Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Σύνοδος κορυφής ΝΑΤΟ: Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται – Οι ΗΠΑ τσεπώνουν τη μερίδα του λέοντος


Μιχάλης Ψύλος • psilosm@naftemporiki.gr

Με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις εντάσεις γύρω από το Ιράν να συνεχίζονται χωρίς ορατό τέλος, οι 32 ηγέτες των χωρών μελών του ΝΑΤΟ συναντώνται την προσεχή Τρίτη και Τετάρτη στο νεοοθωμανικό παλάτι του προέδρου Ερντογάν στην Άγκυρα, με στόχο να να καθορίσουν έναν κοινό οδικό χάρτη για το μέλλον της Συμμαχίας.

Με τις γεωπολιτικές εντάσεις να αυξάνονται, μαζί με τις ανησυχίες σχετικά με την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη, η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ είναι μια δοκιμασία για όλους τους συμμετέχοντες, τονίζει ο Σιρίλ Μπρετ, αναπληρωτής ερευνητής στο Ινστιτούτο Jacques Delors: «Είναι μια δοκιμασία για την ικανότητα των Ευρωπαίων να διατηρήσουν μια σωστή σχέση με την Ουάσινγκτον, επιδιώκοντας παράλληλα τις δικές τους προτεραιότητες. Και είναι επίσης μια δοκιμασία για την κυβέρνηση Τραμπ, ώστε να δείξει ότι δεν έχει αποξενώσει εντελώς όλα τα δίκτυα συμμαχιών της», αναλύει ο Γάλλος ειδικός.

Επί μήνες, ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ επιτίθεται στους Ευρωπαίους συμμάχους του, κατηγορώντας τους για έλλειψη υποστήριξης κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά του Ιράν.

Και το ερώτημα είναι αν οι ευρωπαϊκές χώρες μέλη του ΝΑΤΟ θα εμφανιστούν πρόθυμες να αποδεχτούν τις επιταγές που απαιτούνται για να «επιδιορθώσουν» τον ιστό της συμμαχίας που διαλύθηκε από την Ουάσιγκτον.
Το διακύβευμα

Η πρώτη «επιταγή» είναι η δέσμευση για την παροχή χρηματοδότησης για την πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας κατά τα επόμενα δύο χρόνια, η οποία πιστοποιήθηκε στο σχέδιο της «τελικής διακήρυξης» της συνόδου κορυφής. Το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο ενέκρινε στρατιωτική υποστήριξη προς το Κίεβο ύψους 70 δισεκατομμυρίων ευρώ τόσο για το 2026, όσο και για το 2027.

Το δεύτερο διακύβευμα είναι η εφαρμογή και από τα 32 μέλη του ΝΑΤΟ της απόφασης που ελήφθη στην τελευταία σύνοδο κορυφής στη Χάγη: να διατεθεί – χωρίς κανένα λογιστικό τέχνασμα – το 5% του ΑΕΠ κάθε χώρας για τις αμυντικές δαπάνες του Ατλαντικού Συμφώνου, οι οποίες μέχρι σήμερα βαρύνουν σε μεγάλο βαθμό την Ουάσιγκτον, τουλάχιστον σύμφωνα με τον πρόεδρο Τραμπ.

«Δεν υπάρχει κανένα όφελος από την προστασία των ευρωπαϊκών χωρών. Είναι γελοίο για τις Ηνωμένες Πολιτείες να συνεχίζουν σε αυτή τη μονομερή πορεία όταν η σχέση δεν είναι αμοιβαία», είναι το μήνυμα που έστειλε ο Τραμπ, τέσσερις ημέρες πριν από την έναρξη της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ

Ο Αμερικανός πρόεδρος δημοσίευσε μάλιστα μια λεπτομερή λίστα: «Ξοδεύουμε περισσότερα χρήματα στο ΝΑΤΟ από οποιαδήποτε άλλη χώρα, προστατεύοντάς τους, χωρίς να αποκομίζουμε κανένα όφελος: 999 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Γερμανία συνεισφέρει 120 δισεκατομμύρια δολάρια, το Ηνωμένο Βασίλειο 90,5 δισεκατομμύρια. Η Γαλλία 66,5, η Ιταλία 48,8, η Πολωνία 44,3 , η Ισπανία 35 και οι υπόλοιπες χώρες πολύ λιγότερα».

Ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, φρόντισε να αυξήσει το διακύβευμα, προειδοποιώντας για άμεσα αντίποινα των ΗΠΑ κατά της συμμαχίας εάν δεν επιτευχθεί ο απαιτούμενος στόχος.

«Οι ετήσιες συνεισφορές μας θα εξαρτώνται από την επίτευξη των στόχων των άλλων χωρών. Εάν δεν δαπανήσουν τα χρήματά τους με τον απαραίτητο επείγοντα τρόπο, τα δικά μας θα μειωθούν. Δεν μπορούμε πλέον να ανησυχούμε για την ευρωπαϊκή άμυνα ή να πληρώνουμε περισσότερο τους συμμάχους μας. Θα τους δώσουμε τη δυνατότητα να κάνουν το καθήκον τους και θα παρακολουθούμε όσους λένε όχι», δήλωσε ορθά κοφτά ο Χέγκσεθ.
Απέδωσε η πίεση

Η αμερικανική πίεση είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα: Το δάνειο των 140 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουκρανία για τον περιορισμό της ρωσικής προέλασης στο Ντονμπάς θα αποτελέσει σχεδόν εξ ολοκλήρου ευρωπαϊκό βάρος.

Η δέσμευση – που διατυπώθηκε στην τελική διακήρυξη της συνόδου κορυφής της Άγκυρας – περιλαμβάνει το δάνειο των 30 δισεκατομμυρίων ευρώ της ΕΕ προς την Ουκρανία.

Τα υπόλοιπα 31 κράτη μέλη του ΝΑΤΟ, εξαιρουμένων των ΗΠΑ, έχουν ήδη αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες κατά συνολικά 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια μεταξύ 2016 και 2026. Οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί αυξήθηκαν κατά 20%, μόνο πέρυσι. Δεδομένου ότι η Ουκρανία εξακολουθεί να χρειάζεται τεράστια υποστήριξη, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αισθάνονται ότι έχουν φτάσει στα όρια των πόρων τους.

Η ισχυρότερη αντίσταση στη σύνοδο του ΝΑΤΟ, ωστόσο, είναι πιθανό να σχηματιστεί στην απαίτηση της Ουάσιγκτον να χορηγηθεί ένα σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού επανεξοπλισμού σε αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες. Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένων της Γερμανίας, της Πολωνίας και της Φινλανδίας, έχουν προμηθευτεί το αμερικανικό μαχητικό αεροσκάφος F-35. Η Πολωνία και άλλα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης αγοράζουν όλο και περισσότερο το αμερικανικό άρμα μάχης Abrams και αμερικανικά συστήματα αεράμυνας, όπως το Patriot και το σύστημα πυραυλικού πυροβολικού Himars.

«Όσο μεγάλη κι αν είναι η δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων για τον Τραμπ, οι σύμμαχοι δεν μπορούν να τα καταφέρουν χωρίς αμερικανικά όπλα προς το παρόν», λένε στρατιωτικοί αναλυτές.
Αμερικανό-ευρωπαϊκές κοινοπραξίες

Σύμφωνα πάντως με ευρωπαϊκές πηγές, αρκετές νέες κοινοπραξίες με αμερικανικές αμυντικές εταιρείες σχεδιάζονται αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη. Αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της αποχώρησης των ΗΠΑ μέσω της εμβάθυνσης της βιομηχανικής συνεργασίας. Ωστόσο, το γεγονός παραμένει ότι αυτές οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να περιλαμβάνουν την παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού από τις ΗΠΑ.

«Αυτό το σημείο θα προκαλέσει τριβές στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ. Η σαφής προσδοκία της κυβέρνησης των ΗΠΑ για επιχειρηματικές συμφωνίες, είναι ασυμβίβαστη με τον στόχο της ΕΕ να δώσει προτεραιότητα στις ευρωπαϊκές εταιρείες στις δημόσιες συμβάσεις και να συντονίσει καλύτερα την ευρωπαϊκή αγορά όπλων.

«Αν και η δραματική αποτυχία του γαλλο-γερμανικού έργου μαχητικών αεροσκαφών FCAS κατέδειξε ξεκάθαρα ότι ο εθνικός εγωισμός εξακολουθεί να υπερτερεί όλων των εκκλήσεων για συντονισμένη συνεργασία, ιδίως στη βιομηχανία όπλων, η πολιτική βούληση να δαπανηθεί το μερίδιο του λέοντος των μελλοντικών αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη αντί για την Αμερική είναι ισχυρότερη από ποτέ», λένε Ευρωπαίοι στρατιωτικοί αναλυτές στη Ναυτεμπορική. Αυτό παραμένει αληθές, παρόλο που οι βιομηχανικές ικανότητες και οι απαιτήσεις της πολιτικής ασφαλείας, όπως ο βελτιωμένος συντονισμός των συστημάτων όπλων εντός του ΝΑΤΟ, θέτουν σημαντικά όρια στην προσέγγιση «Αγοράστε ευρωπαϊκά».
Ο «κόλακας» γ.γ.

Ο επαγγελματίας «κόλακας» του Τραμπ, γ.γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, απέδειξε επίσης κατά την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον την περασμένη εβδομάδα ότι οι Ευρωπαίοι έχουν χορηγήσει στις ΗΠΑ πάνω από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια για την αγορά αμερικανικών όπλων. Με αυτά τα χρήματα, οι ΗΠΑ με τη σειρά τους εξασφάλισαν 195.000 αμερικανικές θέσεις εργασίας. «Πραγματικές θέσεις εργασίας», όπως τόνισε με μπόλικη κολακεία ο Ρούτε, χάρη στον «διαπραγματευτή» και «ηγέτη του ελεύθερου κόσμου»-τον πρόεδρο Τραμπ.

Αυτή η κολακεία ήταν επίσης μία από τις πολλές προσπάθειες του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ να κρατήσει «ικανοποιημένη την ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση στην Ουάσινγκτον.

Ο Ρούτε ήθελε να δείξει ότι οι σύμμαχοι στη Γηραιά ήπειρο ήταν σύμφωνοι και δεν είναι πλέον «ελεύθεροι επιβάτες της πολιτικής ασφαλείας», όπως τους είχε εξαπολύσει ο υπουργός Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, στην τελευταία συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ.
Φυγόκεντρες τάσεις

Παρά τις προσπάθειες του Ρούτε, η διάθεση μεταξύ των υπολοίπων συμμάχων των ΗΠΑ ενόψει της συνόδου κορυφής στην Άγκυρα είναι κάθε άλλο παρά καλή.

Η κολακεία του γ.γ. του ΝΑΤΟ και οι αδιάκοπες προσπάθειές του να κατευνάσει τον ιδιότροπο Τραμπ έχουν μικρή διάρκεια ζωής. Αντίθετα, οι φυγόκεντρες δυνάμεις εντός της δυτικής αμυντικής συμμαχίας μετατρέπουν τη συγκέντρωση των εταίρων στο ΝΑΤΟ σε ένα μείγμα αγχωτικής δοκιμασίας και θεραπείας σχέσεων.

«Ο ισχυρότερος εταίρος στη Συμμαχία είναι εδώ και χρόνια δυσαρεστημένος και απειλεί να φύγει, οι μικρές και μεσαίες δυνάμεις δεν είναι αρκετά ισχυρές από μόνες τους και η απειλή πολέμων και εξωτερικών εχθρών αυξάνεται», λένε Ευρωπαίοι διπλωμάτες. «Αυτή δεν είναι η πρώτη κρίση του ΝΑΤΟ, αλλά η χρονική στιγμή δεν ήταν ποτέ πιο κρίσιμη», τονίζουν και προσθέτουν: «Οι Ευρωπαίοι παλεύουν με σκληρές πολιτικές πραγματικότητες. Η μεγάλη προστάτιδα δύναμη αποσύρεται αναμφισβήτητα από την Ευρώπη, κομμάτι-κομμάτι. Οι Αμερικανοί πρέπει να αυξήσουν τη δέσμευσή τους στην Ασία εάν επιθυμούν να διατηρήσουν την ηγεμονία τους. Η εστίαση δεν είναι πλέον στη ρωσική απειλή, αλλά στον ανταγωνισμό με την Κίνα, της οποίας η αυξανόμενη κυριαρχία – οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά – θεωρείται ολοένα και περισσότερο ως σοβαρός κίνδυνος».
Ο απρόβλεπτος Τραμπ

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι σύμμαχοι του Τραμπ πρέπει τώρα, περισσότερο από ποτέ, να αντιμετωπίσουν τις καταστροφικές συνέπειες της απρόβλεπτης φύσης του Αμερικανού προέδρου, της παρορμητικότητάς του και της φαινομενικής έλλειψης στρατηγικού οράματος κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του.

Ο πόλεμος του Τραμπ εναντίον του Ιράν, που διεξήχθη από κοινού με το Ισραήλ, έχει καταβροχθίσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, έχει στοιχίσει δεκάδες χιλιάδες ζωές, έχει προκαλέσει την εκτόξευση των τιμών της ενέργειας, έχει ενισχύσει αντί να αποδυναμώσει το καθεστώς των μουλάδων στην Τεχεράνη και έχει διακόψει μια ζωτική αρτηρία του παγκόσμιου εμπορίου, το Στενό του Ορμούζ.

Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ υπέστησαν ήττα στον Κόλπο, παρά την στρατιωτική τους ανωτερότητα, αποτελεί πλήγμα για τον εγωισμό του προέδρου Τραμπ. Αντιμετωπίζει αυξανόμενη κριτική τόσο από το αμερικανικό κοινό, όσο και από το ίδιο του το κόμμα.

Αλλά ο Τραμπ κατηγορεί τους άλλους. Θέλει να «βρει έναν αποδιοπομπαίο τράγο», λέει ο Πέτερ Βίτιγκ, πρώην πρέσβης της Γερμανίας στην Ουάσινγκτον.

Γι’ αυτό η κατάσταση στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ θα είναι δύσκολη.

Η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και άλλες χώρες έχουν προσφέρει στον Τραμπ μια ναυτική αποστολή για την ασφάλεια του Στενού του Ορμούζ, αλλά το μήνυμα καλής θέλησης δεν έχει φτάσει ακόμα στον ίδιο.

Για τον Μάνφρεντ Βέμπερ, αντιπρόεδρο του CSU και πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), από την κρίση της Γροιλανδίας, έχει καταστεί σαφές ότι «δεν υπάρχει πλέον κανένα πακέτο που να μας κάνει να νιώθουμε καλά με τις ΗΠΑ».

Ο κορυφαίος Γερμανός Ευρωπαίος πολιτικός λέει ότι η στρατηγική ασφάλειας της ΕΕ «δεν μπορεί πλέον να συνίσταται στο να βασίζεται 100% στους Αμερικανούς».

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου