Μανόλης Μανούτσογλου *
Ο πρόσφατος ευρωπαϊκός καύσωνας έδωσε αφορμή για πληθώρα δραματικών προβλέψεων και βεβιασμένων συμπερασμάτων.
Σε αρκετές περιπτώσεις δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι οι εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες που καταγράφονται σήμερα στην Ευρώπη αποτελούν ένα πρωτοφανές φαινόμενο και ότι οι καύσωνες των τελευταίων ετών στερούνται ιστορικών αναλόγων. Ωστόσο, η αξιολόγηση ενός ακραίου καιρικού γεγονότος απαιτεί πάντοτε ένα μακρύ χρονικό πλαίσιο αναφοράς. Όσο περισσότερο επεκτείνεται το αρχείο των παρατηρήσεων προς το παρελθόν, τόσο πληρέστερη γίνεται η εικόνα για το τι αποτελεί πραγματικά πρωτοφανές και τι εντάσσεται στη φυσική μεταβλητότητα του κλίματος. Με αυτό το σκεπτικό, οι Yule και συνεργάτες (2023) ανέλυσαν το μακροβιότερο αρχείο ημερήσιων θερμοκρασιών της Κεντρικής Αγγλίας (HadCET), καλύπτοντας την περίοδο 1878–2022, ώστε να τοποθετήσουν πρόσφατους καύσωνες στο σωστό ιστορικό τους πλαίσιο. Οι ερευνητές επανέλαβαν την ανάλυση αφού πρώτα αφαίρεσαν μαθηματικά τη σταδιακή αύξηση της μέσης θερμοκρασίας που παρατηρείται από τα τέλη του 19ου αιώνα. Με αυτόν τον τρόπο εξέτασαν αν οι ιστορικοί καύσωνες παραμένουν ακραίοι ακόμη και όταν αγνοηθεί η γενική μακροχρόνια αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του κλίματος. Τα αποτελέσματα της μελέτης αποδεικνύονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Όπως φαίνεται στην εικόνα 1, η εμφάνιση εξαιρετικά ισχυρών επεισοδίων δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης εποχής. Στην περίοδο 1878–2022 εντοπίστηκαν αρκετοί καύσωνες και ιδιαίτερα τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα με ένταση συγκρίσιμη με πολλούς πρόσφατους καύσωνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι για καθέναν από τους τρεις θερινούς μήνες (Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο), τουλάχιστον ένα από τα δέκα εντονότερα επεισόδια καταγράφηκε πριν από το 1927. Για παράδειγμα, ο Ιούνιος του 1878, ο Ιούλιος του 1923 και ο Αύγουστος του 1911 συγκαταλέγονται μεταξύ των ισχυρότερων θερμικών επεισοδίων ολόκληρου του αρχείου παρατηρήσεων.
Εκτός της Γηραιάς Αλβιώνος, η ευρωπαϊκή ήπειρος γνώρισε επανειλημμένα καταστροφικούς καύσωνες, οι οποίοι προκάλεσαν εκτεταμένη ξηρασία, λιμούς, μεγάλες πυρκαγιές και δεκάδες χιλιάδες θανάτους που έχουν καταγραφείαπό το τέλος του ύστερου Μεσαίωνα (περίπου από το 1500 μ.Χ.). Η γνώση αυτού του παρελθόντος δεν αναιρεί τις σύγχρονες προκλήσεις, αποτελεί όμως απαραίτητη προϋπόθεση για μια συζήτηση βασισμένη στα ιστορικά δεδομένα και όχι στη δημιουργία εντυπώσεων.
Εικόνα 1: Σύγκριση των ετών με καύσωνες στους καλοκαιρινούς μήνες, που προέκυψαν από τα αρχικά δεδομένα θερμοκρασίας, και από τα ίδια αρχικά δεδομένα αφού αφαιρέθηκε μαθηματικά η σταδιακή μακροχρόνια αύξηση της μέσης θερμοκρασίας. Οι γκρίζες γραμμές δείχνουν τα κοινά έτη καύσωνα, οι πορτοκαλί γραμμές έτη που εντοπίζονται μόνο στα αρχικά δεδομένα και οι μπλε γραμμές έτη που εμφανίζονται μόνο μετά την αφαίρεση της μακροχρόνιας τάσης. Η πολύ μεγάλη συμφωνία των δύο προσεγγίσεων δείχνει ότι οι περισσότεροι ιστορικοί καύσωνες ήταν πραγματικά ακραία μετεωρολογικά επεισόδια και όχι απλώς αποτέλεσμα της σταδιακής αύξησης της μέσης θερμοκρασίας (Yule et al., 2023).Στις πρόσφατες δεκαετίες, κάθε νέο κύμα καύσωνα συνοδεύεται από την ίδια διαπίστωση: οι ηλικιωμένοι αποτελούν τη σημαντικότερη ομάδα κινδύνου. Ωστόσο, αυτή η εικόνα δεν ίσχυε πάντοτε. Αν επιστρέφαμε έναν αιώνα πίσω, θα διαπιστώναμε ότι οι καύσωνες δεν απειλούσαν κυρίως τους ηλικιωμένους αλλά τα βρέφη, τα μικρά παιδιά και τους νέους εργάτες. Η μεταβολή αυτή δεν οφείλεται σε αλλαγή της ανθρώπινης βιολογίας, αλλά στη θεαματική πρόοδο της τεχνολογίας, της δημόσιας υγείας και των κοινωνικών συνθηκών (Robine et al., 2008).
Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι καύσωνες συνδέονταν με πολύ υψηλή βρεφική και παιδική θνησιμότητα. Ο ιστορικός καύσωνας του 1911, ο οποίος έπληξε μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης από τις αρχές Ιουλίου έως τα μέσα Σεπτεμβρίου, θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες υγειονομικές κρίσεις που προκάλεσε η ακραία ζέστη στην προπολεμική Ευρώπη (Pozzi & Fariñas, 2010). Οι υψηλές θερμοκρασίες διατηρήθηκαν επί εβδομάδες χωρίς ουσιαστική νυχτερινή δροσιά, ενώ στις περισσότερες πόλεις δεν υπήρχαν ακόμη ηλεκτρικά ψυγεία ούτε ασφαλή συστήματα συντήρησης τροφίμων. Το νωπό γάλα, βασική τροφή των βρεφών, αλλοιωνόταν μέσα σε λίγες ώρες, ιδιαίτερα στις εργατικές συνοικίες όπου οι συνθήκες υγιεινής ήταν υποβαθμισμένες. Η κατανάλωση μολυσμένου γάλακτος και τροφίμων οδηγούσε σε εκτεταμένες επιδημίες γαστρεντερίτιδας και οξείας διάρροιας, οι οποίες προκαλούσαν ταχύτατη αφυδάτωση στα μικρά παιδιά. Η άμεση θερμική καταπόνηση δεν ήταν η μοναδική αιτία θανάτου. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η ακραία ζέστη λειτούργησε κυρίως ως πολλαπλασιαστής του κινδύνου, επιταχύνοντας την αλλοίωση των τροφίμων, αυξάνοντας τη μικροβιακή επιβάρυνση και επιδεινώνοντας τις ήδη δύσκολες συνθήκες δημόσιας υγείας της εποχής. Για τον λόγο αυτό, σε πολλές περιοχές της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και των Κάτω Χωρών, τα βρέφη και τα παιδιά κάτω των πέντε ετών αποτέλεσαν τη σημαντικότερη ομάδα των επιπλέον ετήσιων θανάτων που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια του καύσωνα (Pozzi & Fariñas, 2010). Παράλληλα, στις αγροτικές κοινωνίες της Ευρώπης, οι νέοι ενήλικες αποτελούσαν επίσης ομάδα υψηλού κινδύνου. Η εργασία στα χωράφια συνεχιζόταν ακόμη και κατά τις θερμότερες ώρες της ημέρας, χωρίς δυνατότητα διακοπής ή λήψης επαρκών μέτρων προστασίας. Ιστορικές καταγραφές από τον καύσωνα του 1911 στη Βρετανία αναφέρουν μάλιστα ότι η εργασία εργατών γηςκαι εργαζομένων σε σιδηρουργεία διακόπηκε λόγω της ακραίας ζέστης, ένδειξη της σοβαρότητας της θερμικής καταπόνησης που αντιμετώπιζαν οι εργαζόμενοι σε βαριά υπαίθρια εργασία (Yule et al., 2023).
Η εικόνα αυτή άλλαξε ριζικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διάδοση του ηλεκτρικού ψυγείου, η καθολική εφαρμογή της παστερίωσης, η ευρεία χρήση των αντιβιοτικών, η ασφαλής ύδρευση και η σημαντική βελτίωση της παιδιατρικής περίθαλψης περιόρισαν δραστικά τις λοιμώξεις που μέχρι τότε αποτελούσαν την κύρια αιτία θανάτου των παιδιών κατά τη διάρκεια των καυσώνων. Με άλλα λόγια, η τεχνολογία δεν εξαφάνισε τους καύσωνες, εξαφάνισε όμως τις σημαντικότερες αιτίες που καθιστούσαν τα παιδιά τα βασικά τους θύματα. Και αυτό φαίνεται από τα δεδομένα της σύγχρονης επιστημονικής βιβλιογραφίας, τα οποία εμφανίζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Ο ευρωπαϊκός καύσωνας του 2003 προκάλεσε περισσότερους από 70.000 επιπλέον θανάτους, με τη μεγάλη πλειονότητα να αφορά άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών (Robine et al., 2008). Μελέτη για τον ίδιο καύσωνα στη Γαλλία έδειξε ακόμη ότι ο κίνδυνος θανάτου αυξανόταν προοδευτικά με την ηλικία, ενώ ιδιαίτερα ευάλωτοι ήταν οι ηλικιωμένοι που ζούσαν μόνοι ή κατέληγαν στο σπίτι τους και όχι σε νοσοκομεία (Fouillet et al., 2006).
Αντίστοιχα, η ανάλυση των δεδομένων από τον καύσωνα του καλοκαιριού του 2022, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Medicine, υπολόγισε περίπου 61.700 θανάτους από τη ζέστη στην Ευρώπη, με το μεγαλύτερο ποσοστό να αφορά ηλικιωμένους και ιδιαίτερα γυναίκες άνω των 80 ετών (Ballester et al., 2023). Η αυξημένη ευπάθεια των ηλικιωμένων οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: μειωμένη ικανότητα εφίδρωσης, δυσκολότερη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος, συχνότερα καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα, φαρμακευτικές αγωγές που αυξάνουν την αφυδάτωση, μειωμένη αντίληψη του αισθήματος δίψας.
Η μοναξιά, δηλαδή η κοινωνική διάσταση ενός φαινομένου που εξαπλώνεται ραγδαία στις κοινωνίες μας, ως παράγοντας κινδύνου, αποδεικνύεται εξίσου σημαντική με τους βιολογικούς κινδύνους. Οι περισσότεροι θάνατοι των σύγχρονων καυσώνων αφορούν ηλικιωμένους που ζουν μόνοι, δεν έχουν καθημερινή υποστήριξη ή διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κλιματισμό λόγω οικονομικών προβλημάτων ή/και περιορισμών. Παράλληλα, η αστική θερμική νησίδα (μπετόν, άσφαλτος, ελάχιστο έως μηδενικό πράσινο και χιλιάδες κλιματιστικά) διατηρεί υψηλές θερμοκρασίες ακόμη και τη νύχτα, στερώντας από τον οργανισμό τον απαραίτητο χρόνο για να αποβάλει τη συσσωρευμένη θερμότητα. Η νυχτερινή θερμική καταπόνηση αποτελεί σήμερα έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες αύξησης της θνησιμότητας στις ευρωπαϊκές πόλεις (Ballester et al., 2023).
Η ιστορία των καυσώνων δείχνει ότι τα φυσικά φαινόμενα δεν έχουν πάντοτε τα ίδια θύματα. Η ίδια υψηλή θερμοκρασία έχει προσβάλλει διαχρονικά διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, ανάλογα με το επίπεδο της προσπελάσιμης τεχνολογίας, της δημόσιας υγείας και της δημογραφικής σύνθεσης μιας κοινωνίας. Πριν από έναν αιώνα, οι καύσωνες αποκάλυπταν την αδυναμία προστασίας των παιδιών από τις λοιμώξεις και την αφυδάτωση. Σήμερα αναδεικνύουν μια νέα πρόκληση: την προστασία ενός ολοένα γηραιότερου πληθυσμού που ζει σε ολοένα θερμότερες πόλεις. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό δεν είναι αν θα υπάρξουν νέοι καύσωνες. Η ιστορική εμπειρία και τα κλιματολογικά δεδομένα δείχνουν ότι θα υπάρξουν. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι κοινωνίες μας θα καταφέρουν να προστατεύσουν εκείνους που η ίδια η πρόοδος έχει καταστήσει περισσότερο ευάλωτους: τους ηλικιωμένους που ζουν μόνοι στις πόλεις, όπου, εξαιτίας της αστικής θερμικής νησίδας, οι νύχτες των καυσώνων δεν προσφέρουν πλέον τη φυσική ανακούφιση που πρόσφεραν άλλοτε. Ας μη στρέφουμε λοιπόν αποκλειστικά το βλέμμα μας σε μακρινές περιοχές του πλανήτη, αναζητώντας την εξήγηση κάθε προβλήματος σε στατιστικούς δείκτες που προκύπτουν από μια εξαιρετικά σύνθετη πλανητική παράμετρο, όπως η μέση θερμοκρασία της Γης. Ας κοιτάξουμε πρώτα τη «δική μας γειτονιά»: το τσιμέντο που αντικατέστησε το πράσινο, την έλλειψη σκίασης και φυσικού αερισμού, την εγκατάλειψη των δημόσιων χώρων και τη μοναξιά των ανθρώπων που ζουν δίπλα μας. Η πραγματικότητα αυτή δεν διαμορφώθηκε από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι το αποτέλεσμα διαχρονικών πρακτικών επιλογών στις πολεοδομίες, στις μεταφορές, στη διαχείριση του δημόσιου χώρου και στις προτεραιότητες της όποιας ανάπτυξης, επιλογών που υποβάθμισαν το αστικό πράσινο και την ποιότητα ζωής στο όνομα της άμεσης οικονομικής ή/και οικοδομικής αξιοποίησης. Οι πρακτικές αυτές είναι αποτέλεσμα πολιτικών που μπορούν να αλλάξουν. Αν θέλουμε πιο δροσερές, πιο ανθρώπινες και πιο ανθεκτικές πόλεις, δεν αρκεί να διαπιστώνουμε μόνο τα προβλήματα. Οφείλουμε και εμείς να στηρίξουμε έμπρακτα πολιτικές που θέτουν ως προτεραιότητα την προστασία και την ενίσχυση του αστικού πρασίνου, την αναβάθμιση των δημόσιων χώρων και την ουσιαστική μέριμνα προς τους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας. Γιατί τελικά η μάχη απέναντι στους καύσωνες δεν θα κερδηθεί μόνο στις παγκόσμιες διασκέψεις και στα στατιστικά διαγράμματα, αλλά στις γειτονιές όπου ζούμε, σχεδιάζουμε και διεκδικούμε μια καλύτερη ποιότητα ζωής.
Βιβλιογραφία
Ballester, J., Robine, J.M., Herrmann, F.R. et al. (2023). Heat-related mortality in Europe during the summer of 2022. Nature Medicine, 29, 1857–1866.
Fouillet, A., Rey, G., Laurent, F. et al. (2006). Excess mortality related to the August 2003 heat wave in France. International Archives of Occupational and Environmental Health, 80, 16–24.
Pozzi, L. & Fariñas, D.R. (2010). The Heat-Wave of 1911. A Largely Ignored Trend Reversal in the Italian and Spanish Transition?. Annales de démographie historique 2010/2 n° 120, pp. 147–178.
Robine, J.M., Cheung, S.L.K., Le Roy, S. et al. (2008). Death toll exceeded 70,000 in Europe during the summer of 2003. Comptes Rendus Biologies, 331, 171–178.
Yule, E.L., Hegerl, G., Schurer, A. & Hawkins, E. (2023). Using early extremes to place the 2022 UK heat waves into historical context. Atmospheric Science Letters, 24(7), 1-14.
*Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου