Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Economist: Ο πόλεμος με το Ιράν είναι ο πιο αντιδημοφιλής στην ιστορία των αμερικανικών δημοσκοπήσεων


Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με μια στρατιωτική σύγκρουση χωρίς ορατό τέλος, αλλά και με τη μεγαλύτερη κατάρρευση δημόσιας στήριξης που έχει γνωρίσει ποτέ αμερικανικός πόλεμος, σύμφωνα με ανάλυση του Economist.

Το περιοδικό επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με προηγούμενες στρατιωτικές επεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, η αποδοκιμασία δεν εμφανίστηκε μετά από χρόνια φθοράς, αλλά από την πρώτη κιόλας ημέρα της σύγκρουσης.

Ένας πόλεμος που οι Αμερικανοί δεν πίστεψαν ποτέ

Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις των Reuters/Ipsos και Economist/YouGov, περίπου οκτώ στους δέκα Αμερικανούς πιστεύουν ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ σχεδόν οι μισοί εκτιμούν ότι θα διαρκέσει τουλάχιστον έναν ακόμη χρόνο.

Την ίδια στιγμή η καθαρή αποδοχή (net approval) της απόφασης του Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν έχει καταρρεύσει στο -30%.


Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, Λάρι Σαμπάτο, χαρακτηρίζει την εξέλιξη πρωτοφανή.

«Ο πόλεμος με το Ιράν είναι η πιο αντιδημοφιλής σύγκρουση μεταξύ των Αμερικανών από τότε που υπάρχουν δημοσκοπήσεις. Και αυτό ίσχυε ήδη από την πρώτη ημέρα», σημειώνει.

Προειδοποιεί, μάλιστα, ότι όσο παρατείνεται η σύγκρουση τόσο θα αυξάνεται και το πολιτικό κόστος για τον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Το Ιράν έγινε πιο γρήγορα αντιδημοφιλές από το Βιετνάμ

O Economist συγκρίνει τη σημερινή εικόνα με τον πόλεμο του Βιετνάμ, ο οποίος χρειάστηκε σχεδόν έξι χρόνια για να προκαλέσει αντίστοιχο κύμα κοινωνικής απόρριψης.

Ακόμη και ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, που ξεκίνησε μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου με ποσοστά αποδοχής κοντά στο 90%, χρειάστηκε δεκατρία χρόνια για να πέσει κάτω από το 50%.

Στην περίπτωση του Ιράν, η αντίδραση υπήρξε σχεδόν άμεση.
Η ακρίβεια αποδεικνύεται μεγαλύτερος αντίπαλος από το ίδιο το Ιράν

Αν και οι αμερικανικές απώλειες ανέρχονται μέχρι στιγμής σε 17 στρατιωτικούς, το περιοδικό εκτιμά ότι ο σημαντικότερος παράγοντας δυσαρέσκειας είναι οι οικονομικές συνέπειες.

Η αναταραχή στα Στενά του Ορμούζ έχει οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών της ενέργειας.

Το Brent ανέβηκε από περίπου 72 δολάρια στις αρχές Ιουλίου σε πάνω από 90 δολάρια σήμερα, ενώ η μέση τιμή της βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες πλησιάζει πλέον τα 4 δολάρια ανά γαλόνι, από περίπου 3 δολάρια πριν από την κλιμάκωση της σύγκρουσης.

Για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους, σημειώνει ο Economist, η αύξηση του κόστους ζωής είναι πολύ πιο απτή από τις εξελίξεις στο πεδίο των μαχών.
Ρωγμές ακόμη και στο στρατόπεδο του Τραμπ

Η αντίθεση στον πόλεμο είναι σχεδόν καθολική μεταξύ των Δημοκρατικών, όπου η καθαρή αποδοχή αγγίζει το -84%, ενώ και οι ανεξάρτητοι ψηφοφόροι εμφανίζονται ιδιαίτερα αρνητικοί, με -52%.

Το μοναδικό εκλογικό σώμα που εξακολουθεί να στηρίζει καθαρά τη στρατιωτική επιχείρηση είναι οι ψηφοφόροι του κινήματος MAGA, με καθαρή αποδοχή +72%.

Ωστόσο, ακόμη και εκεί καταγράφονται σημάδια κόπωσης. Δημοσκόπηση της Washington Post και της Ipsos δείχνει ότι για πρώτη φορά περισσότεροι υποστηρικτές του Τραμπ δηλώνουν πως εγκρίνουν μόνο «σε κάποιο βαθμό» τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα καθήκοντά του, αντί να εκφράζουν ισχυρή υποστήριξη.

Παράλληλα, οι Ρεπουμπλικανοί που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως MAGA έχουν στραφεί εναντίον του πολέμου, με τη θετική καθαρή γνώμη τους να μετατρέπεται από +26% τον Απρίλιο σε -25% σήμερα.
Οι Δημοκρατικοί βλέπουν ευκαιρία στις ενδιάμεσες εκλογές

Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν ήδη να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια σε πολιτικό όπλο.

Κατά τις πρόσφατες ακροάσεις στη Γερουσία, κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι υποτιμά το πραγματικό κόστος της σύγκρουσης. Ενώ το Πεντάγωνο κάνει λόγο για περίπου 30 δισ. δολάρια, η γερουσιαστής Ελίσα Σλότκιν υποστήριξε ότι, αν συνυπολογιστούν οι ζημιές στις αμερικανικές βάσεις και οι οικονομικές επιπτώσεις στους πολίτες, το συνολικό κόστος μπορεί να είναι υπερπολλαπλάσιο.

Την ίδια ώρα, Ρεπουμπλικανοί όπως ο βουλευτής Μάικ Λόουλερ εξακολουθούν να υπερασπίζονται τη στρατιωτική επιλογή, υποστηρίζοντας ότι μόνο μέσω της πίεσης μπορεί να περιοριστεί η πυρηνική απειλή του Ιράν.
«Δεν υπάρχουν καλές επιλογές»

Ο Economist καταλήγει ότι ο Λευκός Οίκος βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα.

Ο αναλυτής του Carnegie Endowment, Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, παρομοιάζει τη θέση του Τραμπ με εκείνη του προέδρου Λίντον Τζόνσον στο Βιετνάμ, όταν είχε πει ότι αισθανόταν «σαν ωτοστόπ που τον έπιασε χαλαζόπτωση σε αυτοκινητόδρομο του Τέξας. Δεν μπορώ να τρέξω. Δεν μπορώ να κρυφτώ. Δεν μπορώ να το σταματήσω».

Με τις δημοσκοπήσεις να επιδεινώνονται, το πετρέλαιο να ακριβαίνει και τον πόλεμο να μην δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης, το περιοδικό εκτιμά ότι η σύγκρουση με το Ιράν εξελίσσεται πλέον όχι μόνο σε στρατιωτική, αλλά και σε μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές δοκιμασίες της προεδρίας Τραμπ.

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου