Σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές ισορροπίες δοκιμάζονται εκ νέου, η Κίνα παρακολουθεί προσεκτικά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, βλέποντας στον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν όχι μόνο κινδύνους αλλά και ευκαιρίες αναδιάταξης του διεθνούς σκηνικού.
Η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν, που παρουσιάστηκε από την Ουάσιγκτον ως μέσο αναδιάταξης της ισορροπίας δυνάμεων στη Μέση Ανατολή
και ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος των ΗΠΑ έναντι της Κίνας, αντιμετωπίζεται στο Πεκίνο ως στρατηγικό λάθος που μπορεί να επιταχύνει την αμερικανική παρακμή και να δημιουργήσει νέα γεωπολιτικά περιθώρια για την κινεζική επιρροή, εκτιμά σε ανάλυσή του ο Economist.Η απόφαση για στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τεχεράνη προωθήθηκε από τους υποστηρικτές της ως μια κίνηση που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τον χάρτη ισχύος στη Μέση Ανατολή, περιορίζοντας ένα καθεστώς που θεωρείται απειλή και αναχαιτίζοντας τις πυρηνικές του φιλοδοξίες. Στο ίδιο πλαίσιο, εκτιμήθηκε ότι η σύγκρουση θα λειτουργούσε και σε παγκόσμιο επίπεδο, ως επίδειξη ισχύος προς την ανερχόμενη Κίνα, ασκώντας… bullying μέσω του ελέγχου κρίσιμων παραμέτρων, όπως οι ενεργειακές ροές, και αναδεικνύοντας την αδυναμία του Πεκίνου να στηρίξει συμμάχους του, όπως το Ιράν.
«Στρατηγικό λάθος της Ουάσιγκτον»
Ωστόσο, έναν μήνα μετά την έναρξη των συγκρούσεων, αυτή η ανάγνωση κρίνεται στο Πεκίνο υπερβολική και λανθασμένη. Όπως προκύπτει από επαφές του Economist με διπλωμάτες, συμβούλους, ακαδημαϊκούς και νυν ή πρώην Κινέζους αξιωματούχους, η σύγκρουση θεωρείται σοβαρό στρατηγικό σφάλμα της Ουάσιγκτον. Η κινεζική ηγεσία επέλεξε να παραμείνει εκτός, υιοθετώντας τη γνωστή ρήση που αποδίδεται στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη: «Ποτέ μην διακόπτεις τον αντίπαλό σου όταν κάνει λάθος».
Στo κινεζικό επιτελείο εκτιμάται ότι ο πόλεμος μπορεί να επιταχύνει τη φθορά της αμερικανικής ισχύος. Η επιθετική στάση των ΗΠΑ ερμηνεύεται ως επιβεβαίωση της επιλογής του Σι Τζινπίνγκ να δώσει προτεραιότητα στην ασφάλεια έναντι της οικονομικής μεγέθυνσης. Ταυτόχρονα, καλλιεργείται η προσδοκία ότι μια μελλοντική ειρηνευτική διευθέτηση θα ανοίξει τον δρόμο για κινεζικές επενδύσεις και βαθύτερη οικονομική παρουσία στην περιοχή.
Κατά την κινεζική ανάλυση, η Ουάσιγκτον στρέφεται κατά του Ιράν επειδή αντιλαμβάνεται ότι η ισχύς της υποχωρεί. Η εικόνα της στρατιωτικής υπεροχής δεν συνοδεύεται, σύμφωνα με Κινέζους αναλυτές, από σαφή στρατηγικό σχεδιασμό. Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να αγνόησε εισηγήσεις ειδικών, επιλέγοντας απειλές και αφήνοντας ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση έλλειψης συνοχής.
Ο κίνδυνος μακροχρόνιας εμπλοκής και οι συνέπειες στην Ασία
Η πιθανότητα χερσαίας επιχείρησης ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι διαδοχικές λανθασμένες επιλογές μπορεί να οδηγήσουν τις ΗΠΑ σε μακροχρόνια εμπλοκή στη Μέση Ανατολή. Είτε μέσω αποσταθεροποίησης του Ιράν είτε μέσω επιμονής του καθεστώτος, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να εγκλωβιστεί σε μια παρατεταμένη στρατιωτική παρουσία, ενώ η πιθανότητα επιδίωξης πυρηνικών από την Τεχεράνη θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέους κύκλους σύγκρουσης.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αποσπούσε την προσοχή των ΗΠΑ από την Ανατολική Ασία, όπου η Κίνα επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της. Παράλληλα, η σύγκρουση προκαλεί ανησυχία σε χώρες που βασίζονται στην αμερικανική ασφάλεια, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος επιβαρύνει τις οικονομίες τους. Στο Πεκίνο εκτιμάται ότι ορισμένα ασιατικά κράτη ενδέχεται να επιλέξουν πιο ήπιες σχέσεις με την Κίνα, ώστε να αποφύγουν εντάσεις σε ένα ασταθές περιβάλλον.
Η κινεζική ηγεσία θεωρεί ότι οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν την επιλογή ενίσχυσης της αυτάρκειας σε κρίσιμους τομείς, ακόμη και εις βάρος της ανάπτυξης. Η χώρα έχει δημιουργήσει στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που φτάνουν τα 1,3 δισ. βαρέλια, επενδύει σε πυρηνική, ηλιακή και αιολική ενέργεια, ενώ συνεχίζει να αξιοποιεί τον άνθρακα. Παράλληλα, διατηρεί μια πρακτική στάση απέναντι στο ιρανικό πετρέλαιο, διευκολύνοντας τη διακίνησή του.
Στο ίδιο πλαίσιο, το Πεκίνο επιχειρεί να ενισχύσει τα δικά του μέσα πίεσης. Μετά την αύξηση των δασμών από την κυβέρνηση Τραμπ, απείλησε με περιορισμό των εξαγωγών σπάνιων γαιών, κρίσιμων για την τεχνολογία και την ενέργεια. Αν και αυτή η επιρροή ενδέχεται να περιοριστεί, η Κίνα εξετάζει νέα πεδία πίεσης, όπως οι ημιαγωγοί, τα φάρμακα και οι εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ επενδύει σε τεχνολογίες αιχμής όπως η κβαντική υπολογιστική και η ρομποτική.
Οικονομικές ευκαιρίες και γεωπολιτικά ρίσκα για το Πεκίνο
Η σύγκρουση ενδέχεται να δημιουργήσει και οικονομικές προοπτικές. Η ανοικοδόμηση σε χώρες του Κόλπου και στο Ιράν, αλλά και η ανάγκη για εναλλακτικές ενεργειακές λύσεις, μπορεί να ενισχύσουν τη ζήτηση για κινεζικές τεχνολογίες, ιδίως στον τομέα της πράσινης ενέργειας, όπου η Κίνα διαθέτει σημαντική παραγωγική δυναμικότητα.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι η Ουάσιγκτον ίσως υιοθετήσει πιο διαλλακτική στάση στις συνομιλίες με το Πεκίνο, εφόσον αντιμετωπίζει δυσκολίες στη Μέση Ανατολή. Κατά τη σύνοδο κορυφής Τραμπ–Σι στο Πεκίνο τον Μάιο, η κινεζική πλευρά επιδιώκει συμφωνία που θα περιορίζει δασμούς και περιορισμούς, ενώ θα επιτρέπει επενδύσεις. Στο ιδανικό σενάριο, η Ουάσιγκτον θα δηλώσει ότι αντιτίθεται στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν και στηρίζει την ειρηνική ενοποίηση.
Ωστόσο, η αισιοδοξία αυτή συνοδεύεται από επιφυλάξεις. Κινέζοι αναλυτές εξετάζουν με προσοχή τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε σύγκρουση, όπως αυτή γύρω από την Ταϊβάν, ιδιαίτερα επικίνδυνη και απρόβλεπτη. Επιπλέον, μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την κινεζική οικονομία και τις εξαγωγές της.
Παρά τη ρεαλιστική προσέγγιση, εντοπίζεται ένα κενό στην κινεζική ανάλυση: η διστακτικότητα να εξεταστεί το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά σε ένα σύστημα που οι ίδιες δημιούργησαν. Παρότι η Κίνα επικρίνει τις δυτικές αξίες, έχει ωφεληθεί από τη διεθνή τάξη που διαμόρφωσε η Ουάσιγκτον.
Ένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον θα μπορούσε να πλήξει την κινεζική οικονομία, η οποία βασίζεται στις εξαγωγές, ενώ η πολιτική σταθερότητα αποτελεί βασικό πυλώνα του συστήματος. Την ίδια στιγμή, η πιθανή υποχώρηση των ΗΠΑ δεν σημαίνει απαραίτητα και απώλεια της ικανότητάς τους να προσαρμόζονται. Η αμερικανική οικονομία έχει δείξει στο παρελθόν σημαντική ανθεκτικότητα, την ώρα που η Κίνα αντιμετωπίζει προκλήσεις όπως η γήρανση του πληθυσμού και οι περιορισμοί της πολιτικής της δομής.
newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου