Το προϊόν του Χουάνγκ Σιάν έχει περίπου το μέγεθος της γροθιάς του· πρόκειται για έναν αισθητήρα που ανιχνεύει διαρροές ηλεκτρικού ρεύματος και τοποθετείται σε φορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων ως δικλείδα ασφαλείας ανάμεσα στο αυτοκίνητο και το δίκτυο.
Η συσκευή αυτή δεν αποτελεί μόνο σύμβολο της καινοτομίας και των επιτευγμάτων του τομέα υψηλής τεχνολογίας της Κίνας.
Αντικατοπτρίζει επίσης μια τάση που εξαϋλώνει την παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας παγκοσμίως, προκαλώντας σχεδόν απόγνωση σε κυβερνήσεις από την Ασία έως την Ευρώπη και ακόμη παραπέρα.Η έκρηξη στην αγορά των ηλεκτρικών οχημάτων εκτίναξε τις πωλήσεις των αισθητήρων του Χουάνγκ, οι οποίες αναμένεται να φτάσουν τα 10 εκατομμύρια μονάδες φέτος, από μόλις 20.000 το 2019, όταν η εταιρεία του, Mega-Senway Electronic Technology, μπήκε στην αγορά.
Εκείνη την εποχή, το προϊόν απευθυνόταν ακόμα σε μια εξειδικευμένη αγορά και το προμήθευαν ελάχιστοι γερμανικοί και ελβετικοί όμιλοι, που πουλούσαν τους αισθητήρες περίπου 200 γουάν (γύρω στα 30 δολάρια) το κομμάτι – ή και παραπάνω.
Η Mega-Senway κατασκεύασε τους πρώτους της αισθητήρες με κόστος περίπου 40 γουάν τον καθένα και τους πουλούσε για 100, αφήνοντας στον Χουάνγκ ένα υγιές περιθώριο κέρδους. Καθώς όμως ο κινεζικός ανταγωνισμός άρχισε να κατακλύζει την αγορά, οι τιμές πήραν την κατηφόρα. Οι ευρωπαϊκοί όμιλοι σταδιακά αποσύρθηκαν.
Η εταιρεία του Χουάνγκ, με έδρα τη Σαγκάη, πουλάει πλέον ορισμένους αισθητήρες ακόμα και για 10 γουάν το κομμάτι. “Ποτέ δεν φανταζόμασταν ότι η πτώση των τιμών θα γινόταν τόσο γρήγορα”, λέει ο ίδιος.
Η πορεία της εταιρείας του, αντικατοπτρίζει τις ευρύτερες οικονομικές δυνάμεις που ανασχηματίζουν την παγκόσμια βιομηχανία και το εμπόριο, καθώς εξαιρετικά ανταγωνιστικές κινεζικές επιχειρήσεις διεισδύουν σε πλήθος κλάδων με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Πριν από δύο δεκαετίες, η παγκόσμια οικονομία συγκλονίστηκε από ένα πρώτο “κινεζικό σοκ”, όταν ένα κύμα προϊόντων χαμηλού κόστους διέλυσε τα επιχειρηματικά μοντέλα των βιομηχανιών στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Αυτό οδήγησε στον εκτοπισμό εκατομμυρίων εργαζομένων και τροφοδότησε μια κοινωνική δυσαρέσκεια που έδωσε ώθηση σε λαϊκιστές πολιτικούς, όπως ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.
Σήμερα, βρίσκεται σε εξέλιξη ένα δεύτερο σοκ – ακόμη πιο απειλητικό για τους εμπορικούς εταίρους της Κίνας: μια κατά μέτωπον επίθεση στη μεταποίηση υψηλής τεχνολογίας.
Ο αδυσώπητος εσωτερικός ανταγωνισμός, σε συνδυασμό με την τεράστια βιομηχανική κλίμακα, τις ανεξάντλητες δεξαμενές εξειδικευμένων μηχανικών και μερικές από τις υψηλότερες κρατικές επιδοτήσεις παγκοσμίως, δημιούργησαν κινεζικούς “πρωταθλητές” που κυριαρχούν διεθνώς στα ηλεκτρικά οχήματα, τα ηλιακά πάνελ, τις μπαταρίες, τις ανεμογεννήτριες και σε μια διαρκώς αυξανόμενη λίστα προηγμένων κλάδων.
Ωστόσο, οι ίδιες δυνάμεις που “σφυρηλατούν” αυτές τις εταιρείες τείνουν να προκαλούν πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, εξανεμίζοντας τα περιθώρια κέρδους στην εγχώρια αγορά, ενώ παράλληλα κατακλύζουν τις διεθνείς αγορές και πυροδοτούν εμπορικές εντάσεις. Με “όπλο” την υποτιμημένη συναλλαγματική ισοτιμία, οι κινεζικοί όμιλοι σαρώνουν πλέον τους πιο εξελιγμένους βιομηχανικούς κλάδους σε ολόκληρο τον πλανήτη.
“Οι εταιρείες που επιβιώνουν στην Κίνα είναι αήττητες οπουδήποτε αλλού στον κόσμο”, λέει ο Χουάνγκ Χε, επενδυτής της Mega-Senway και ακόμη δώδεκα κινεζικών βιομηχανικών ομίλων.
Οι Κινέζοι τεχνολογικοί επιχειρηματίες αναγκάζονται να επιστρατεύσουν “κάθε δυνατό μέσο” για να κρατηθούν όρθιοι, σφυρηλατώντας έτσι μια άνευ προηγουμένου ανταγωνιστικότητα της χώρας. “Η Κίνα είναι γεμάτη μηχανικούς – τα τεχνολογικά πλεονεκτήματα δεν κρατούν όμως πάνω από έξι μήνες, με έναν χρόνο”.
Για τον Χουάνγκ της Mega-Senway, η κατάσταση μοιάζει με δίνη που παρασύρει την εταιρεία του στον βυθό. “Δεν είναι υγιής αυτή η κατάσταση”, παραδέχεται. “Πρόκειται για έναν κανιβαλιστικό ανταγωνισμό”.
Ο υπόλοιπος κόσμος βλέπει ασταμάτητους κινεζικούς κολοσσούς να διαθέτουν ποιοτικά προϊόντα σε αδιανόητα χαμηλές τιμές. Αφού κατέγραψε ένα ιστορικό εμπορικό πλεόνασμα που ξεπέρασε το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια το 2025, η Κίνα αύξησε τις εξαγωγές της κατά σχεδόν 15% το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του κινεζικού SUV Jaecoo 7, το οποίο με αρχική τιμή 29.000 λίρες αναδείχθηκε το πρώτο σε πωλήσεις αυτοκίνητο στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Μάρτιο.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ένας από τους πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες που επισκέφθηκαν το Πεκίνο το τελευταίο εξάμηνο, δεν μάσησε τα λόγια του για μια απειλή που θεωρεί υπαρξιακή. Η καταιγιστική είσοδος κινεζικών προϊόντων υψηλής ποιότητας, δήλωσε, δεν αποτελεί τίποτα λιγότερο από “ζήτημα ζωής ή θανάτου” για τη βιομηχανία της ηπείρου του.
Στην Κίνα, υπάρχει μια λέξη που περιγράφει αυτό το φαινόμενο: neijuan (εσωτερική περιέλιξη ή οπισθοδρόμηση) – ένας όρος που πλέον χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ανταγωνιστική δυναμική όπου όλοι τρέχουν όλο και πιο γρήγορα, για όλο και μικρότερα κέρδη.
Αυτή η κατάσταση αναγκάζει εταιρείες όπως η Mega-Senway να κινούνται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Ο Χουάνγκ εξηγεί πώς κατάφεραν να μειώσουν το κόστος τους τόσο δραστικά μέσα σε λίγα μόλις χρόνια: Αρχικά, εξαγόρασαν το εργοστάσιο που κατασκεύαζε τους αισθητήρες που οι ίδιοι σχεδίαζαν. Στη συνέχεια, ο ίδιος επισκέφθηκε γειτονικές μονάδες παραγωγής για να μελετήσει τις βέλτιστες πρακτικές τους.
Όπως λέει, ένας εργάτης που έλεγχε τους έτοιμους αισθητήρες το έκανε αρχικά, έναν προς έναν. Ο Χουάνγκ επανασχεδίασε τα πλαίσια δοκιμών ώστε να ελέγχονται τέσσερις μαζί, μετά οκτώ, με τον εργάτη να τροφοδοτεί συνεχώς το μηχάνημα με νέες παρτίδες. Πλέον, έχει αντικαταστήσει τους εργάτες με ρομποτικούς βραχίονες.
“Μπορέσαμε να αναβαθμίζουμε τις διαδικασίες παραγωγής μας δύο ή τρεις φορές τον χρόνο”, λέει ο Χουάνγκ. “Η πίεση ήρθε με έναν ρυθμό καταιγιστικό”.
Οι πενταετείς κύκλοι παραγωγής και οι ετήσιες διαπραγματεύσεις τιμών, πάνω στις οποίες βασιζόταν κάποτε η αυτοκινητοβιομηχανία, ανήκουν πλέον στο παρελθόν, λέει ο ίδιος. Μια μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία παρέκαμψε όλους τους μεσάζοντες και πλέον προκηρύσσει μηνιαίους διαγωνισμούς απευθείας προς τους προμηθευτές της εφοδιαστικής αλυσίδας, όπως η Mega-Senway.
Εκείνοι υποβάλλουν τιμές, ενημερώνονται για το αν είναι οι χαμηλότεροι και επανέρχονται με νέες προσφορές – γύρο με τον γύρο, μέχρι κανείς να μην μπορεί να μειώσει άλλο την τιμή.
Ο Χουάνγκ, με τη σειρά του, αναγκάστηκε να αυξήσει τους δικούς του προμηθευτές για να τους βάλει να “κονταροχτυπιούνται” μεταξύ τους. “Πιέζομαι ασφυκτικά, οπότε η μόνη μου επιλογή είναι να μετακυλήσω αυτή την πίεση σε εκείνους”, λέει, επισημαίνοντας ότι ούτε οι αυτοκινητοβιομηχανίες που βρίσκονται στη βάση αυτής της αλυσίδας μένουν αλώβητες από αυτόν τον εξοντωτικό πόλεμο τιμών.
Η BYD, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής ηλεκτρικών οχημάτων παγκοσμίως, είδε τη μέση τιμή πώλησης ανά αυτοκίνητο να κατρακυλά από τα 143.100 γουάν το 2021 στα 119.223 γουάν πέρυσι. Η Nio, μία από τις premium κινεζικές μάρκες ηλεκτρικών οχημάτων, έχει μειώσει την τιμή του εμβληματικού SUV της, ES8, κατά περίπου 20% από το ντεμπούτο του το 2018, παρά το γεγονός ότι το νέο μοντέλο ενσωματώνει πολύ περισσότερη τεχνολογία.
Ο διευθύνων σύμβουλος Γουίλιαμ Λι δηλώνει ότι η μείωση του κόστους βρέθηκε στο επίκεντρο κατά τον επανασχεδιασμό του αυτοκινήτου. “Στην πρώτη γενιά του ES8, ο σκελετός του οχήματος αποτελούνταν κατά 97,4% από αλουμίνιο, γεγονός που το καθιστούσε εξαιρετικά ακριβό”, εξηγεί. “Σήμερα, είμαστε σε θέση να προσφέρουμε την ίδια στιβαρότητα χρησιμοποιώντας λιγότερο αλουμίνιο”.
Ο Λι προσθέτει ότι ο όμιλος έχει πλέον καθετοποιήσει την παραγωγή εξαρτημάτων, όπως οι ημιαγωγοί, κατασκευάζοντάς τα εσωτερικά, ενώ έχει μεταφέρει την προμήθεια εξαρτημάτων – όπως η αερανάρτηση – σε τοπικούς παρόχους, την ίδια στιγμή που παλαιότερα εισάγονταν από τη Γερμανία.
“Από το 2018, ολόκληρη η εφοδιαστική αλυσίδα της Κίνας έχει μετασχηματιστεί – οι πωλήσεις νέων ηλεκτρικών οχημάτων είναι πλέον εκατονταπλάσιες σε σχέση με τότε, με αποτέλεσμα το κόστος σε όλο το μήκος της αλυσίδας, από τις μπαταρίες μέχρι το τελευταίο εξάρτημα, να έχει μειωθεί θεαματικά”, αναφέρει.
Η Nio κατέγραψε για πρώτη φορά τριμηνιαία κέρδη το τελευταίο τρίμηνο του έτους. Ωστόσο, στην αφετηρία της εφοδιαστικής αλυσίδας, τα μικτά περιθώρια κέρδους του Χουάνγκ τείνουν στο μηδέν για ορισμένες παραγγελίες, ενώ οι πελάτες του απαιτούν διαρκώς χαμηλότερες τιμές.
Η ίδια εικόνα επικρατεί σε όλη την κινεζική βιομηχανία, από τα χημικά και τα ηλιακά συστήματα μέχρι τους κατασκευαστές εξαρτημάτων για τους κολοσσούς των αυτοκινήτων και της αιολικής ενέργειας: οι όγκοι παραγωγής ανεβαίνουν, αλλά τα κέρδη εξανεμίζονται ή μετατρέπονται σε ζημίες.
Αυτό ώθησε τον Χουάνγκ και άλλους Κινέζους επιχειρηματίες να αναζητήσουν απαντήσεις σε σύνθετα ζητήματα, όπως η ισορροπία προσφοράς-ζήτησης, τα κρατικά κίνητρα και η θεωρία παιγνίων, προσπαθώντας να βρουν διέξοδο από αυτόν τον αδυσώπητο ανταγωνισμό.
“Παλιά, μπορούσες να αφοσιωθείς αποκλειστικά στην κατασκευή των προϊόντων σου”, λέει ο ίδιος. “Τώρα επικρατεί μια γενική σύγχυση· όλοι αναρωτιούνται τι συμβαίνει στην πραγματικότητα και πώς παρασυρθήκαμε σε αυτή την καθοδική δίνη”.
Το πρόβλημα των παγκόσμιων ανισορροπιών δεν περιορίζεται διόλου στην Κίνα.
Η μακροπρόθεσμη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας απειλείται εξίσου από το χαώδες έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ, καθώς και από την ανάγκη της χώρας να περιορίσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα, να τονώσει την εθνική αποταμίευση και να απεξαρτηθεί από την εξωτερική χρηματοδότηση.
Αυτές οι δομικές ανησυχίες ανεβαίνουν στην κορυφή της διεθνούς οικονομικής ατζέντας και θα αποτελέσουν το επίκεντρο των εαρινών συνόδων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσιγκτον αυτή την εβδομάδα.
Ωστόσο, ο κλονισμός των δυτικών συμμαχιών που πυροδότησε ο Τραμπ έχει κάνει τους αξιωματούχους απαισιόδοξους για την προοπτική μιας συντονισμένης προσπάθειας αντιμετώπισης αυτών των ζητημάτων.
Αν και ο Αμερικανός πρόεδρος αναμένεται να επαναφέρει τα πάγια αιτήματα για αναδιάρθρωση της κινεζικής οικονομίας στη σύνοδο ενώπιον του Σι Τζινπίνγκ, ελάχιστοι τρέφουν ελπίδες για μια θεαματική στροφή του Πεκίνου μακριά από το μοντέλο εξάρτησης από τις εξαγωγές.
“Υπάρχει μια ιδεολογική αγκύλωση στην κορυφή της κινεζικής ιεραρχίας που προκρίνει την παραγωγή έναντι της κατανάλωσης”, σημειώνει ο Νταλίπ Σινγκ, πρώην σύμβουλος του Λευκού Οίκου επί Μπάιντεν και νυν επικεφαλής οικονομολόγος της PGIM.
“Η Κίνα θα εξακολουθήσει να εναποθέτει τις ελπίδες της στον υπόλοιπο κόσμο για την απορρόφηση της πλεονάζουσας παραγωγής της, καθώς το εσωτερικό πολιτικό κόστος για την ενδυνάμωση των δικών της καταναλωτών κρίνεται απαγορευτικό”.
Οι ευρωπαϊκές οικονομίες, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Γαλλία, βρίσκονται εκτεθειμένες στο νέο κύμα εξαγωγών εμπορευμάτων. Το υψηλό ενεργειακό και εργατικό κόστος καθιστά την ήπειρο ιδιαίτερα ευάλωτη απέναντι στα φθηνότερα προϊόντα από το εξωτερικό.
Σε αντίθεση με το παρελθόν, το πρώτο “κινεζικό σοκ” είχε πιο ήπιες επιπτώσεις στην Ευρώπη, καθώς τα ηλεκτρονικά είδη, τα έπιπλα και οι συσκευές από το Πεκίνο δεν ανταγωνίζονταν άμεσα στρατηγικούς κλάδους, όπως η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία.
Πλέον, η αίσθηση ασφάλειας έχει εξανεμιστεί. Η εκτόξευση των κινεζικών εξαγωγών το πρώτο τρίμηνο του 2026 τροφοδοτήθηκε από τις αποστολές προς την ΕΕ (αύξηση 21,1%) και τη Νοτιοανατολική Ασία (αύξηση 20,5%), την ώρα που οι αντίστοιχες εξαγωγές προς τις ΗΠΑ υποχώρησαν.
Πηγή ανησυχίας για τις κυβερνήσεις σε Ευρώπη και Ασία αποτελεί το γεγονός ότι οι παράγοντες που διογκώνουν το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας ενισχύονται διαρκώς.
Η παρατεταμένη κρίση στην αγορά ακινήτων και το ελλιπές δίχτυ κοινωνικής προστασίας έχουν φρενάρει την εγχώρια κατανάλωση. Αυτό οδήγησε σε μηδενικό πληθωρισμό κατά το περασμένο έτος, αναγκάζοντας τη χώρα να στηριχθεί στην εξωτερική ζήτηση για να διατηρήσει τους ρυθμούς ανάπτυξης.
Από την πλευρά τους, οι Κινέζοι αξιωματούχοι απορρίπτουν κάθε κριτική, ξεκαθαρίζοντας πως δεν σκοπεύουν να αλλάξουν στρατηγική. “Το υποτιθέμενο ζήτημα της “υπερβάλλουσας παραγωγικής ικανότητας” της Κίνας είναι ανύπαρκτο και δεν πρέπει να αποτελεί πρόσχημα για πολιτικά παιχνίδια”, δήλωσε το υπουργείο Εξωτερικών του Πεκίνου, απαντώντας στις νέες πιέσεις των ΗΠΑ για αύξηση των δασμών.
Παρότι ο Σι Τζινπίνγκ ξεκίνησε πέρυσι μια εκστρατεία κατά του “neijuan” – του αλληλοεξοντωτικού, δηλαδή, ανταγωνισμού – για να περιορίσει τους πολέμους τιμών στην υψηλή τεχνολογία, η κατεύθυνση παραμένει η ίδια: Στο νέο πενταετές πλάνο (2026-2030), η ηγεσία της χώρας ενέκρινε μαζική κρατική στήριξη σε κλάδους αιχμής, από τη βιοτεχνολογία μέχρι τη ρομποτική.
Τέλος, καθοριστικό ρόλο παίζει το νόμισμα. Ο χαμηλός πληθωρισμός της Κίνας συγκριτικά με τους εταίρους της προκάλεσε υποτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας την τελευταία τριετία. Αυτό εκτόξευσε τις καθαρές εξαγωγές, με το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών να αγγίζει πέρυσι το 3,7% του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία της Κίνας – που μετρά την αξία του νομίσματος έναντι ενός “καλαθιού” ανταγωνιστικών νομισμάτων – είναι υποτιμημένη κατά περίπου 16%. Το γεγονός αυτό δίνει επιπλέον ώθηση στο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που απολαμβάνουν οι Κινέζοι εξαγωγείς στις διεθνείς αγορές.
Η Κίνα διατηρεί την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της αγοράζοντας δολάρια και υποτιμώντας το νόμισμά της, συσσωρεύοντας “σκιώδη αποθεματικά” μέσω ενός περίπλοκου δικτύου κρατικών τραπεζών.
Καθοριστικό ρόλο παίζει, επίσης, η βιομηχανική πολιτική του Πεκίνου. Η Κίνα εφαρμόζει μια πληθώρα μέτρων για τη στήριξη των νέων επιχειρήσεων, με τις τοπικές κυβερνήσεις να ανταγωνίζονται σκληρά μεταξύ τους προσφέροντας επιδοτήσεις, φθηνή γη, χρηματοδοτικά εργαλεία και φοροαπαλλαγές, προκειμένου να προσελκύσουν κατασκευαστές και να αναπτύξουν νέους κλάδους στην επικράτειά τους.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των περιφερειών είναι τόσο έντονος, που ορισμένες επιχειρήσεις μετακινούνται διαρκώς από περιοχή σε περιοχή κυνηγώντας τα καλύτερα κίνητρα. Αυτές οι εταιρείες έχουν γίνει πλέον γνωστές ως “μεταναστευτικά πουλιά”.
Στην αιχμή του δόρατος βρίσκεται η ανθρωποειδής ρομποτική, ένας τομέας που τα τελευταία χρόνια έχει προσελκύσει τεράστια κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου και κρατική χρηματοδότηση. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις (start-ups) που εισέρχονται στον κλάδο είναι πλέον τόσες πολλές, που ακόμη και η κινεζική κυβέρνηση προειδοποιεί για τον κίνδυνο δημιουργίας “φούσκας”.
Η Λι Τσάο, εκπρόσωπος της κρατικής υπηρεσίας σχεδιασμού της Κίνας, δήλωσε πρόσφατα ότι υπάρχουν περισσότερες από 150 εταιρείες παραγωγής ανθρωποειδών ρομπότ, με τον αριθμό τους να αυξάνεται συνεχώς.
“Πρέπει να προφυλαχθούμε από τον κίνδυνο να κατακλυστεί η αγορά από πανομοιότυπα προϊόντα, κάτι που θα περιόριζε τα περιθώρια για ουσιαστική έρευνα και ανάπτυξη”, σημείωσε.
Ωστόσο, η πραγματική κλίμακα ίσως είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο δείχνουν οι επίσημοι αριθμοί. Ο πάροχος δεδομένων Qichacha καταγράφει 1,2 εκατομμύρια κινεζικές εταιρείες που περιλαμβάνουν τη λέξη “ρομπότ” στην ονομασία ή στο αντικείμενο δραστηριότητάς τους.
Μάλιστα, ορισμένες από αυτές στράφηκαν στη ρομποτική πολύ πρόσφατα, προερχόμενες από κλάδους όπως τα καλλυντικά, η πράσινη ενέργεια ή οι ημιαγωγοί.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση ιδρυτή εταιρείας ρομποτικής στη δυτική Κίνα, ο οποίος παρέθεσε τις επιδοτήσεις που τον βοήθησαν να ξεκινήσει: επιχορηγήσεις προς τους πελάτες του για την αγορά των προϊόντων του, επιδοτήσεις για την καθ’ ύψος επέκταση του εργοστασίου του, κονδύλια για φωτοβολταϊκά στέγης και συστήματα αποθήκευσης ενέργειας, καθώς και τον τίτλο του “έξυπνου εργοστασίου” από την περιφερειακή κυβέρνηση, ο οποίος συνοδεύεται από επιπλέον προνόμια.
Οι ανταγωνιστές του απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια, παραδέχεται ο ίδιος, σημειώνοντας ότι αυτό πιθανώς συνέβαλε στην “επέλαση” νέων αντιπάλων που τον ανάγκασε να μειώσει τις τιμές του κατά 10% τον τελευταίο χρόνο. “Την ίδια στιγμή, όμως, δεν θα υπήρχαμε χωρίς αυτά”, προσθέτει. “Τα οφέλη υπερτερούν των μειονεκτημάτων”.
Το σύστημα αυτό δημιουργεί ολοένα και περισσότερες εταιρείες που μάχονται για το ίδιο μερίδιο της αγοράς, εξηγεί ο Χουάνγκ Χε, του οποίου ο όμιλος, Northern Light Venture Capital, έχει επενδύσει στη Mega-Senway. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν το κρατικό χρήμα παύει να είναι ένα εργαλείο ανάπτυξης και μετατρέπεται σε μέσο τεχνητής επιβίωσης των επιχειρήσεων.
“Οι τοπικές αρχές διστάζουν να αφήσουν τις εγχώριες εταιρείες να πτωχεύσουν”, αναφέρει. “Γι’ αυτό και η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα είναι ένα πρόβλημα τόσο δύσκολο να επιλυθεί”.
Βάσει του τρόπου λειτουργίας του κινεζικού συστήματος, οι τοπικοί αξιωματούχοι έχουν κάθε κίνητρο να προστατεύουν τις επιχειρήσεις τους. Ο ΦΠΑ αποφέρει σχεδόν το 40% των φορολογικών εσόδων της Κίνας και η κεντρική κυβέρνηση μοιράζεται τις εισπράξεις με τις τοπικές αρχές των περιοχών όπου παράγονται τα προϊόντα. Αυτό δίνει στους τοπικούς φορείς άμεσο συμφέρον να κρατούν τα εργοστάσια σε λειτουργία.
Παράλληλα, η ενίσχυση της τοπικής παραγωγής τροφοδοτεί τους ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι αποτελούν το βασικό κριτήριο αξιολόγησης των αξιωματούχων. Επιπλέον, τυχόν μαζικές απολύσεις θα μπορούσαν να κλονίσουν την κοινωνική σταθερότητα, που παραμένει η ύψιστη προτεραιότητα του Πεκίνου.
“Οι αξιωματούχοι φοβούνται μην αποτύχουν στους στόχους για το ΑΕΠ. Κανένας δεν ανησυχεί για την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα”, αναφέρει ένας άλλος ιδρυτής εταιρείας, που ζήτησε να τηρηθεί η ανωνυμία του. “Όσο υπάρχει παραγωγή, υπάρχουν και έσοδα από τον ΦΠΑ. Το αν θα πουλήσεις τελικά το προϊόν ή αν θα έχεις κέρδος, δεν τους απασχολεί ιδιαίτερα”.
Το Πεκίνο δεν αγνοεί το πρόβλημα. Ο Γιν Γιανλίν, κορυφαίος οικονομικός σύμβουλος της κυβέρνησης, δήλωσε τον περασμένο μήνα στο περιοδικό Qiushi – το επίσημο θεωρητικό όργανο του Κόμματος – ότι απαιτούνται φορολογικές μεταρρυθμίσεις, ώστε ο ΦΠΑ να αποδίδεται στο σημείο πώλησης και όχι στο σημείο παραγωγής.
Το Qiushi δημοσίευσε τον περασμένο Ιούλιο ένα άρθρο που προκάλεσε αίσθηση, ζητώντας να σταματήσει ο αλληλοεξοντωτικός ανταγωνισμός (neijuan). Στο κείμενο κατηγορούνταν οι τοπικές κυβερνήσεις ότι πυροδοτούν το πρόβλημα, δελεάζοντας κατασκευαστές με παράνομες φοροαπαλλαγές, επιδοτήσεις και φθηνή γη, και οδηγώντας τους όλους μαζικά προς τους ίδιους “δημοφιλείς” κλάδους.
Ο Χουάνγκ, της Mega-Senway, υποψιάζεται ότι ορισμένοι ανταγωνιστές του μπαίνουν μέσα σε κάθε αισθητήρα που πωλούν, επιβιώνοντας μόνο χάρη στις ενέσεις ρευστότητας από τοπικά κρατικά ταμεία. “Γνωρίζω το κόστος παραγωγής. Ορισμένες τιμές τους στερούνται οποιασδήποτε εμπορικής λογικής”, σημειώνει.
Το αποτέλεσμα είναι ότι επιχειρήσεις που κανονικά θα έπρεπε να έχουν τεθεί εκτός αγοράς συνεχίζουν να λειτουργούν με κρατική στήριξη – ιδιαίτερα σε κλάδους που απολαμβάνουν την πολιτική εύνοια του Πεκίνου, όπως τα φωτοβολταϊκά, η αιολική ενέργεια, οι μπαταρίες και τα ηλεκτρικά οχήματα.
“Οι αναλυτές συχνά συγχέουν την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της κινεζικής βιομηχανίας με τη βιομηχανική αποδοτικότητα, όμως πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά πράγματα”, επισημαίνει ο Μάικλ Πέτις, ανώτερος συνεργάτης στο Carnegie Endowment for International Peace. “Η ανταγωνιστικότητα της Κίνας βασίζεται στην υποτιμημένη συναλλαγματική ισοτιμία, στη φθηνή χρηματοδότηση και στους πολύ χαμηλούς μισθούς συγκριτικά με την παραγωγικότητα”.
Πρόσφατη ανάλυση του ΟΟΣΑ αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των κρατικών ενισχύσεων. Σύμφωνα με στοιχεία του οργανισμού για τις κινεζικές επιχειρήσεις, εκτιμάται ότι αυτές επιδοτούνται με ρυθμό τρεις έως εννέα φορές υψηλότερο σε σχέση με τις αντίστοιχες εταιρείες των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Πέρα από τις άμεσες επιχορηγήσεις και τις φοροαπαλλαγές, τα δεδομένα του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η σημαντικότερη στήριξη παρέχεται μέσω δανείων από κινεζικές κρατικές τράπεζες. Αυτές προσφέρουν επιτόκια κάτω του επιπέδου της αγοράς, επιτρέποντας στις κινεζικές εταιρείες να εκτοπίζουν τον διεθνή ανταγωνισμό.
Αν και αυτή η στρατηγική επέτρεψε στους κινεζικούς ομίλους να κυριαρχήσουν παγκοσμίως, τα κέρδη τους πλέον εξανεμίζονται. Στον κλάδο των φωτοβολταϊκών, η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα οδήγησε σε δυσθεώρητες ζημιές. Οι έξι μεγαλύτεροι εισηγμένοι όμιλοι της Κίνας εκτιμούν ότι οι συνολικές τους απώλειες για το 2025 θα αγγίξουν τα 43 δισ. γουάν.
Παρόλα αυτά, οι επιδοτήσεις συνεχίζονται ακάθεκτες. Ενδεικτικά, η Jinko Solar έλαβε ενισχύσεις 1,3 δισ. γουάν το πρώτο εξάμηνο του 2025, καταγράφοντας ωστόσο ζημιές 3 δισ. γουάν την ίδια περίοδο. Αντίστοιχα, η Trina Solar έλαβε εκατοντάδες εκατομμύρια γουάν το ίδιο διάστημα.
Ο Γκάο Τζιφάν, πρόεδρος και ιδρυτής της Trina, δήλωσε στους Financial Times ότι η κυβέρνηση οφείλει να παρέμβει για την απόσυρση της υπολειτουργούσας παραγωγικής ικανότητας, ώστε να εξισορροπηθεί η προσφορά με τη ζήτηση. Παράλληλα, προτρέπει τις αρχές να ελέγχουν τις τιμές των ανταγωνιστών: “Το κλειδί για την αντιμετώπιση του αλληλοεξοντωτικού ανταγωνισμού (neijuan) είναι η αυστηρή εφαρμογή νόμων που θα τιμωρούν τις πωλήσεις κάτω του κόστους”, επισημαίνει.
Καθώς τα κινεζικά εργοστάσια στράφηκαν μαζικά στην ηλιακή ενέργεια, η παραγωγή εκτοξεύτηκε. Η χώρα έχει πλέον τη δυνατότητα να κατασκευάζει ετησίως πάνελ ισχύος 1.200 GW — μέγεθος σχεδόν διπλάσιο από τα 647 GW που εγκαταστάθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο πέρυσι.
“Πώς καταφέραμε να χτίσουμε παραγωγική ικανότητα διπλάσια της παγκόσμιας ζήτησης σε τόσο σύντομο διάστημα;” διερωτήθηκε ο Λι Ντονγκσένγκ, πρόεδρος του κολοσσού TCL. “Ο κύριος λόγος είναι η στρέβλωση στην κατανομή των πόρων και η αλόγιστη εμπλοκή των τοπικών κυβερνήσεων”, δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του.
Ο Λι σημείωσε ότι οι τοπικές αρχές διοχέτευαν ακατάπαυστα κεφάλαια σε μονάδες ηλιακής ενέργειας την τελευταία πενταετία, καλύπτοντας πάνω από το 50% της χρηματοδότησης σε πολλά έργα. “Σχεδόν κανένα εργοστάσιο δεν χτίστηκε χωρίς την κεφαλαιακή συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης”, ανέφερε, τονίζοντας ότι η κεντρική κυβέρνηση επιχείρησε – χωρίς επιτυχία – να φρενάρει αυτές τις επενδύσεις.
“Συνέχισαν να το κάνουν με διάφορους τρόπους”, κατέληξε. Η επέκταση στις διεθνείς αγορές ίσως βοηθήσει στη σταδιακή απορρόφηση της πλεονάζουσας παραγωγής, ωστόσο αυτό “δεν μπορεί να επιτευχθεί από τη μια μέρα στην άλλη”.
Η ενίσχυση των πωλήσεων στο εξωτερικό, όπου τα περιθώρια κέρδους είναι πιο ικανοποιητικά και ο ανταγωνισμός λιγότερο αδυσώπητος, αποτελεί πλέον κορυφαία προτεραιότητα για πολλές κινεζικές επιχειρήσεις. Κατασκευαστές αυτοκινήτων και μπαταριών, όμιλοι ανεμογεννητριών και παραγωγοί ηλιακών συστημάτων εργάζονται εντατικά για να επεκτείνουν το διεθνές τους αποτύπωμα.
Οι κινεζικές εξαγωγές οχημάτων αυξήθηκαν πέρυσι κατά 21%, φτάνοντας τα 142 δισ. δολάρια, ενώ οι αποστολές μπαταριών ιόντων λιθίου ανήλθαν στα 77 δισ. δολάρια. Στον τομέα των ηλιακών κυψελών, ενώ ο όγκος των εξαγωγών εκτινάχθηκε κατά 73%, η κατάρρευση των τιμών είχε ως αποτέλεσμα η συνολική αξία των αποστολών να υποχωρήσει κατά 8%, στα 28 δισ. δολάρια.
Ο John McLuskie, επικεφαλής των δραστηριοτήτων της ελβετικής LEM στην Ασία, δεν κρύβει την ανησυχία του για την επιθετική διείσδυση των Κινέζων ανταγωνιστών στις διεθνείς αγορές. “Θα ήταν παράξενο να μην ανησυχούμε”, σημειώνει, σπεύδοντας ωστόσο να προσθέσει ότι ο όμιλος προετοιμάζεται γι’ αυτή τη μεγάλη αναμέτρηση.
Η εισηγμένη στο ελβετικό χρηματιστήριο LEM κατασκευάζει αισθητήρες ρεύματος, παρόμοιους με εκείνους της Mega-Senway, οι οποίοι ενσωματώνονται σε αυτοκίνητα, μπαταρίες, φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες. Παρότι η Κίνα αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά της, ο αδυσώπητος ανταγωνισμός εκεί οδήγησε το καθαρό περιθώριο κέρδους της σε ελεύθερη πτώση: από το 19,4% το 2022, βούλιαξε στο μόλις 2,7% πέρυσι.
Σε μια προσπάθεια ανασύνταξης, η εταιρεία ακύρωσε το μέρισμα και προχώρησε σε δραστικές περικοπές κόστους, κυρίως στην Ευρώπη, όμως η μετοχή της εξακολουθεί να υποχωρεί κατά 84% την τελευταία τετραετία. Σύμφωνα με τον McLuskie, η μόνη διέξοδος είναι η LEM να «μάθει» από τους Κινέζους ανταγωνιστές της: να αξιοποιήσει τη χαμηλού κόστους κινεζική εφοδιαστική αλυσίδα και να ενισχύσει το τμήμα Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D) στη Σαγκάη με 30 νέους επιστήμονες.
“Οφείλουμε να βρισκόμαστε κοντά στους πελάτες μας και να κινούμαστε στους δικούς τους ρυθμούς”, εξηγεί. “Πρέπει να είμαστε κερδοφόροι και ανταγωνιστικοί εδώ”. Παράλληλα, εκτιμά ότι η LEM μπορεί να βγει κερδισμένη από τη διεθνή επέκταση των Κινέζων πελατών της.
Σε ανάλογα συμπεράσματα κατέληξε και η Volkswagen. Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία εγκαινίασε πέρυσι ένα νέο κέντρο R&D στο Χεφέι, το οποίο αναλαμβάνει πλέον εξ ολοκλήρου τον σχεδιασμό των μοντέλων για την κινεζική αγορά, ενώ σταδιακά θα κατασκευάζει οχήματα για τις αγορές του “Παγκόσμιου Νότου” και της Μέσης Ανατολής. Για τη VW, αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να αναμετρηθεί με τις εγχώριες κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες.
Η περίπτωση αυτή, όπως και αναρίθμητες άλλες παγκοσμίως, επιβεβαιώνει ότι οι επιπτώσεις του “δεύτερου κινεζικού σοκ” στη βιομηχανία γίνονται ολοένα και πιο έντονες.
“Πρέπει να σταματήσουμε ή να επιβραδύνουμε τον κινεζικό “οδοστρωτήρα”, ώστε η βιομηχανία μας να μην εξαφανιστεί εν μία νυκτί”, προειδοποιεί ο Jeromin Zettelmeyer, επικεφαλής της δεξαμενής σκέψης Bruegel, αναφερόμενος στην παραγωγική ισχύ της Ευρώπης και των συμμάχων της.
“Δεν μπορούμε όμως να δράσουμε αγνοώντας τη μακροπρόθεσμη προοπτική, στην οποία η Κίνα θα παραμείνει κυρίαρχη στην παγκόσμια βιομηχανία”, προσθέτει. “Χρειαζόμαστε έναν συνδυασμό μέτρων που θα μετριάζουν το πλήγμα και, παράλληλα, θα μας βοηθούν να προσαρμοστούμε σε αυτό”.
Πίσω στη Mega-Senway, ο Χουάνγκ αναπτύσσει νέα προϊόντα για κέντρα δεδομένων (data centers) και εξετάζει με προσοχή το ενδεχόμενο επέκτασης των πωλήσεων στο εξωτερικό. Δεν θέλει να μπει σε νέες αγορές βασιζόμενος μόνο στις χαμηλές τιμές. Όταν άρχισε να επισκέπτεται διανομείς εκτός Κίνας, ένας από αυτούς του έδωσε μια ξεκάθαρη συμβουλή: να σέβεται τους τοπικούς κανόνες του εμπορίου.
“Το υπονοούμενο”, λέει ο Χουάνγκ, «ήταν το εξής: “Σας παρακαλούμε, μη φέρετε μαζί σας αυτόν τον ανελέητο κινεζικό ανταγωνισμό. Μην έρθετε εδώ για να διαλύσετε τον τρόπο που στήνουμε τις επιχειρήσεις”.
Ο Χουάνγκ παραδέχεται ότι θα ήθελε να μπορεί να ξεφύγει από αυτόν τον ασταμάτητο ανταγωνισμό. “Ιδρύσαμε την εταιρεία επειδή μας άρεσε να δημιουργούμε νέα προϊόντα”, λέει. “Τώρα, κάθε χρόνο που συντάσσω τον προϋπολογισμό, αναρωτιέμαι τι άλλο μπορώ να περικόψω για να εξοικονομήσω πόρους για κάτι καινούργιο”.
Στις εμπορικές εκθέσεις συναντά συχνά τους ανταγωνιστές του, που φαίνονται εξίσου ταλαιπωρημένοι. “Ένας από αυτούς μου πρότεινε να “ρίξουμε” όλοι λίγο τους ρυθμούς μας”, θυμάται. “Του είπα ότι θα το ήθελα πολύ”.
“Αμέσως μετά, όμως, πήγε και έδωσε χαμηλότερη τιμή από τη δική μου”, καταλήγει.
Οπτικοποίηση δεδομένων από τον Haohsiang Ko. Πρόσθετο ρεπορτάζ από τους Edward White, Tina Hu και Cheng Leng.
news24/7.gr











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου