Μερικά από τα πιο σπουδαία γεύματα που προσφέρει η Αθήνα είναι και τα πιο απλά. Ψωμί, σαλάτα, γαρίδα, ένα μικρό ψάρι, κρασί σερβιρισμένο σε κατρούτσο, τελεία.
Σε μια πόλη που αλλάζει διαρκώς, υπάρχουν ακόμη εκείνα τα μέρη που μένουν πιστά σε αυτό που κάνουν εδώ και δεκαετίες
– και γι’ αυτό παραμένουν σταθερές αξίες.Ένα τέτοιο βρίσκεται στο Μοσχάτο, σε ένα οίκημα που με τη φροντισμένη, ασβεστωμένη του αυλή και τη συκιά που βγάζει βασιλικά ξεχωρίζει μέσα στις σημερινές γύρω πολυκατοικίες. Μετεμφυλιακά, στο Μοσχάτο του ’50, όταν ακόμα η περιοχή είχε χωματόδρομους και ήταν γεμάτη μονοκατοικίες, στον πλατύ δρόμο της οδού Κανάρη οι γυναίκες της περιοχής συγκεντρώνονταν γύρω από μια φουφού, φέρνοντας η καθεμιά ό,τι της βρισκόταν στο σπίτι.
Εκεί, στον αριθμό 119, έβγαζε πιάτα η Νικολέττα, που ήταν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, μια χαρισματική μαγείρισσα. Έμαθαν γι’ αυτό της το ταλέντο οι ψαράδες από το Δέλτα του Φαλήρου και άρχισαν και αυτοί με τη σειρά τους να μαζεύονται στον δρόμο της Κανάρη για να χορτάσουν με τα μαγειρευτά της, ενώ έδιναν και κάτι από την ψαριά τους στον σύζυγό της, Γιώργο, για να τους το ψήσει επιτόπου.
Το ζευγάρι αποφάσισε να πάρει στα σοβαρά αυτές τις καθημερινές μαζώξεις και να στήσει στο σπίτι του μια κανονική ταβέρνα. Μάλιστα, στα τέλη της δεκαετίας η Νικολέττα σταμάτησε τα μαγειρευτά και οι δυο τους αφοσιώθηκαν στο ψάρι. Αρχές των ’60s αρχίζουν να φέρνουν γαρίδα και να τη ρίχνουν στο τηγάνι. Αυτό ήταν.
Σήμερα, στα Κανάρια και στη μικρή εσωτερική τους σάλα, μια φωτογραφία του ζευγαριού στολίζει τους τοίχους του μαγαζιού, που εξελίχθηκε σε κλασική, σταθερή αξία, περνώντας στη δεύτερη και πια στην τρίτη γενιά. Οι απόγονοι έφτιαξαν από πάνω τα σπίτια τους και ανεβοκατεβαίνουν για να σερβίρουν στο σπίτι των προγόνων τους, δίχως να έχουν αλλάξει φιλοσοφία και να έχουν εκμοντερνίσει το μενού και την κουζίνα των παλιών.
Φημίζονται για τη γαρίδα τους, αφού δουλεύουν με τη μεγάλη, τη γάμπαρη, που φέρνουν από τον Πλαταμώνα και την τηγανίζουν άψογα, κρατώντας τη ζουμερή. Το δικό μου αγαπημένο πιάτο τους, βέβαια, είναι η ντοματοσαλάτα με την έξτρα τριμμένη ντομάτα από πάνω και το μπόλικο κρεμμύδι. Η φέτα και οι ελιές έρχονται πάντα ξεχωριστά. Σερβίρουν και λίγο ψάρι, φαγκρί, συναγρίδα, μπαρμπούνι, λυθρίνι και σκαθάρι, ό,τι έχουν βρει διαθέσιμο και φρέσκο τη μέρα που θα τους επισκεφθείτε.
Όσο για το επιδόρπιο, θα σας φέρουν δικό τους σιμιγδαλένιο χαλβά και γλυκό του κουταλιού.
Και επειδή συχνά προκαλείται μια παρεξήγηση, είναι δύο τα μαγαζιά στην Αθήνα με το όνομα «Τα Κανάρια», που όμως δεν συγγενεύουν μεταξύ τους. Το πιο παλιό είναι η περί ης ο λόγος ψαροταβέρνα, που μετρά πια 76 χρόνια λειτουργίας, και το άλλο είναι το απλό, αυθεντικό και ωραίο καφενείο του Κεραμεικού, που πρωτοάνοιξε ως καφενές το 1938 και επαναλειτούργησε με τον τρόπο που το ξέρουμε σήμερα το 2008.
Ένα άλλο μαγαζί μνημείο για αυτή την πόλη, που τηγανίζει με μεγάλη μαστοριά όσα καλά παίρνει από τη θάλασσα, στέκεται ακριβώς έξω από την πύλη της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων στον Πειραιά, θυμίζοντας κυκλαδονήσι, όχι τυχαία.
Ανάμεσα στους Μυκονιάτες που μετοίκησαν στον Πειραιά τη δεκαετία του ’30 για να εργαστούν ως μηχανουργοί, τεχνίτες και ναυτικοί, μια γυναίκα από την Άνω Μερά του νησιού έφτασε στο μεγάλο λιμάνι και άρχισε να προσφέρει αυτό που γνώριζε ήδη πολύ καλά: το να μαγειρεύει δηλαδή για πολύ κόσμο.
Όταν η Μαργαρώ πρωτοάνοιξε το οινομαγειρείο της το 1937 σε ένα υπόγειο στο Τζάνειο και μέχρι που το μετέφερε στη σημερινή του τοποθεσία το ’44, το πελατολόγιό της αποτελούνταν κυρίως από τους εργάτες του λιμανιού, που χόρταιναν εκεί με μαγειρευτά και κρέας τις Κυριακές.
Και σε αυτό το μαγαζί, που το συνέχισε η δεύτερη και η τρίτη γενιά της ίδιας οικογένειας, ο γιος και τα εγγόνια της Μαργαρώς, η πρώτη του κουμανταδόρισσα βρίσκεται ακόμα εκεί μέσα από μια καδραρισμένη φωτογραφία της.
Εκείνη ήταν που περιόρισε το μενού της και έκανε τον κόσμο της να αισθάνεται ότι τρώει βασιλικά με την παραγγελία «γαρίδες, κουτσομούρα, σαλάτα», κάτι που δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα, που την επισκέπτονται οι πάντες: από εφοπλιστές και εργαζόμενους της περιοχής, από παλιούς Πειραιώτες μέχρι Αθηναίους που κολλάνε στην κίνηση για να την προσεγγίσουν, από foodies που ξέρουν ότι το απλό φαγητό δεν σημαίνει και απλοϊκό, μέχρι τουρίστες που ψάχνουν μια αυθεντική εμπειρία στην πόλη.
Στις τρεις εστίες του χώρου τηγανίζονται αδιάκοπα το μπαρμπούνι, η γαρίδα και η καραβίδα, όταν αυτή υπάρχει φρέσκια. Με το τηγάνισμα που κάνουν στη Μαργαρώ και την κρούστα που πετυχαίνουν στο ψάρι και τα θαλασσινά είναι να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Όσο για τη χωριάτικη, έρχεται πάντα με μια γενναιόδωρη δόση φέτας, ενώ για το γλυκό φινάλε βγάζουν πορτοκαλόπιτα. Ένα πράγμα δεν κάνουν μόνο, όπως πολλές καλές ψαροταβέρνες, όπως και τα προαναφερθέντα Κανάρια στο Μοσχάτο: πατάτες τηγανητές.
Πάλι στον Πειραιά όμως, αυτή τη φορά σε μια απότομη ανηφόρα της Καστέλλας, οι τηγανητές πατάτες γίνονται στο γκάζι, όπως παλιά, και αυτό τους δίνει έξτρα νοστιμιά. Είναι χεράτες και λεπτοκομμένες, εθιστικές. Στην Ψαροκαστέλλα, όπου από μια μικροσκοπική κουζίνα βγαίνουν άψογα πιάτα, θα σας προτείνουν να κάνετε μια μερακλίδικη κίνηση και να ρίξετε μερικές από αυτές τις πατάτες μέσα στο ζουμί της γαρίδας τους, για να τραβήξουν κι άλλη νοστιμιά.
Οι γαρίδες, που είναι η σπεσιαλιτέ της Ψαροκαστέλλας, έχουν μια μυστική σάλτσα που φτιάχνουν και στην οποία προσθέτουν μπαχαρικά που κρατούν μόνο για τον εαυτό τους. Βουτήξτε σε αυτό το πιάτο και το ψωμί που έρχεται ζεστό ζεστό στο τραπέζι, αρτυμένο με ελαιόλαδο και ανθό αλατιού από τη Μάνη. Ιδανικά, ζητήστε αυτό με το σουσάμι από πάνω, όχι ότι τα άλλα δεν είναι νόστιμα, απλώς αυτό είναι το κάτι άλλο.
news24/7.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου