Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Βρετανία, Ιταλία και Γαλλία στο επίκεντρο κρίσης χρέους – Άνοδος αποδόσεων και ανησυχία στις αγορές


 Η Βρετανία, η Ιταλία και η Γαλλία βρίσκονται στο επίκεντρο ενός ισχυρού ξεπουλήματος κρατικού χρέους που πυροδοτήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν, με τις αγορές να στρέφουν την προσοχή τους στις αυξανόμενες πιέσεις που δέχονται τα δημόσια οικονομικά των τριών χωρών. Σύμφωνα με επενδυτές, οι τρεις οικονομίες αποτελούν πλέον τα νέα «προβληματικά» κράτη της ευρωπαϊκής αγοράς ομολόγων, σχηματίζοντας την ομάδα που αποκαλείται «Bifs» (Βρετανία, Ιταλία, Γαλλία).

Οι τρεις χώρες κατέγραψαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις στο κόστος δανεισμού μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών ομολόγων μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή στις 28 Φεβρουαρίου. Παρά τη μερική ανάκαμψη, οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων της Βρετανίας και της Ιταλίας αυξήθηκαν κατά τουλάχιστον 0,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ τα γαλλικά ομόλογα σημείωσαν άνοδο 0,45 ποσοστιαίων μονάδων. Την ίδια περίοδο, οι αποδόσεις των γερμανικών ομολόγων αυξήθηκαν κατά 0,38 ποσοστιαίες μονάδες.

Η πίεση στις αγορές χρέους αποδίδεται στους φόβους των επενδυτών ότι μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου θα ενισχύσει τον πληθωρισμό, ενώ παράλληλα οι τρεις χώρες εμφανίζονται λιγότερο προετοιμασμένες να χρηματοδοτήσουν αυξημένες δαπάνες για άμυνα και ενέργεια. Ο Κρεγκ Ίντσες, επικεφαλής επιτοκίων και ρευστότητας στη Royal London Asset Management, ο οποίος εισήγαγε τον όρο «Bifs», δήλωσε ότι οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες πιέσεις λόγω των περιορισμένων δημοσιονομικών τους δυνατοτήτων και ότι πλέον αντιμετωπίζονται ως ενιαία ομάδα από τις αγορές.

Ο ίδιος επισήμανε ότι, ενώ οι χώρες αυτές ενδέχεται να επιδιώξουν την ενίσχυση των ενεργειακών και αμυντικών υποδομών τους, παραμένει αβέβαιο αν οι αγορές θα επιτρέψουν τέτοιες κινήσεις και με ποιο κόστος. Η πρόκληση για τη Βρετανία έγινε εμφανής μέσω μιας έκδοσης χρέους ύψους 15 δισεκατομμυρίων λιρών, όπου το επιτόκιο διαμορφώθηκε λίγο πάνω από το 4,91%, το υψηλότερο για 10ετή έκδοση από το 2008, όπως αναφέρουν οι Financial Times.

Η νέα αυτή κατηγοριοποίηση θυμίζει την εποχή των λεγόμενων «Piigs» (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία), όρος που χρησιμοποιήθηκε ευρέως κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους πριν από περισσότερο από μία δεκαετία. Τότε, οι χώρες αυτές αντιμετώπιζαν υψηλό χρέος, προβληματικά τραπεζικά δάνεια και αυξημένα κόστη δανεισμού, ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχουν βελτιώσει σημαντικά τα δημοσιονομικά τους.

Παράλληλα, μέτρα όπως η προσωρινή μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα στην Ιταλία έχουν οδηγήσει ορισμένους επενδυτές να προειδοποιούν για επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών στην Ευρώπη, ιδιαίτερα εάν συνδυαστούν με μακροπρόθεσμα σχέδια αύξησης δαπανών για ενεργειακή ανεξαρτησία και άμυνα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, κυβερνητικός σύμβουλος προειδοποίησε ότι ο πόλεμος αποτελεί «σκληρή αφύπνιση» για την υποχρηματοδότηση των ενόπλων δυνάμεων, ενώ εντός του Εργατικού Κόμματος υπάρχουν πιέσεις για εξαίρεση των αμυντικών δαπανών από τα όρια δανεισμού.

Η Ευρώπη, ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, θεωρείται ιδιαίτερα ευάλωτη στις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, με τις πρόσθετες δαπάνες να προστίθενται σε ήδη υψηλά επίπεδα έκδοσης χρέους λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, η οποία είχε ήδη αυξήσει το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού.

Ο Γκόρντον Σάνον, διαχειριστής κεφαλαίων στην TwentyFour Asset Management, σημείωσε ότι η υποαπόδοση των τριών χωρών σχετίζεται με τη σχετική δημοσιονομική τους θέση πριν από την κρίση, επισημαίνοντας ότι όταν οι δείκτες χρέους προς ΑΕΠ είναι ήδη υψηλοί, αυξάνεται η δημοσιονομική πίεση. Στη Γαλλία, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου είχε ήδη φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011, ενώ τον προηγούμενο μήνα άγγιξε σχεδόν το 3,89%, το υψηλότερο επίπεδο από την περίοδο μετά την κρίση του 2009.

Αντίστοιχα, η απόδοση των 10ετών βρετανικών ομολόγων έφτασε σχεδόν το 5,12% τον προηγούμενο μήνα, το υψηλότερο επίπεδο από το 2008, ενώ σήμερα κινείται περίπου στο 4,8%. Οι πολιτικοί κίνδυνοι στη Βρετανία και τη Γαλλία έχουν επίσης συμβάλει στην αύξηση του κόστους δανεισμού, ενώ το υψηλό δημόσιο χρέος της Ιταλίας παραμένει διαχρονική ανησυχία για τους επενδυτές.

Η Γαλλία, με υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα και πρόσφατη πολιτική κρίση, βλέπει το κόστος δανεισμού της να συγκλίνει με εκείνο χωρών που στο παρελθόν θεωρούνταν μέρος της περιφέρειας της Ευρωζώνης. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα αυξημένα επιτόκια συνδέονται εν μέρει με τους πολιτικούς κινδύνους μετά την κρίση των ομολόγων του 2022, καθώς και με περιοδικές ανησυχίες για πιθανή αλλαγή πρωθυπουργού.

Σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times σε δεδομένα της LSEG, η συσχέτιση μεταξύ των αποδόσεων των βρετανικών και των ιταλικών ομολόγων έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν. Ο Μάικ Ρίντελ, διαχειριστής κεφαλαίων στη Fidelity International, χαρακτήρισε το φαινόμενο αυτό εξαιρετικά ασυνήθιστο, σημειώνοντας ότι οι δύο χώρες αντιμετωπίζονται πλέον παρόμοια ως προς τις δημοσιονομικές τους ευπάθειες.

Τέλος, ο ίδιος επισήμανε ότι η Γαλλία «αντιμετώπισε την κρίση καλύτερα» σε σχέση με τις άλλες δύο χώρες, γεγονός που ενδέχεται να οφείλεται στη θετική στάση των επενδυτών απέναντι στα βρετανικά και ιταλικά ομόλογα πριν από την κρίση, ενώ το γαλλικό χρέος είχε ήδη υποαποδώσει σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές τα προηγούμενα χρόνια.

newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου