Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Τέσσερα χρόνια. Μια άνοδος 118%. Τρισεκατομμύρια δολάρια νέας χρηματιστηριακής αξίας. Και μια αγορά που, κάθε φορά που κάποιος προέβλεπε το τέλος της, έβρισκε έναν ακόμη λόγο να συνεχίσει να ανεβαίνει.
Στις 12 Οκτωβρίου 2022, ο S&P 500 βρισκόταν στις 3.577 μονάδες, στο χαμηλότερο επίπεδο της τότε πτωτικής αγοράς. Σήμερα, τέσσερα χρόνια αργότερα, ο βασικός δείκτης της Wall Street κινείται στις 7.811 μονάδες, έχοντας ενισχυθεί κατά 118,4%.
Πίσω από αυτή την εντυπωσιακή διαδρομή βρίσκεται πρωτίστως η τεχνολογία. Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, οι τεράστιες επενδύσεις σε υπολογιστικές υποδομές και η προσδοκία μιας νέας εποχής παραγωγικότητας τροφοδότησαν ένα από τα ισχυρότερα ανοδικά κύματα των τελευταίων δεκαετιών.
Τα ομόλογα ως εμπόδιο
Όμως, καθώς η bull market σβήνει το τέταρτο κεράκι της, ένας διαφορετικός πρωταγωνιστής απειλεί να χαλάσει τη γιορτή. Δεν είναι κάποια τεχνολογική απογοήτευση. Δεν είναι μια ξαφνική κατάρρευση των εταιρικών κερδών. Είναι η αγορά ομολόγων.
Με την απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου κοντά στο 5,24% και του τριακονταετούς στο 5,60%, η Wall Street βρίσκεται μπροστά σε ένα ερώτημα που είχε για χρόνια ξεχάσει: Γιατί να αναλάβει κανείς τον κίνδυνο των μετοχών όταν μπορεί να εξασφαλίσει απόδοση άνω του 5% από τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, εφόσον τα διακρατήσει έως τη λήξη τους;
Όπως επισημαίνει η MarketWatch, σε ανάλυση της Ίζαμπελ Γουάνγκ, η ανοδική αγορά δεν δείχνει ακόμη εξαντλημένη. Ωστόσο, οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλείται να συνεχίσει την πορεία της έχουν αλλάξει δραματικά.
Ρεκόρ στις μετοχές, ιστορικά υψηλές αποδόσεις στα ομόλογα
Η Wall Street έχει καταφέρει μέχρι στιγμής κάτι αξιοσημείωτο: να αγνοήσει σε μεγάλο βαθμό την αναταραχή στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Την Παρασκευή, ο S&P 500 έκλεισε σε νέο ιστορικό υψηλό, παρά το γεγονός ότι οι αποδόσεις των δεκαετών και τριακονταετών τίτλων βρίσκονται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο και πλέον δεκαετιών.
Η εβδομάδα ολοκληρώθηκε με κέρδη 1,2% για τον S&P 500, 0,9% για τον Dow Jones και 0,6% για τον Nasdaq Composite, σύμφωνα με τα στοιχεία της FactSet.
Το μήνυμα των μετοχών είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη και η αύξηση των εταιρικών κερδών μπορούν να συνεχίσουν να υπερισχύουν των μακροοικονομικών πιέσεων.
Το μήνυμα των ομολόγων, όμως, είναι διαφορετικό: το χρήμα γίνεται ακριβότερο και οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη ανταμοιβή για να δανείσουν μακροπρόθεσμα το αμερικανικό Δημόσιο.
Και οι δύο αγορές δεν μπορούν να αγνοούν επ’ αόριστον η μία την άλλη.
Γιατί το 5% μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνο
Ο Τζόρνταν Ριτσούτο, επικεφαλής επενδύσεων της GammaRoad Capital Partners, εξηγεί στη MarketWatch ότι η άνοδος των μακροπρόθεσμων επιτοκίων αποτελεί ουσιαστικό κίνδυνο για τη συνέχιση της bull market.
Ο πρώτος μηχανισμός είναι οι αποτιμήσεις.
Όταν αυξάνονται τα επιτόκια, μειώνεται η σημερινή αξία των μελλοντικών κερδών μιας επιχείρησης. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις εταιρείες τεχνολογίας, των οποίων οι υψηλές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις βασίζονται σε προσδοκίες εξαιρετικά ισχυρής ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Όσο πιο μακριά στο μέλλον βρίσκονται τα κέρδη που περιμένουν οι επενδυτές, τόσο μεγαλύτερη είναι η ευαισθησία της αποτίμησής τους στις μεταβολές των επιτοκίων.
Ο δεύτερος μηχανισμός είναι το κόστος χρηματοδότησης. Τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων, περιορίζοντας τα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις, μερίσματα και επαναγορές μετοχών.
Και ο τρίτος, ίσως ο πιο ύπουλος, είναι ο ανταγωνισμός για τα χρήματα των επενδυτών. Όταν τα ομόλογα προσφέρουν ελκυστικές αποδόσεις με πολύ χαμηλότερη αναμενόμενη μεταβλητότητα από τις μετοχές, μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές, όπως συνταξιοδοτικά ταμεία και διαχειριστές αποταμιεύσεων, αποκτούν ισχυρότερο κίνητρο να μεταφέρουν κεφάλαια από τη Wall Street στην αγορά σταθερού εισοδήματος.
Ο κίνδυνος, επομένως, δεν είναι απαραίτητα μια ξαφνική κατάρρευση των μετοχών. Είναι μια σταδιακή μετατόπιση κεφαλαίων που θα μπορούσε να αφαιρέσει από την αγορά ένα μέρος της δυναμικής της.
Η τεχνητή νοημοσύνη απέναντι στη βαρύτητα των επιτοκίων
Για τέσσερα χρόνια, η τεχνολογία αποτέλεσε την απάντηση σχεδόν σε κάθε ερώτημα για τη Wall Street.
Γιατί οι μετοχές ανεβαίνουν παρά τα υψηλά επιτόκια; Επειδή η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται εκρηκτική ανάπτυξη. Γιατί οι αποτιμήσεις παραμένουν τόσο υψηλές; Επειδή οι επενδυτές προσδοκούν ότι τα μελλοντικά κέρδη θα δικαιολογήσουν τις σημερινές τιμές.
Γιατί η αγορά αντέχει τις γεωπολιτικές κρίσεις; Επειδή η τεχνολογική επανάσταση θεωρείται ισχυρότερη από τις βραχυπρόθεσμες αναταράξεις. Τώρα, όμως, αυτή η συλλογιστική δοκιμάζεται.
Οι τεράστιες επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, υπολογιστική ισχύ και ενεργειακές υποδομές πρέπει σταδιακά να μετατραπούν σε αντίστοιχα ισχυρά επιχειρηματικά αποτελέσματα.
Και όσο οι αποδόσεις των ομολόγων παραμένουν υψηλές, τόσο μεγαλύτερες γίνονται οι απαιτήσεις των επενδυτών από τις εταιρείες που έχουν οδηγήσει την άνοδο.
Ο Γκάρετ Μέλσον, στρατηγικός αναλυτής χαρτοφυλακίων της Natixis Investment Managers Solutions, θεωρεί ότι η μεγάλη διαφορά της φετινής αγοράς σε σχέση με την περυσινή είναι ακριβώς ο συνδυασμός της επενδυτικής έκρηξης γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη με το σοκ των επιτοκίων.
Δύο ισχυρές δυνάμεις κινούνται ταυτόχρονα, αλλά προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Το προειδοποιητικό σήμα πίσω από τα ιστορικά υψηλά
Υπάρχει και μια δεύτερη ανησυχία: η άνοδος της Wall Street δεν μοιράζεται εξίσου σε όλους τους κλάδους.
Η περιορισμένη συμμετοχή των μετοχών στα πρόσφατα ιστορικά υψηλά έχει προβληματίσει αναλυτές που βλέπουν την αγορά να εξαρτάται υπερβολικά από έναν σχετικά μικρό αριθμό μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών.
Ο Ριτσούτο επισημαίνει ότι η πρόσφατη αδυναμία των βιομηχανικών και μεταφορικών μετοχών, σε συνδυασμό με την καλύτερη συμπεριφορά αμυντικών κλάδων, όπως τα βασικά καταναλωτικά αγαθά, μπορεί να υποδηλώνει αυξανόμενη επιφυλακτικότητα για τις οικονομικές προοπτικές.
Οι δείκτες οικονομικής ανάπτυξης που παρακολουθεί η GammaRoad δεν έχουν δώσει ακόμη ξεκάθαρο αρνητικό σήμα. Ωστόσο, η συμπεριφορά των αγορών αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο κάποιας επιβράδυνσης.
Ο Μέλσον, από την πλευρά του, προειδοποιεί ότι η περιορισμένη συμμετοχή στην άνοδο δεν αποτελεί από μόνη της αξιόπιστο προάγγελο διόρθωσης.
Όπως εξηγεί, όταν οι επενδυτές βλέπουν την αγορά να ανεβαίνει χωρίς εκείνους, αρχίζει να λειτουργεί ο φόβος ότι χάνουν την ευκαιρία — το γνωστό FOMO.
Αντί να κυνηγήσουν τις ήδη ακριβές μετοχές που πρωταγωνιστούν στην άνοδο, συχνά στρέφονται σε τίτλους που έχουν μείνει πίσω.
Αυτή η μετακίνηση κεφαλαίων μπορεί τελικά να διευρύνει τη συμμετοχή στην άνοδο και να ενισχύσει τη διάρκεια της bull market.
Τι δείχνουν 76 χρόνια χρηματιστηριακής ιστορίας
Κι όμως, η ιστορία προσφέρει ένα εντυπωσιακά αισιόδοξο αντίβαρο στις σημερινές ανησυχίες.
Σύμφωνα με στοιχεία της Carson Investment Research, από το 1950 και μετά, οι ανοδικές αγορές που κατάφεραν να συμπληρώσουν τέσσερα χρόνια ζωής συνέχισαν κατά κανόνα να καταγράφουν σημαντικά κέρδη και κατά το πέμπτο έτος.
<text>19%</text> είναι η μέση άνοδος που κατέγραψαν περίπου οι bull markets στο πέμπτο έτος τους, εφόσον είχαν ήδη συμπληρώσει τέσσερα χρόνια ζωής.
Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο Ράιαν Ντέτρικ, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Carson, μόνο μία φορά μια τέτοια ανοδική αγορά τερματίστηκε κατά το πέμπτο έτος της — και αυτό συνέβη πριν από περισσότερα από 50 χρόνια.
Η σημερινή bull market καταγράφει την τρίτη καλύτερη επίδοση στην ιστορία της μέχρι τα τέταρτα γενέθλιά της.
Οι δύο προηγούμενες περιπτώσεις με ακόμη ισχυρότερη τετραετή άνοδο, στις δεκαετίες του 1980 και του 2010, συνέχισαν με εντυπωσιακά κέρδη και κατά το πέμπτο έτος. Η ιστορική εμπειρία, συνεπώς, δεν υποστηρίζει την άποψη ότι μια ανοδική αγορά πρέπει να τελειώσει απλώς επειδή έχει μεγαλώσει.
Ασφαλώς, οι προηγούμενες επιδόσεις δεν εγγυώνται τις μελλοντικές. Και κυρίως, οι σημερινές συνθήκες διαφέρουν από εκείνες που χαρακτήρισαν μεγάλο μέρος της τελευταίας δεκαπενταετίας, όταν τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια ευνοούσαν τις μετοχές.
Ο άγνωστος παράγοντας: Πετρέλαιο και πληθωρισμός
Στη σημερινή εξίσωση υπάρχει και ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας: η ενέργεια. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, σε συνδυασμό με τον επίμονο πληθωρισμό, ενισχύει τις πιέσεις στις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Οι επενδυτές ελπίζουν ότι μια αποκλιμάκωση του πολέμου με το Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου και, στη συνέχεια, σε εξασθένηση των πληθωριστικών πιέσεων.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιορίσει το κόστος δανεισμού και να προσφέρει νέα στήριξη στις μετοχές.
Το αντίθετο σενάριο, όμως, θα ήταν πολύ πιο δύσκολο για τη Wall Street: παρατεταμένα υψηλές τιμές ενέργειας, επίμονος πληθωρισμός και αποδόσεις ομολόγων που συνεχίζουν να ανεβαίνουν.
Σε αυτή την περίπτωση, η αγορά θα έπρεπε να δικαιολογήσει τις υψηλές αποτιμήσεις της σε ένα περιβάλλον ακόμη ακριβότερου χρήματος.
Το πραγματικό τεστ της Wall Street
Η τέταρτη επέτειος της bull market βρίσκει τον S&P 500 σε ιστορικά υψηλά και τους επενδυτές αντιμέτωπους με ένα παράδοξο.
Από τη μία πλευρά, η τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθεί να δημιουργεί προσδοκίες για μια νέα εποχή κερδοφορίας και παραγωγικότητας.
Από την άλλη, η αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων υπενθυμίζει ότι η ανάπτυξη δεν αρκεί από μόνη της. Σημασία έχει και το τίμημα που πληρώνει κανείς για να συμμετάσχει σε αυτήν.
Η ιστορία λέει ότι οι ανοδικές αγορές μπορούν να ζήσουν πολύ περισσότερο από τέσσερα χρόνια. Η αγορά ομολόγων, όμως, θέτει πλέον έναν όρο για τη συνέχεια: οι επιχειρήσεις πρέπει να αποδείξουν ότι τα κέρδη τους μπορούν να αυξάνονται αρκετά γρήγορα ώστε να δικαιολογούν τις αποτιμήσεις τους ακόμη και με επιτόκια άνω του 5%.
Για τέσσερα χρόνια, το μεγάλο στοίχημα της Wall Street ήταν πόσα μπορεί να κερδίσει κανείς από την τεχνητή νοημοσύνη. Στον πέμπτο χρόνο, το ερώτημα αλλάζει: γιατί να αναλάβει τον κίνδυνο;
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου