Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026
Τουρκικές διπλωματικές πηγές: Η Ελλάδα δεν πρέπει να ανησυχεί για το νομοσχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας»
Νικολέτα Πετανίδου • npetanidou@naftemporiki.gr
Τις τουρκικές θέσεις για το σύνολο, σχεδόν, των εκκρεμών ζητημάτων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις επανάφεραν τουρκικές διπλωματικές πηγές σε μία προσπάθεια να δικαιολογήσουν τις τουρκικές αναθεωρητικές βλέψεις.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα F-35, το «casus belli», το νόμιμο δικαίωμα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, το νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα», καθώς και οι προοπτικές επανεκκίνησης των συνομιλιών Αθήνας-Άγκυρας για τα ζητήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Όλα αυτά σε χρόνο που τόσο ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, όσο και ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προέβαλαν τις θέσεις τους σε δηλώσεις τους (μεμονωμένα), στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, στην Άγκυρα.
F-35 και S-400
Αρχικά, ως προς το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35, η Ελλάδα έχει διατυπώσει με σαφήνεια τις θέσεις της τόσο απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς ωστόσο να μπορεί να υπαγορεύσει την εξοπλιστική πολιτική άλλων κρατών.
Όπως σχολίαζαν ανώτατες διπλωματικές πηγές, «καμία χώρα δεν μπορεί να επιβάλει σε μια άλλη χώρα τι οπλικά συστήματα θα αγοράσει ή θα πουλήσει». Στο ίδιο πλαίσιο διευκρινίζουν ότι η Αθήνα έχει θέσει στους Ευρωπαίους εταίρους της τη θέση ότι η Τουρκία δεν μπορεί να αποτελεί μέρος του προγράμματος των F-35 όσο εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρά ζητήματα στις σχέσεις της με την Ελλάδα.
Τουρκικές διπλωματικές πηγές, από την πλευρά τους, υποστήριξαν ότι η Άγκυρα δεν θεωρεί πως η ενίσχυση των τουρκικών αμυντικών δυνατοτήτων λειτουργεί εις βάρος της Ελλάδας και αντίστροφα. (σσ: αν και το κάνει κάθε φορά που μιλάει για περικύκλωσή της από Ελλάδα-Κύπρο-Ισραήλ),
Όπως ανέφεραν, οι δύο χώρες ανήκουν στην ίδια συμμαχία και «αυτοί οι περιορισμοί, οι κυρώσεις μεταξύ των συμμάχων, είναι κάτι που δεν δεχόμαστε». Παράλληλα χαρακτήρισε «λάθος» την επιβολή των κυρώσεων CAATSA οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35.
Ενώ, ως προς το θέμα επίλυσης του ζητήματος των S-400, καθώς πληθαίνουν τα σενάρια πώλησής τους σε χώρα του Κόλπου (σσ: ενδεχομένως Κατάρ), σημείωσαν ότι η Τουρκία βρίσκεται σε συζητήσεις με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (Ρωσία, ΗΠΑ κλπ).
«Μιλάμε με όλους και ελπίζουμε να έχουμε ένα αποτέλεσμα», ανέφεραν χαρακτηριστικά, μη θέλοντας να επιβεβαιώσουν συγκεκριμένα σενάρια και ημερομηνίες.
Ωστόσο τόνισαν ότι η Άγκυρα επιδιώκει μια λύση με τη συναίνεση όλων των πλευρών.
Πάντως για την Αθήνα, ακόμα και εάν- υποθετικά πάντα- πωλούνταν σε χώρα του Κόλπου, το ζήτημα επαναφοράς της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα εξακολουθούσε να είναι ιδιαίτερα σύνθετο.
Casus belli: «Δεν είναι απειλή πολέμου»
Για το «casus belli», που τόσο ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης όσο ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Νίκος Δένδιας, έχουν ζητήσει δημόσια να το βγάλει η Άγκυρα από το «τραπέζι», υποστήριξαν ότι η απόφαση της Τουρκίας το 1995 δεν αποτέλεσε απειλή πολέμου, αλλά αντίδραση στην απόφαση του ελληνικού κοινοβουλίου να εξουσιοδοτήσει την κυβέρνηση να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα.
«Δεν θα κηρύξουμε πόλεμο εναντίον της Ελλάδας», ανέφεραν χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι το μήνυμα της τουρκικής πλευράς ήταν πως μια τέτοια κίνηση δεν θα αναγνωριστεί και δεν θα γίνει αποδεκτή.
Στην ουσία όμως, η απόφαση και τα όσα αναφέρονται στο ψήφισμα αυτό της Τουρκίας, λέει ακριβώς αυτό που υποστηρίζει η Ελλάδα αλλά και σύσσωμη η διεθνής κοινότητα από τη μία άκρη του ατλαντικού μέχρι την άλλη. Η Τουρκία απειλεί με πόλεμο την Ελλάδα.
«Η Τουρκική Εθνοσυνέλευση αποφασίζει να παράσχει στην τουρκική κυβέρνηση, προκειμένου να προστατεύσει και να διαφυλάξει τα ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από τις διεθνείς συνθήκες, την εξουσιοδότηση να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών (σσ: πόλεμος), σε περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο πέραν των 6 ναυτικών μιλίων».
«Δεν θα υπάρξουν καθόλου διεθνή ύδατα στο Αιγαίο, από το 50% θα μειωθούν στο 19%»
Κατά τις ίδιες πηγές, το ζήτημα των χωρικών υδάτων αποτελεί τον «πυρήνα» των διαφορών στο Αιγαίο, εφόσον δηλαδή η Αθήνα ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά της στη βάση του Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS). Πρόκειται για τη μία και μοναδική διαφορά που «βλέπει» η Ελλάδα, σε αντίθεση φυσικά με την Τουρκία η οποία προκειμένου να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, βάζει στο τραπέζι ένα σύνολο προβλημάτων. (σσ: FIR, αποστρατιωτικοποίηση κλπ). Κάτι που φυσικά αποκλείει την ύπαρξη συνυποσχετικού σε περίπτωση που οδηγούνταν σε διεθνές δικαστήριο.
«Η επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια θα περιόριζε σημαντικά τις περιοχές διεθνών υδάτων στο Αιγαίο και θα δημιουργούσε προβλήματα στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα της Τουρκίας. Δεν θα υπάρξουν καθόλου διεθνή ύδατα στο Αιγαίο, από το 50% θα μειωθούν στο 19%», σημείωσαν χαρακτηριστικά.
Σε ό,τι αφορά τις θαλάσσιες ζώνες, οι ίδιες πηγές επανέλαβαν τη θέση της Άγκυρας ότι οι διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν περιορίζονται μόνο στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Υποστήριξαν, δε, ότι η Τουρκία είναι έτοιμη ακόμη και για δικαστική επίλυση, εφόσον προηγηθεί συνολική συζήτηση των θεμάτων που θεωρεί εκκρεμή.
Ως προς τις διερευνητικές επαφές μεταξύ των δύο χωρών σημείωσαν ότι η διαδικασία αυτή έχει σταματήσει.
Άλλωστε και ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει δηλώσει ανοιχτά ότι αυτό το σενάριο απομακρύνεται, θέτοντας τις κόκκινες γραμμές και τα νόμιμα δικαιώματά της για την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα τα οποία είναι αδιαπραγμάτευτα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αθήνα δεν επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας καθώς σε πολλούς άλλους τομείς έχει σημειωθεί πρόοδος. (σσ: μεταναστευτικό, ΜΟΕ, τουρισμός κα).
Αίγυπτος και Λιβύη: «Υπάρχουν αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις»
Σε ό,τι αφορά συμφωνίες της Ελλάδας με την Αίγυπτο και ΄το παράνομο και ανυπόστατο τουρκολιβυκό μνημόνιο, υποστήριξαν ότι υπάρχουν αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις στη θάλασσα και ότι αυτές απαιτούν διάλογο. Κάτι που δεν μπορεί φυσικά να συμβεί καθώς Τουρκία – Λιβύη δεν έχουν παρακείμενες ακτές σε σημείο που να δικαιολογεί την οριοθέτηση, πρόκειται για μία άκυρη συμφωνία, που δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα και φυσικά «υπεγράφη» με μία μη αναγνωρισμένη, από τη διεθνή κοινότητα, κυβέρνηση.
«Αυτά τα ζητήματα θαλάσσιων συνόρων δεν είναι μοναδικά για την Τουρκία και την Ελλάδα», ανέφεραν συγκρίνοντας την κατάσταση με άλλες διεθνείς διαφορές.
Παράλληλα απέρριψαν τον χαρακτηρισμό της Τουρκίας ως «αναθεωρητικής» χώρας λόγω των θαλάσσιων διεκδικήσεών της, υποστηρίζοντας ότι «έχετε κι εσείς τη δική σας διεκδίκηση και εμείς τη δική μας».
Εδώ η διαφορά είναι ότι για την Ελλάδα αφορούν δικαιώματά της βάσει Διεθνών Συνθηκών, του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας, σε αντίθεση με την Τουρκία η οποία και δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέλος σε πολλά από τα παραπάνω.
«Γαλάζια Πατρίδα»: Η Ελλάδα δεν πρέπει να ανησυχεί
Για το υπό συζήτηση τουρκικό νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα», για το οποίο όπως έχουν εξηγήσει ελληνικές διπλωματικές πηγές, η Αθήνα αναμένει να δημοσιοποιηθεί το περιεχόμενο και μετά να πράξει τα δέοντα χωρίς να εφησυχάζει, αφού αρχικά το απέρριψαν τη σύνδεσή του με το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», σχολίασαν ότι «δεν ονομάζεται Νόμος περί Γαλάζιας Πατρίδας», αλλά πρόκειται για νόμο που αφορά τις θαλάσσιες περιοχές δικαιοδοσίας.
Την ίδια στιγμή, υποστήριξαν ότι ο σκοπός του είναι η ενσωμάτωση όρων του Δικαίου της Θάλασσας στην τουρκική νομοθεσία, όπως τα χωρικά ύδατα, η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ. Προσπάθησαν δηλαδή να το εξισώσουν με την UNCLOS.
Και εκεί προκύπτει η μεγάλη αντίφαση. Σε μια προσπάθεια να εξηγήσουν τη «λογική» πίσω από το υπό διαμόρφωση τουρκικό νομοσχέδιο, υποστήριξαν ότι η Άγκυρα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, λόγω των εκκρεμών ζητημάτων στο Αιγαίο.
Όπως ανέφεραν, για τις χώρες που έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση δεν απαιτείται αντίστοιχη εθνική νομοθεσία, καθώς το διεθνές κείμενο ενσωματώνεται στο εσωτερικό τους δίκαιο.
Σύμφωνα με την ίδια επιχειρηματολογία, η Τουρκία θα μπορούσε να καταστεί μέλος της Σύμβασης μετά την επίλυση των διαφορών στο Αιγαίο, με τις ίδιες πηγές να χαρακτηρίζουν τη θέση αυτή «νομική» και να υποστηρίζουν ότι στόχος του νέου νομοθετήματος είναι η ενσωμάτωση βασικών εννοιών του Δικαίου της Θάλασσας.
Την ίδια στιγμή, διέψευσαν ότι το κείμενο περιλαμβάνει αναφορές σε «γκρίζες ζώνες», χάρτες ή συντεταγμένες, σημειώνοντας ότι ο βασικός του σκοπός είναι η αποσαφήνιση όρων όπως τα χωρικά ύδατα, η συνορεύουσα ζώνη, η αποκλειστική οικονομική ζώνη και η υφαλοκρηπίδα.
Κάλεσαν, δε, την ελληνική πλευρά να αξιολογήσει το τελικό κείμενο όταν αυτό κατατεθεί στο τουρκικό κοινοβούλιο, υποστηρίζοντας ότι δεν θα πρέπει να διατυπώνονται θέσεις «βάσει εικασιών» πριν από τη δημοσιοποίηση του νομοσχεδίου. Όπως ανέφεραν, το κείμενο θα γίνει γνωστό όταν συζητηθεί στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές.
Έκαναν, μάλιστα, σύγκριση με τον ελληνικό νόμο Μανιάτη του 2011, υποστηρίζοντας ότι το τουρκικό νομοσχέδιο διαφοροποιείται ουσιαστικά, καθώς, κατά την άποψή τους, ο ελληνικός νόμος εισήγαγε τη μέση γραμμή ως αρχή οριοθέτησης θαλάσσιων συνόρων, ενώ η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, όπως ανέφεραν, προβλέπει διαδικασίες δίκαιης οριοθέτησης και διαπραγμάτευσης μεταξύ των κρατών υπενθυμίζοντας ότι η Τουρκία είχε αντιδράσει -τότε- επισήμως μέσω ρηματικής διακοίνωσης.
Ως προς τον χρόνο τόνισαν ότι το τουρκικό νομοσχέδιο δεν έχει ακόμη κατατεθεί στην τουρκική Εθνοσυνέλευση και ότι η τελική του μορφή θα γίνει γνωστή μετά την έναρξη της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. (σσ: Οκτώβριο-Νοέμβριο).
Τι λέει η UNCLOS και ποια η θέση της Αθήνας
Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί όχι μόνο η θέση της Αθήνας καθώς δεν πρόκειται για μία εθνική επιλογή αλλά για διεθνείς νόμους, αλλά το τί εννοούμε όταν μιλάμε για μέση γραμμή. Με βασικό δεδομένο, ότι όλα τα νησιά έχουν πλήρη επήρεια (σύμφωνα με το άρθρο 121 της UNCLOS).
Αρχικά, η θέση της Ελλάδας είναι ότι, στις θαλάσσιες περιοχές όπου δεν υπάρχει συμφωνία οριοθέτησης με γειτονικό κράτος, ως προσωρινό εξωτερικό όριο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) εφαρμόζεται η αρχή της μέσης γραμμής (ίσης απόστασης). Η θέση αυτή έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 156 του Ν. 4001/2011, σύμφωνα με το οποίο, ελλείψει συμφωνίας οριοθέτησης, το εξωτερικό όριο της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ είναι η μέση γραμμή, κάθε σημείο της οποίας απέχει ίση απόσταση από τα πλησιέστερα σημεία των γραμμών βάσης, τόσο των ηπειρωτικών όσο και των νησιωτικών ακτών, από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης.
Παράλληλα, η Ελλάδα διευκρινίζει ότι η μέση γραμμή αποτελεί προσωρινή αποτύπωση των ελληνικών διεκδικήσεων στις μη οριοθετημένες περιοχές και ότι η οριστική οριοθέτηση πραγματοποιείται μόνο μέσω συμφωνίας με τα γειτονικά κράτη ή μέσω διεθνούς δικαστικής επίλυσης.
Τι λέει η UNCLOS:
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) αντιμετωπίζει τη μέση γραμμή διαφορετικά, ανάλογα με τη θαλάσσια ζώνη που οριοθετείται.
Για την αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρική θάλασσα), το άρθρο 15 προβλέπει ότι, όταν οι ακτές δύο κρατών είναι αντικείμενες ή παρακείμενες και δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ τους, κανένα από τα δύο κράτη δεν δικαιούται να επεκτείνει τη χωρική του θάλασσα πέρα από τη μέση γραμμή, δηλαδή τη γραμμή της οποίας κάθε σημείο απέχει ίση απόσταση από τα πλησιέστερα σημεία των γραμμών βάσης των δύο κρατών.
Για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (άρθρο 74) και την υφαλοκρηπίδα (άρθρο 83), η UNCLOS δεν επιβάλλει ως υποχρεωτικό κανόνα τη μέση γραμμή. Προβλέπει ότι η οριοθέτηση πραγματοποιείται με συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ώστε να επιτευχθεί δίκαιη λύση. Ωστόσο, η διεθνής νομολογία έχει καθιερώσει ως συνήθη πρακτική να χρησιμοποιείται αρχικά μια προσωρινή γραμμή ίσης απόστασης (μέση γραμμή), η οποία μπορεί στη συνέχεια να προσαρμοστεί, εφόσον υπάρχουν σχετικές περιστάσεις που δικαιολογούν διαφορετική οριοθέτηση.
Μήνυμα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις
Τέλος, υποστήριξαν ότι Αθήνα και Άγκυρα πρέπει να αλλάξουν προσέγγιση και να δουν τη συνεργασία ως επιλογή στρατηγικού χαρακτήρα.
«Τα κοινά μας συμφέροντα βρίσκονται στη συνεργασία και όχι στην αντιπαράθεση», ανέφεραν, εκτιμώντας ότι οι δύο χώρες δεν μπορούν να συνεχίσουν επ’ αόριστον απλώς να «διαχειρίζονται» τα προβλήματα.
«Πρέπει να κοιτάξουμε 10, 20, 30 χρόνια μπροστά. Κάποια στιγμή πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα αυτά», πρόσθεσαν, τονίζοντας ότι «δεν μπορούμε να το συνεχίζουμε αυτό για πάντα. Η πεποίθηση, ότι αν κάτι ωφελεί την Τουρκία πρέπει απαραίτητα να είναι εναντίον της Ελλάδας, είναι λάθος. Υπάρχουν πολλά πράγματα στα οποία μπορούμε να συνεργαστούμε και κάτι καλό για την Τουρκία μπορεί να είναι καλό και για την Ελλάδα».
Παράλληλα αναφέρθηκαν (ξανά) στην ελληνική πολιτική, υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα της Τουρκίας χρησιμοποιείται συχνά στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Όπως είπαν, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αποφεύγουν δηλώσεις που οδηγούν σε κλιμάκωση.
naftemporiki.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου