετη. Πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι εργασίες της διάσκεψης, υπογράφηκε στο Λονδίνο, τον Νοέμβριο του 1828, ένα πρωτόκολλο που περιόριζε δραστικά την προοπτική του νέου κράτους. Στα όρια που προέβλεπε, η Στερεά Ελλάδα έμενε εκτός, ενώ το υπό διαμόρφωση μόρφωμα περιοριζόταν ουσιαστικά στην Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες.
Ήταν μια εξέλιξη που έδειχνε ξεκάθαρα ότι το ελληνικό ζήτημα δεν κρινόταν μόνο από τις θυσίες των επαναστατών, αλλά και από τις ισορροπίες συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων.
Το Πρωτόκολλο του 1829: Το πρώτο «σχέδιο Ελλάδας»
Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 10ης/22ας Μαρτίου 1829 αποτέλεσε μια καθοριστική καμπή. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επανήλθαν στην πρόταση της διάσκεψης του Πόρου και υιοθέτησαν τη συνοριακή γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού, διευρύνοντας σημαντικά τα όρια του μελλοντικού ελληνικού κράτους.
Η απόφαση αυτή δεν σήμαινε ακόμη πλήρη ανεξαρτησία. Το καθεστώς του νέου κράτους παρέμενε υπό διαμόρφωση και η σχέση του με την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχε οριστικά αποσαφηνιστεί.
Επιπλέον, σημαντικές περιοχές, όπως η Κρήτη, έμεναν εκτός των νέων συνόρων, υπενθυμίζοντας ότι η «Ελλάδα» που σχεδιαζόταν δεν ταυτιζόταν πλήρως με τις προσδοκίες των επαναστατημένων πληθυσμών.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξε η διεθνής συγκυρία. Η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο με τη Ρωσία και η Συνθήκη της Αδριανούπολης, λίγους μήνες αργότερα, υποχρέωσαν την Υψηλή Πύλη να αποδεχθεί τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Με τον τρόπο αυτό, το Πρωτόκολλο του 1829 απέκτησε ουσιαστικό αντίκρισμα και δεν έμεινε απλώς ένα ακόμη διπλωματικό κείμενο.
Το επόμενο βήμα δεν άργησε να έρθει. Στις αρχές του 1830, με ένα νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, η Ελλάδα αναγνωρίστηκε πλέον ως κράτος κυρίαρχο και ανεξάρτητο, και όχι ως φόρου υποτελής περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα σύνορα επανακαθορίστηκαν –αυτή τη φορά μεταξύ Αχελώου και Σπερχειού–, και η συγκρότηση του νέου κράτους πήρε πιο σαφή μορφή.
Κοιτάζοντας πίσω, γίνεται φανερό ότι η ανεξαρτησία της Ελλάδας δεν ήταν αποτέλεσμα μιας και μόνο στιγμής, ούτε μιας και μόνο απόφασης. Ήταν η κατάληξη μιας διαδικασίας γεμάτης διαβουλεύσεις, ανατροπές και συμβιβασμούς. Το Πρωτόκολλο της 22ας Μαρτίου 1829 δεν έδωσε την τελική λύση· έθεσε όμως τις βάσεις πάνω στις οποίες αυτή θα οικοδομηθεί.

Καθώς πλησιάζει η επέτειος της 25ης Μαρτίου, η ημερομηνία αυτή υπενθυμίζει ότι η πορεία προς την ανεξαρτησία δεν γράφτηκε μόνο με μάχες και θυσίες, αλλά και με υπογραφές, διαπραγματεύσεις και δύσκολες αποφάσεις. Και ότι η Ελλάδα, πριν ακόμη αναγνωριστεί ως κράτος, είχε ήδη αρχίσει να παίρνει μορφή – όχι μόνο στα πεδία των συγκρούσεων, αλλά και στα τραπέζια της ευρωπαϊκής διπλωματίας, εκεί όπου, τελικά, κρίθηκε η Επανάσταση.
pontosnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου