Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

To επόμενο κραχ: Γιατί αυτή τη φορά ίσως να μην είναι διαφορετικά


Το πιο επικίνδυνο πράγμα στις αγορές είναι η πεποίθηση ότι «αυτή τη φορά είναι διαφορετικά». Το φθινόπωρο του 1929, ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους της εποχής, ο Ίρβινγκ Φίσερ, δήλωνε με βεβαιότητα ότι οι τιμές των μετοχών είχαν φτάσει σε «ένα μόνιμα υψηλό επίπεδο».

Λίγες εβδομάδες αργότερα ήρθε το μεγαλύτερο χρηματιστηριακό κραχ του 20ού αιώνα και στη συνέχεια η Μεγάλη Ύφεση.

Ο Μάρτιν Γουλφ των Financial Times φοβάται ότι, σχεδόν έναν αιώνα μετά,οι επενδυτές επαναλαμβάνουν το ίδιο λάθος.

Όχι επειδή προβλέπει πότε θα έρθει η διόρθωση — κάτι που, όπως παραδέχεται, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει — αλλά επειδή βλέπει να συνυπάρχουν σχεδόν όλα τα συστατικά που ιστορικά προηγούνται μιας μεγάλης ανατροπής.

Οι αποτιμήσεις θυμίζουν τις δύο μεγαλύτερες φούσκες της ιστορίας

Το βασικό επιχείρημα του Γουλφ είναι ότι η αμερικανική αγορά δεν είναι απλώς ακριβή. Είναι μία από τις ακριβότερες που έχουν καταγραφεί ποτέ.

Επικαλείται τον δείκτη CAPE του νομπελίστα οικονομολόγου Ρόμπερτ Σίλερ, ο οποίος συγκρίνει την αξία των μετοχών με τα πραγματικά εταιρικά κέρδη της προηγούμενης δεκαετίας. Ο ιστορικός μέσος όρος του δείκτη από το 1881 είναι 17,8 μονάδες. Στον Σεπτέμβριο του 1929 είχε ανέλθει στις 32,6 μονάδες. Στην κορύφωση της φούσκας του διαδικτύου, το 1999, έφτασε στις 44,2.

Τον Ιούλιο του 2026 βρίσκεται στις 41,4 μονάδες. Με άλλα λόγια, οι σημερινές αποτιμήσεις είναι υψηλότερες ακόμη και από εκείνες που προηγήθηκαν του κραχ του 1929 και απέχουν ελάχιστα από το ιστορικό ρεκόρ της dot-com φούσκας.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Όχι όμως τους οικονομικούς νόμους.
Το βασικό αντεπιχείρημα των αισιόδοξων είναι γνωστό: η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί τεχνολογική επανάσταση και επομένως δικαιολογεί πολύ υψηλότερες αποτιμήσεις.

Ο Γουλφ δεν απορρίπτει αυτή την υπόθεση. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι η AI έχει τη δυναμική να μεταμορφώσει την οικονομία.

Υπενθυμίζει όμως ότι κάθε μεγάλη τεχνολογική επανάσταση — από τους σιδηροδρόμους του 19ου αιώνα μέχρι το διαδίκτυο της δεκαετίας του 1990 — συνοδεύτηκε από υπερβολικές επενδύσεις, έντονο ανταγωνισμό, πτωχεύσεις και τελικά βίαιη εκκαθάριση της αγοράς.

Η καινοτομία δεν εγγυάται ότι όσοι επενδύουν σε αυτήν θα κερδίσουν.
Μια αγορά εξαρτημένη από λίγες εταιρείες

Η ανησυχία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη επειδή η σημερινή άνοδος στηρίζεται σε ελάχιστες μετοχές.

Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει, περίπου το 40% της κεφαλαιοποίησης του S&P 500 συγκεντρώνεται σε μια μικρή ομάδα εταιρειών που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, όπως η Nvidia, η Microsoft, η Alphabet, η Meta, η Amazon και η SpaceX.

Αν οι προσδοκίες για την AI αποδειχθούν υπερβολικές, η επίπτωση δεν θα περιοριστεί σε έναν κλάδο. Θα διαχυθεί σε ολόκληρη την αγορά.
Οι κίνδυνοι δεν είναι μόνο χρηματιστηριακοί

Ο Γουλφ δεν θεωρεί ότι το πρόβλημα βρίσκεται μόνο στις αποτιμήσεις.

Απαριθμεί μια σειρά από παράγοντες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πυροκροτητής μιας μεγάλης διόρθωσης: την αβεβαιότητα της αμερικανικής πολιτικής υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, τις εμπορικές συγκρούσεις, τον πόλεμο με το Ιράν, την επανεμφάνιση της Κίνας ως ισότιμου γεωπολιτικού αντιπάλου των ΗΠΑ, αλλά και τα ιστορικά υψηλά επίπεδα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους.

Προσθέτει ακόμη τη χαλάρωση της χρηματοπιστωτικής εποπτείας, την αυξανόμενη εξάρτηση από τα hedge funds, τη ραγδαία ανάπτυξη των stablecoins και την αποδυνάμωση θεσμών όπως το κράτος δικαίου και το διεθνές εμπορικό σύστημα.

Δεν ξέρει πότε θα σκάσει η φούσκα. Αλλά πιστεύει ότι υπάρχει. Το σημαντικότερο ίσως σημείο του άρθρου είναι ότι ο Γουλφ αποφεύγει την εύκολη προφητεία.

Δεν ισχυρίζεται ότι γνωρίζει πότε θα έρθει το κραχ ούτε ποιο γεγονός θα το προκαλέσει.

Υποστηρίζει όμως ότι οι αγορές αγνοούν συστηματικά τους κινδύνους και προεξοφλούν ένα σχεδόν ιδανικό μέλλον, την ώρα που οι αποτιμήσεις βρίσκονται σε ιστορικά ακραία επίπεδα.

«Αυτή τη φορά είναι διαφορετικά», λένε πάντα οι αισιόδοξοι πριν από κάθε μεγάλη φούσκα.

Ο Μάρτιν Γουλφ υπενθυμίζει ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Έχει όμως την ενοχλητική συνήθεια να κάνει «ομοιοκαταληξία».

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου