Γιώργος Σ. Κουλουβάρης • gkoul@naftemporiki.gr
Οι «Αναχωρήσεις» είναι ένα έργο μυθοπλασίας· αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι αληθινό. Είναι η ιστορία του Στίβεν και της Τζιν, που ερωτεύονται όταν είναι νέοι και ξαναβρίσκονται όταν είναι γέροι.
Είναι η ιστορία ενός γέρικου Τζακ Ράσελ ονόματι Τζίμι, που αγνοεί την ίδια του τη θνητότητα.
Είναι, επίσης, η ιστορία του πώς το σώμα μάς απογοητεύει λόγω ηλικίας, ασθένειας, ατυχήματος ή πρόθεσης και του πώς οι εμπειρίες ξεθωριάζουν, γίνονται ανέκδοτα και στη συνέχεια αναμνήσεις. Έχει, τελικά, σημασία αν αυτό που θυμόμαστε συνέβη πραγματικά; Ή παίζει ρόλο μόνο το ότι ήταν αρκετά σημαντικό ώστε να το θυμόμαστε;

Οι «Αναχωρήσεις» είναι ένα έργο που ξεκινά στο τέλος της ζωής, μα δεν τελειώνει εκεί. Πραγματεύεται τα μόνα πράγματα που έχουν στ’ αλήθεια σημασία: πώς βρίσκουμε την ευτυχία σ’ αυτή τη ζωή και πότε είναι η ώρα να πούμε αντίο.
«…“όλοι γνωρίζουμε” πως “η μνήμη είναι ταυτότητα” και ότι χωρίς μνήμη δεν είμαστε παρά ένα τίποτα που παραδέρνει. Η Ντόντι Σμιθ να “νομίζει” ότι θυμάται πως ήταν διάσημη συγγραφέας, αλλά να μην είναι σίγουρη. Η ηλικιωμένη μητέρα μου να είναι “έξαλλη” μαζί μου επειδή την έστησα τρεις φορές στο γήπεδο του τένις, ενώ στην πραγματικότητα ήταν καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι στο νοσοκομείο. Η γιαγιά μου στα γεράματα να πιστεύει πως η κόρη της (η μητέρα μου) ήταν στην πραγματικότητα η μικρότερη αδερφή της, που είχε πεθάνει από φυματίωση πριν από εξήντα και πλέον χρόνια. Τρεις γυναίκες οι οποίες, σε διαφορετικό στάδιο η καθεμιά, “τα είχαν χαμένα” -κι αυτό που ήταν “χαμένο” ήταν η ίδια τους η ταυτότητα. Χωρίς μνήμη, καμία ταυτότητα.
Ο πολυβραβευμένος Βρετανός Τζούλιαν Μπαρνς (1946), ένας από τους πιο σημαντικούςσύγχρονους συγγραφείς, με τις «Αναχωρήσεις» μάς παραδίδει ένα παιχνιδιάρικο όσο και
βαθύ έργο για τη μνήμη, τον έρωτα αλλά και για το τέλος μιας συγγραφικής ζωής.
Ωστόσο δεν είμαι τόσο σίγουρος τώρα πια. Όσοι έχουν σώας τας φρένας και γερή μνήμη παρατηρούν τι χάνουν όσοι πάσχουν από άνοια, τι ξεχνά το μυαλό τους, τι μπερδεύουν. Για έναν άνθρωπο που βρίσκεται στο απώτατο άκρο του φάσματος λέμε (ή λέγαμε) πως είναι “φυτό”, λες και έχει αποστραγγιστεί από μέσα του κάθε ίχνος ζωής, ζωικής και ανθρώπινης. Το 1870 πέθανε ο Ζιλ ντε Γκονκούρ, τρελός από τριτογενή σύφιλη. Ο αδερφός του Εντμόντ κατέγραψε την παρακμή του: πρώτα ξέχασε τους τίτλους όλων των βιβλίων του, έπειτα εμφανίστηκε στο πρόσωπό του “η καταβεβλημένη μάσκα της ηλιθιότητας”. Κάποια στιγμή ο Εντμόντ ρώτησε τον Ζιλ πού βρισκόταν. “Μακριά στο διάστημα” απάντησε εκείνος “στο κενό διάστημα”. “Αυτός” βρισκόταν ακόμη “εκεί”, έστω κι αν οι λέξεις δεν σήμαιναν πια ό,τι σήμαιναν κάποτε. Ο Ζιλ και το μυαλό του βρίσκονταν σ’ έναν τόπο όπου δεν είχαν ξαναβρεθεί. Κι όμως δεν ήταν νεκρός, ακόμη ανταποκρινόταν όταν τον φώναζαν με τ’ όνομά του, ήταν ακόμη “ο εαυτός του” κάτω από “όλο αυτό” -τουλάχιστον έτσι πίστευε ο αδερφός του, όπως και όλοι εμείς όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι μ’ έναν αγαπημένο μας που πάσχει από άνοια. Δεν έχει μεταμορφωθεί σε κάποιον άλλο. Ακόμα κι εκείνος ο στυλοβάτης της κοινότητας, που έζησε μια ευθύγραμμη και περιορισμένη ζωή και τώρα ξαφνικά ξεσπά σε γεροντική κοπρολαλία, δεν έχει καταληφθεί από κάποιο άλλο πρόσωπο, από κάποιο άλλο πνεύμα (όσο κι αν θα θέλαμε να το πιστέψουμε). Η κοπρολαλία του πιθανότατα υπήρχε πάντα εκεί, στον εγκέφαλό του -όπως ίσως υπάρχει και στους δικούς μας- περιμένοντας κάποιο ερέθισμα […] για να εκδηλωθεί. Ίσως λοιπόν ενδώσουμε στον πειρασμό να συμπεράνουμε ότι, ενώ σε πρακτικό επίπεδο η μνήμη είναι ταυτότητα και η ταυτότητα μνήμη, σε απόλυτους όρους κάποια ταυτότητα, όσο αποσυνδεδεμένη, όσο ξεκρέμαστη κι αν είναι, φαίνεται να επιβιώνει. Όσο κι αν κατοικεί “στο διάστημα, στο κενό διάστημα”, όσο κι αν δεν αναγνωρίζεται, είναι ακόμη εκεί, ακόμα κι όταν η μνήμη έχει χαθεί.
Από την άλλη, ίσως αυτό να είναι απλώς μια συναισθηματική ελπίδα από την πλευρά μας, μια άρνηση να παραδεχτούμε ότι η ολοκληρωτική απουσία είναι απολύτως δυνατή πριν από την τελική απουσία. Ούτε και θα μπορέσουμε να αναφέρουμε εάν ισχύει όντως κάτι τέτοιο, όταν θα έχουμε προχωρήσει πολύ σ’ εκείνον τον δρόμο -σ’ εκείνο το μονοπάτι».
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου