Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

«Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ» του Μπέλα Ταρ – Μια περιπλάνηση στο τέλος του κόσμου.


Κριτική από τον Άκη Καπράνο

Θυμάμαι να μπαίνω στο Τιτάνια ένα πρωί για να δω πρώτη φορά τις “Αρμονίες του Βεργκμάιστερ” σε δημοσιογραφική προβολή και, ενώ είμαι σίγουρος πως εκείνη τη μέρα έβρεχε, τώρα πια δεν ξέρω αν αυτό ισχύει ή αν η ανάμνηση προκύπτει από τη βαθιά επίδραση που είχε πάνω μου εκείνη η ταινία. Δύσκολο επίσης να περιγράψεις με σαφήνεια το ύφος του Μπέλα Ταρ, τουλάχιστον χρησιμοποιώντας τους δόκιμους “σινεφίλ“ όρους με τους οποίους μοιάζει να προωθείται σήμερα το σινεμά.

Θέλω να πω, αυτός ο όρος “slow cinema”, που τον διαβάζω όλο και πιο συχνά, μου τη δίνει λίγο. Οι άλλες ταινίες τρέχουν; Γιατί ξαφvικά χωράνε σε μια κατηγορία ο Λαβ Ντίαζ, η Λουκρίσια Μαρτέλ, ο Τσάι Μινγκ – Λιανγκ και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος (τυχαία παραδείγματα, γέμιζα σελίδα) από τη στιγμή που ο καθένας δουλεύει εντελώς διαφορετικά τον χρόνο και έχει το δικό του, εντελώς προσωπικό στυλ; Ναι, ξέρω, δεν είναι το καλύτερο παράδειγμα ο Μπέλα Ταρ για να απαξιώσεις τον όρο (ο άνθρωπος έχει γυρίσει το 7ωρο “Satantango”), όμως αυτό δεν καθιστά τις ταινίες του λιγότερο συναρπαστικές. Έχει κάτι από διαλογισμό ο τρόπος με τον οποίο σταδιακά, όχι μόνο δέχεσαι τους ρυθμούς με τους οποίους ξετυλίγεται η αφήγηση, αλλά συγχρονίζεις ασυναίσθητα μέχρι και την αναπνοή σου, έτσι όπως μαθαίνεις να ξαναβλέπεις τον κόσμο από την αρχή.

Και ο κόσμος όλος εδώ αντανακλάται σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ουγγαρίας, όπου ο χειμώνας μοιάζει να έχει αναστείλει κάθε προσδοκία αλλαγής. Όλοι περιμένουν την άφιξη ενός περιοδεύοντος θιάσου που φέρνει μαζί του το τεράστιο κουφάρι μιας φάλαινας, εκτεθειμένο σαν ιερό λείψανο και λαϊκό αξιοθέατο ταυτόχρονα, ενώ δίπλα του πλανάται η φήμη ενός αόρατου σχεδόν προσώπου, του αποκαλούμενου «Πρίγκιπα», που κανείς δεν βλέπει αλλά όλοι φοβούνται. Από εκείνο το σημείο και μετά, θυμίζοντας ίσως και την εξίσου καταστροφολογική ταινία του Βέρνερ Χέρτζοκ “Καρδιά από γυαλί”, οι “Αρμονίες του Βεργκμάιστερ” δεν ακολουθούν τόσο την εξέλιξη μιας πλοκής όσο την αργή διάβρωση μιας κοινωνίας που, κάτω από την απατηλή ακινησία της, αποδεικνύεται ήδη έτοιμη να παραδοθεί στη σύγχυση, στη βία και, τελικά, στον καννιβαλισμό της.

Στο κέντρο αυτής της παράξενης τροχιάς βρίσκεται ο Βάλουσκα, ένας νεαρός ταχυδρόμος που διασχίζει την πόλη με μια αφοπλιστική βεβαιότητα, έτσι όπως πιστεύει πως ο κόσμος εξακολουθεί να υπακούει σε μια κρυφή αρμονία. Μοιάζει ολοκληρωτικά δωσμένος σ’ αυτό, είτε αναπαριστώντας την κίνηση των ουρανίων σωμάτων στους θαμώνες ενός καπηλειού (όλη η κοσμοθεωρία της ταινίας είναι εκεί), είτε παρατηρώντας τους ανθρώπους με μια σχεδόν παιδική περιέργεια, την ώρα που όλα γύρω του καίγονται. Κι αν η φάλαινα λειτουργεί ως το αινιγματικό κέντρο βάρους της ταινίας είναι ο Βάλουσκα εκείνος που της χαρίζει το ηθικό της μέτρο, αφού μέσα από το βλέμμα του ο Ταρ παρακολουθεί έναν κόσμο που χάνει σταδιακά κάθε αίσθηση τάξης, χωρίς ποτέ να χάνει το ενδιαφέρον του για εκείνους που εξακολουθούν, έστω αδέξια, να την αναζητούν.


Άλλωστε, ο τίτλος του βιβλίου του (νομπελίστα πλέον) Λάζλο Κρασναχορκάι στο οποίο βασίζεται η ταινία είναι “η μελαγχολία της αντίστασης”. Δηλαδή η μελαγχολία του να κάνεις σινεμά την ώρα που όλα γύρω σου καίγονται.

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου