Η συνεχιζόμενη πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας τοπικής αντιπαράθεσης, διαμορφώνοντας ένα εξαιρετικά δυσμενές και περίπλοκο οικονομικό περιβάλλον διεθνώς.
Τα δεδομένα που προκύπτουν από τις αναλύσεις των θεσμικών φορέων,
αλλά και ειδικών της αγοράς, συγκλίνουν σε ένα σαφές και ανησυχητικό συμπέρασμα: οι αναταράξεις διαπερνούν κάθε επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας, ξεκινώντας από τις διεθνείς μεταφορές και καταλήγοντας, αναπόφευκτα, στην ψυχολογία και την τσέπη του μέσου πολίτη.Η σύνθεση αυτών των στοιχείων σκιαγραφεί μια αλυσίδα επιπτώσεων που ήδη επηρεάζει τις εθνικές οικονομίες, προκαλώντας εύλογους φόβους για το άμεσο μέλλον.
Στη βάση του προβλήματος, σύμφωνα με τη σχετική ανάλυση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ), εντοπίζεται μια σοβαρότατη διαταραχή στο παγκόσμιο εμπόριο και τις εισαγωγές.
Η διαταραχή αυτή έχει ως επίκεντρο τα προβλήματα διέλευσης μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, ενός από τους πλέον κρίσιμους αρτηριακούς κόμβους της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας.
Ο κίνδυνος του ενεργειακού σοκ και η έμμεση απειλή για τα τρόφιμα
Όπως είναι προφανές, οι καθυστερήσεις και τα εμπόδια σε αυτή τη νευραλγική θαλάσσια οδό επηρεάζουν εκ νέου την εφοδιαστική αλυσίδα στο σύνολό της. Αυτή η εμπλοκή χτυπά άμεσα τη μεταποίηση και το λιανικό εμπόριο, τομείς που εξαρτώνται απολύτως από την απρόσκοπτη ροή αγαθών.
Ειδικότερα, οι εισαγωγές σε κρίσιμες κατηγορίες προϊόντων, όπως είναι οι πρώτες ύλες, τα σιτηρά και τα πετροχημικά, επηρεάζονται με τον πιο άμεσο τρόπο. Η διαταραχή στην ομαλή διακίνηση αυτών των αγαθών επιφέρει την αυτόματη αύξηση στο κόστος των εισαγωγών.
Η αύξηση αυτή δεν είναι μεμονωμένη, αλλά διαχέεται οριζόντια, επηρεάζοντας κομβικούς τομείς: εκτινάσσει το κόστος στην ενέργεια, στις βασικές πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία, καθώς και στα τεχνολογικά προϊόντα.
Παράλληλα με το πρόβλημα των εισαγωγών, δημιουργείται και ένα σοβαρό ζήτημα ανασφάλειας όσον αφορά τις εξαγωγές, καθώς οι αγορές προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής καθίστανται πλέον επισφαλείς και απρόβλεπτες για τις επιχειρήσεις.
Δύο σενάρια
Πέραν, όμως, της απορρύθμισης της εφοδιαστικής αλυσίδας, ο πόλεμος εντείνει δραματικά τον κίνδυνο ενός νέου ενεργειακού σοκ.
Η κατάσταση στην αγορά ενέργειας παρακολουθείται στενά, με τα ενδεχόμενα να αναλύονται μέσα από συγκεκριμένα σενάρια εξέλιξης της κρίσης: από ένα «διαχειρίσιμο» σενάριο, έως το «κακό» ή ακόμη και το «χείριστο» σενάριο, ανάλογα με την τροπή των γεγονότων.
Ωστόσο, παρότι παραδοσιακά σε τέτοιες κρίσεις η ανησυχία της διεθνούς κοινότητας μονοπωλείται από την πορεία του αργού πετρελαίου, η τρέχουσα πραγματικότητα αναδεικνύει πολλαπλούς κινδύνους.
Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο αναλυτής Αλχατζί, η ανησυχία δεν πρέπει να περιορίζεται στο αργό πετρέλαιο. Σε άμεσο κίνδυνο βρίσκονται και άλλες, κρίσιμες για την παγκόσμια οικονομία, αγορές.
Οι κίνδυνοι για την οικονομία και τον επισιτισμό είναι υπαρκτοί
Μία από αυτές είναι η αγορά της μεθανόλης, αλλά ο πλέον σοβαρός φόβος αφορά την ίδια την αγορά των τροφίμων. Η επισιτιστική αυτή απειλή τεκμηριώνεται από ένα καθοριστικό δεδομένο: περίπου το 33% των παγκοσμίως διακινούμενων λιπασμάτων προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή του Κόλπου.
Η σημασία αυτού του τεράστιου ποσοστού γίνεται απόλυτα κατανοητή εάν συνδυαστεί με την τρέχουσα χρονική συγκυρία, καθώς η κρίσιμη περίοδος φύτευσης βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε πλήρη εξέλιξη τόσο στην Ασία όσο και στην Ευρώπη. Οι αγροτικές διαδικασίες είναι χρονικά ανελαστικές και απαιτούν την άμεση διαθεσιμότητα των λιπασμάτων.
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, ακόμη και στο αισιόδοξο ενδεχόμενο όπου ο πόλεμος θα μπορούσε να τελειώσει μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά μπορεί να διαρκέσουν για μήνες.
Το ενδεχόμενο το εντοπισμένο πρόβλημα στον εφοδιασμό των λιπασμάτων να μετατραπεί σε μια εκτεταμένη κρίση τροφίμων αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη συστημική απειλή που γεννά η παρούσα γεωπολιτική συγκυρία.
Σκληρή πραγματικότητα
Όλα τα παραπάνω στοιχεία δεν αποτελούν απλώς μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά συνθέτουν τη σκληρή πραγματικότητα που καλείται να αντιμετωπίσει η αγορά.
Η διατάραξη της εφοδιαστικής αλυσίδας μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, το αυξημένο κόστος στην ενέργεια, τις πρώτες ύλες και τα τεχνολογικά προϊόντα, η αβεβαιότητα στις εξαγωγές, ο κίνδυνος του ενεργειακού σοκ και η έμμεση απειλή για τα τρόφιμα, καταλήγουν νομοτελειακά στον τελικό καταναλωτή.
Υπό το πρίσμα αυτών των διαδοχικών απειλών, τα επίσημα στοιχεία του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) έρχονται ως η απόλυτη επιβεβαίωση του κλίματος που επικρατεί στην κοινωνία. Σύμφωνα με αυτά, οι Έλληνες αποτελούν πλέον τους πιο απαισιόδοξους καταναλωτές σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η πρωτιά αυτή στην απαισιοδοξία είναι η φυσική απόρροια της πίεσης που υφίσταται ο καταναλωτής, ο οποίος, παρατηρώντας την επιβάρυνση στη μεταποίηση, το λιανικό εμπόριο και τις εισαγωγές, βλέπει το κόστος διαβίωσής του να απειλείται διαρκώς από εξωγενείς παράγοντες.
Συνολικά, το άθροισμα των παραπάνω δεδομένων καταδεικνύει ότι οι κίνδυνοι για την οικονομία και τον επισιτισμό είναι υπαρκτοί, άμεσοι και δικαιολογούν απόλυτα το κλίμα ανησυχίας που καταγράφεται σε ευρωπαϊκό και, ιδίως, σε εθνικό επίπεδο.
in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου