Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Ιστορίες αιχμαλωσίας: «Αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, όλα αυτά που ζήσαμε θα τα κουβαλούμε και στην επόμενη ζωή»


«Οι νύχτες για μας είναι ατελείωτες. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος που έζησε αυτά τα πράγματα να κοιμάται ήσυχος τα βράδια. Δεν μπορεί να τα ξεχάσει. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, όλα αυτά που ζήσαμε το μαύρο καλοκαίρι του 1974 θα τα κουβαλούμε και στην επόμενη ζωή». Με αυτή τη φράση και με φωνή σπασμένη από συγκίνηση, ο Βάσος Χρίστου συμπυκνώνει μια ολόκληρη ζωή σημαδεμένη από την αιχμαλωσία, το τραύμα και τη μνήμη.

Πρόεδρος του Συνδέσμου Αιχμαλώτων Πολέμου 1974, ο Βάσος Χρίστου, μαζί με τους συναιχμαλώτους του, Κυπριανό Γιαννή (Γραμματέα του Συνδέσμου) και Σπύρο Γαβριήλ βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή την αποψινή παρουσίαση του βιβλίου «Κύπρος 1974, Φωνές αιχμαλωσίας». Μια εκδήλωση που πραγματοποιείται κατόπιν οδηγιών του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και αποτελεί «τον ελάχιστο φόρο τιμής εκ μέρους της πολιτείας για τα θύματα του εγκλήματος της Τουρκίας κατά παράβαση των προνοιών του Διεθνούς Δικαίου της τρίτης Σύμβασης της Γενεύης περί προστασίας των αιχμαλώτων πολέμου», όπως εξηγεί ο Γενικός Πρόξενος της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, Κωνσταντίνος Πολυκάρπου.

Μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο Βάσος Χρίστου αφηγείται την προσωπική του ιστορία αιχμαλωσίας όχι ως κάποιο παλιό γεγονός, αλλά ως κάτι που το ζει ακόμα κάθε νύχτα.

Γεννημένος στο Πέλλα Παΐς της Κερύνειας, «ένα πανέμορφο χωριό με το επιβλητικό του Αββαείο από τον 13ο αιώνα», όπως λέει με περηφάνια, βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με τη βαρβαρότητα του πολέμου. Ήταν μόλις 18 ετών. «Την ημέρα που έγινε η εισβολή ήταν η σειρά μου να καταταγώ στον στρατό». Θυμάται ακόμα το κάλεσμα από το ραδιόφωνο: «Καλούσαν όλους να παρουσιαστούν. Και στρατεύσιμους και όποιον μπορούσε να βοηθήσει».

«Δεν μου έδωσαν όπλο. Με βάλαν να μεταφέρω πυρομαχικά και τραυματίες»

Ο ίδιος δεν ήξερε να κρατά όπλο. «Δεν μου έδωσαν όπλο. Με βάλαν να μεταφέρω πυρομαχικά και τραυματίες». Παρ’ όλα αυτά, πίστευε πως έπρεπε να σταθεί δίπλα στην πατρίδα του. «Θεώρησα ότι αυτά που μας δίδασκαν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μας, τα ιδανικά και οι αξίες, έπρεπε να γίνουν πράξη», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όμως τίποτα δεν μπορούσε να προετοιμάσει εκείνον και το χωριό του για όσα θα ακολουθούσαν. «Στις 2 Αυγούστου μάς συνέλαβαν εν καιρώ εκεχειρίας», λέει και προσθέτει με πίκρα: «Οι Τούρκοι δεν τήρησαν ποτέ την εκεχειρία. Την έκαναν μόνο για να προχωρήσουν τα άρματά τους». Εκείνη τη μέρα μπήκαν στο Πέλλα Παΐς και συνέλαβαν όλους τους άντρες του χωριού. «Από 15 χρονών μέχρι 70. Όλους». Οι γυναίκες και τα παιδιά περιορίστηκαν σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Οι άντρες οδηγήθηκαν στο Αββαείο. «Μας είχαν εκεί με πολυβόλα πάνω από τα κεφάλια μας. Μέσα στον ήλιο. Διψασμένους. Περιμέναμε να μας εκτελέσουν». Η σιωπή εκείνων των στιγμών είναι κάτι που δεν μπορεί να ξεχάσει: «Δεν μιλούσε κανένας. Όταν σου δένουν τα μάτια και τα χέρια και σε βάζουν κάτω, τι να περιμένεις; Περιμέναμε την εκτέλεση».

Αυτό που τον στοιχειώνει περισσότερο δεν είναι μόνο ο φόβος του θανάτου, αλλά οι εικόνες που έμειναν χαραγμένες μέσα του. «Τα γυναικόπαιδα ήταν στο καφενείο και μας έβλεπαν. Έκλαιγαν, φώναζαν… Δεν μπορώ να σου περιγράψω εκείνες τις στιγμές».
«Έβγαλαν τα ζώα και έβαλαν εμάς»

Λίγο αργότερα τους φόρτωσαν σε στρατιωτικά φορτηγά. «Τα μάτια μας ήταν τόσο σφιχτά δεμένα που δεν μπορούσαμε ούτε να δούμε ούτε να καταλάβουμε πού μας πήγαιναν». Κατέληξαν σε μια μάντρα ζώων στην Αγύρτα. «Ήταν η πρώτη μας φυλακή. Μια μάντρα που είχε ζώα. Έβγαλαν τα ζώα και έβαλαν εμάς».

Εκεί έμειναν έξι ημέρες. «Ζητούσαμε νερό. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς φαΐ, χωρίς νερό δεν μπορεί». Το νερό που τους έδιναν ήταν μέσα από βρόμικα βαρέλια. «Πιάναμε το χέρι μας από τα βαρέλια και πίναμε. Όταν πήγα να ανοίξω τη βρύση, με χτύπησαν με το όπλο. Αυτό είναι το σημάδι», λέει δείχνοντας το μάτι του.
«Είχαν γεμίσει τα σώματά μας έντομα που μας έπιναν το αίμα»

Οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες. «Κοιμόμασταν μέσα στα κόπρανα. Είχαν γεμίσει τα σώματά μας έντομα που μας έπιναν το αίμα». Το φαγητό ήταν ελάχιστο: «Ένα κομμάτι ψωμί σαν αντίδωρο και δύο ελιές». Το χειρότερο όμως ήταν η αβεβαιότητα. «Χωρίς να σε καταγράψει ο Ερυθρός Σταυρός, δεν ήξερες αν θα ζήσεις ή αν θα πεθάνεις».

Πέρα από τις προσωπικές εμπειρίες, ο κ. Χρίστου αναφέρεται συχνά στη συνολική εικόνα της αιχμαλωσίας: περίπου 2.450 Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι πολέμου, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν άμαχοι πολίτες, ανάμεσά τους παιδιά από 14 ετών και ηλικιωμένοι έως 70 ετών. Για τον ίδιο, αυτό το στοιχείο δείχνει το εύρος της τραγωδίας, που δεν αφορούσε μόνο στρατιώτες αλλά ολόκληρες κοινότητες.

Μετά τις πρώτες μέρες -εξηγεί- οι αιχμάλωτοι μεταφέρονται σε διάφορα σημεία κράτησης, όπως το γκαράζ του Παυλίδη στη Λευκωσία, χώρους προσωρινής κράτησης και τελικά στην Τουρκία. Οι μετακινήσεις, όπως τις περιγράφει μέσα από μαρτυρίες συναιχμαλώτων του, ήταν εξίσου σκληρές: δεμένοι με πλαστικά δεματικά, χωρίς νερό, εκτεθειμένοι σε κακομεταχείριση από στρατιώτες αλλά και πολίτες.

Στη διάρκεια της αιχμαλωσίας, που για τον ίδιο κράτησε περίπου δύο μήνες (58 ημέρες), υπήρχε συνεχής αβεβαιότητα για το αν θα υπάρξει απελευθέρωση. Η κατάσταση άλλαζε μόνο σταδιακά, μέσα από διεθνείς πιέσεις και συμφωνίες ανταλλαγής αιχμαλώτων που ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 1974. Ο ίδιος περιγράφει ότι η διαδικασία ήταν αποσπασματική, με λίγες ομάδες να απελευθερώνονται κάθε φορά.

Μετά την επιστροφή του, δεν απομακρύνθηκε από την εμπειρία, αλλά τη μετέτρεψε σε αποστολή. Έγινε η φωνή για χιλιάδες ανθρώπους που έζησαν την τουρκική εισβολή και δεν κατάφεραν ποτέ πραγματικά να επιστρέψουν από εκείνο το καλοκαίρι. Μέσα από τον Σύνδεσμο Αιχμαλώτων Πολέμου, συμμετέχει σε εκδηλώσεις μνήμης, παρουσιάσεις βιβλίων, δημιουργία ντοκιμαντέρ και άλλες παραγωγές που καταγράφουν μαρτυρίες. Για τον ίδιο, η καταγραφή δεν είναι απλώς ιστορία, αλλά πράξη δικαίωσης των ανθρώπων που δεν επέστρεψαν. Προσπαθεί να αφήσει παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές, «για να θυμίζουν τα βάσανα και τις κακουχίες που περάσαμε. Αλλά και τη μεγάλη προδοσία που έγινε σε βάρος του κυπριακού ελληνισμού».

Κατά τη διάρκεια της αφηγήσής του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ μιλά με μικρές παύσεις. Σαν να επιστρέφει ξανά εκεί. «Αυτά είναι που έρχονται τα βράδια στον ύπνο μας και μας κρατούν ξύπνιους». Ακόμα και σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, η μνήμη παραμένει ανοιχτή πληγή. «Όσο κι αν νομίζεις ότι πέρασαν τα χρόνια, αυτά δεν φεύγουν ποτέ». «Δοξάζουμε τον Θεό που είμαστε ζωντανοί. Αλλά ο νους μας είναι πάντα σε αυτούς που δεν είχαν τη δική μας τύχη. Στους αγνοούμενους», προσθέτει.

Και τότε καταλαβαίνει κανείς ότι δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία πολέμου. Κουβαλά μέσα του μια πατρίδα μισή, ανθρώπους που χάθηκαν και μια ζωή που έμεινε για πάντα δεμένη στο καλοκαίρι του 1974.
Από το 251 Τάγμα στην αιχμαλωσία: μια μαρτυρία που δεν τελείωσε ποτέ το 1974

Η αφήγηση του Κυπριανού Γιαννή, βετεράνου του 251 Τάγματος Πεζικού της Εθνικής Φρουράς, αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές προσωπικές μαρτυρίες για την τουρκική εισβολή του 1974 στην Κύπρο. Μέσα από τις αναμνήσεις του αποτυπώνονται όχι μόνο οι μάχες και η κατάρρευση της άμυνας στην Κερύνεια, αλλά κυρίως η εμπειρία της αιχμαλωσίας, η αγωνία των αγνοουμένων και οι δύσκολες συνθήκες που βίωσαν οι Κύπριοι και Ελλαδίτες στρατιώτες στα τουρκικά στρατόπεδα και τις φυλακές.

Ο Κυπριανός Γιαννή υπηρετούσε ως υπεύθυνος διαχείρισης υλικού στο 251 Τάγμα Πεζικού, ένα από τα πρώτα τάγματα που βρέθηκαν απέναντι στην τουρκική απόβαση στην Κερύνεια. Το τάγμα υπέστη τεράστιες απώλειες: από περίπου 300 άνδρες, δεκάδες σκοτώθηκαν ή αγνοούνται μέχρι σήμερα. Ο ίδιος περιγράφει με πόνο την καταστροφή της μονάδας του: «Το 251 έχει χάσει, έχει δώσει στην πατρίδα, τους περισσότερους σκοτωμένους από οποιοδήποτε άλλο τάγμα… 125 από τους 300». Ανάμεσα στους αγνοούμενους ήταν και ο διοικητής τους, αντισυνταγματάρχης Παύλος Κουρούπης, τον οποίο οι στρατιώτες του θεωρούσαν όχι μόνο ήρωα αλλά και πατέρα τους.

Η μαρτυρία του κορυφώνεται όταν περιγράφει τις τελευταίες ώρες πριν από την αιχμαλωσία. Μετά την κατάρρευση της άμυνας στην περιοχή της Κερύνειας, ο ίδιος και λίγοι ακόμη στρατιώτες προσπάθησαν να σωθούν τρέχοντας μακριά από τη γραμμή του πυρός. Κρυμμένοι και εξαντλημένοι, βρήκαν καταφύγιο στο σπίτι μιας Αμερικανίδας. Ο ίδιος θυμάται τη στιγμή που έφτασαν στο σπίτι: «Λέει κάποιος “εδώ είναι το σπίτι μιας Αμερικανίδας” και λέω εγώ “είναι η καλύτερη ιδέα που ακούσαμε”».

Άφησαν τα όπλα τους στην είσοδο, όπως τούς ζήτησε η Αμερικανίδα και την επομένη, όταν εμφανίστηκαν οι Τούρκοι στρατιώτες, εκείνη βγήκε πρώτη έξω. «Βγήκε η Αμερικάνα πρώτη… με (αυτοσχέδιες) σημαίες…», θυμάται. Ο Γιαννή και οι υπόλοιποι παραδόθηκαν και οι σκηνές που ακολούθησαν ήταν μόνο το προοίμιο απ’ ό,τι θα ακολουθούσε: «Μας βάλαν κάτω, μας πήραν τα λεφτά, τα ρολόγια, μας δέσαν τα χέρια». Η ιστορία της Αμερικανίδας απέκτησε αργότερα σχεδόν θρυλικές διαστάσεις για τους επιζώντες. Χρόνια μετά, ο σύνδεσμος των βετεράνων του 251 κατάφερε να εντοπίσει το όνομα της οικογένειας και να βρει αμερικανικές μαρτυρίες που επιβεβαίωναν την ιστορία.

Μετά τη σύλληψή τους, οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν αρχικά στην περιοχή της Αγύρτας. Εκεί κρατήθηκαν για περίπου δέκα ημέρες μέσα σε μια περιφραγμένη μάντρα, υπό συνεχή επιτήρηση τουρκικών στρατευμάτων. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν με αποβατικά πλοία στην Τουρκία. Η μεταφορά συνοδεύτηκε από βία και εξευτελισμούς. Οι στρατιώτες έχασαν ό,τι προσωπικό αντικείμενο τους είχε απομείνει. «Μας πήραν όλα ό,τι είχαμε», αναφέρει και θυμάται πως κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς τις φυλακές, ακόμη και οι πιο βασικές ανθρώπινες ανάγκες γίνονταν αφορμή για ξυλοδαρμό. «Είπα να πάω στα αποχωρητήρια… ζητούσαν ένα δώρο… δεν είχα τίποτα, έφαγα 200 (ξυλιές)».
«Τα σίδερα ήταν χοντρά… και πόσο γλυκό ήταν το νερό»

Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν τελικά στις φυλακές της Αμάσειας στην Τουρκία. Εκεί οι συνθήκες παρέμεναν σκληρές αλλά πιο οργανωμένες. Ο Γιαννή θυμάται έντονα δύο πράγματα: τα βαριά κάγκελα και το πόσο πολύτιμο φαινόταν ακόμη και το νερό. «Θυμάμαι δύο πράγματα από τις φυλακές της Αμάσειας: τα σίδερα ήταν χοντρά… και πόσο γλυκό ήταν το νερό».

Ιδιαίτερα συγκλονιστικό στην αφήγησή του είναι το σημείο όπου εξηγεί ότι οι οικογένειές τους στην Κύπρο τους θεωρούσαν αγνοούμενους για εβδομάδες. Η μητέρα του πίστευε ότι είχε σκοτωθεί μέχρι να εμφανιστεί το όνομά του σε κατάλογο αιχμαλώτων. «Η μάνα μου νόμιζε ότι ήμουν αγνοούμενος», θα πει, εξηγώντας πως έμεινε αιχμάλωτος συνολικά 99 ημέρες.

Για τους περισσότερους, όμως, η επιστροφή δεν σήμαινε και επιστροφή στη ζωή όπως ήταν πριν. «Ακόμη προσπαθούμε», λέει για τους αγνοούμενους, καταδεικνύοντας με τον πιο εμφατικό τρόπο πως η πληγή που άνοιξε τότε παραμένει ανοιχτή…

«Έχουμε δύο γενέθλια. Την ημέρα που γεννηθήκαμε και την ημέρα που απελευθερωθήκαμε»

Ο Σπύρος Γαβριήλ θυμάται τον πόλεμο του 1974 σαν μια πορεία μέσα στη φωτιά και στην αβεβαιότητα. Στη Μια Μηλιά πίστεψαν πως κρατούσαν μια γραμμή που «δεν πέφτει με καμιά δύναμη». Μπροστά τους υπήρχαν ναρκοπέδια και οι στρατιώτες περίμεναν βοήθεια. Ξημέρωνε η 16η Αυγούστου όταν άρχισαν οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί. «Καπνοί, χώματα, βόμβες, ριπές από τα αεροπλάνα συνέχεια…». Λίγο αργότερα είδαν στρατό να πλησιάζει και χάρηκαν. «Νομίσαμε πως ήταν ελληνική βοήθεια». Όταν όμως πλησίασαν αρκετά, είδαν τις σημαίες. «Τότε καταλάβαμε πως δεν ήταν ελληνικά. Ήταν προδομένα τα πράγματα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
«Δύο δεν άντεξαν και πήγαν να πιούν νερό από μια βρύση. Τους είδαν οι Τούρκοι»

Οι αξιωματικοί άρχισαν να φεύγουν και εκείνοι προσπάθησαν να σωθούν μέσα σε εργοστάσια. Μαζί με μια ομάδα 13-14 ατόμων βρέθηκε σε ένα εργοστάσιο ξυλείας. «Περιμέναμε να νυχτώσει να δούμε τι μπορεί να γίνει». Ήταν διψασμένοι και εξαντλημένοι. «Από την προηγούμενη μέρα δεν είχαμε νερό, ούτε φαΐ». Δύο στρατιώτες δεν άντεξαν και πήγαν να πιούν νερό από μια βρύση. Τους είδαν οι Τούρκοι. Οι υπόλοιποι κατάλαβαν πως δεν υπήρχε διαφυγή.

«Όταν μπήκαν οι Τούρκοι στο εργοστάσιο, ένας αξιωματικός πυροβόλησε αμέσως. Σκότωσαν έναν δικό μας στρατιώτη», θυμάται. Τότε παραδόθηκαν. «Μας έδεσαν τα χέρια πίσω με πλαστικά δεματικά και μας έβαλαν στον τοίχο». Εκείνη τη στιγμή πίστεψε πως θα τους εκτελούσαν. «Είπα μέσα μου, τώρα θα μας γυρεύει η μάνα μας και δεν θα ξέρει πού είμαστε».

Από εκεί τούς μετέφεραν στο Σαράι, στις τουρκικές φυλακές της Λευκωσίας. Οι διαδρομές ήταν μαρτύριο. «Μπαίνανε μέσα στο λεωφορείο πολίτες και στρατιώτες και μας χτυπούσαν συνέχεια». Τους έπαιρναν σταυρούς, ρολόγια και χρήματα. Αργότερα μεταφέρθηκαν στην Τουρκία. «Το πιο δύσκολο ήταν οι μετακινήσεις», λέει. Δεμένοι για ώρες μέσα σε λεωφορεία, με πλαστικά δεσίματα στα χέρια, που κάποιες φορές ήταν τόσο σφιχτά που τα σημάδια έμειναν για χρόνια στο κορμί, αλλά και χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν.

Όταν απελευθερώθηκε στις 28 Οκτωβρίου, ένιωσε πως γεννήθηκε ξανά. «Έχουμε δύο γενέθλια», λέει. «Την ημέρα που γεννηθήκαμε και την ημέρα που απελευθερωθήκαμε». Και κάθε χρόνο, όταν ακούει τις σειρήνες, οι μνήμες επιστρέφουν. «Είναι σαν να επιστρέψαμε από την κόλαση πίσω στη γη». Παρ’ όλα όσα έζησε, νιώθει ευγνωμοσύνη. «Είμαστε μέσα στους άτυχους και ταυτόχρονα στους πολύ τυχερούς».

Ιστορίες όπως η παραπάνω θα ακουστούν απόψε, στις 19:00, στο Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, όπου θα παρουσιαστεί το βιβλίο «ΚΥΠΡΟΣ 1974. Φωνές Αιχμαλωσίας» (επιμέλεια: Χαράλαμπου Α. Αλεξάνδρου). Παρούσα στην εκδήλωση θα είναι και η υπουργός Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αθηνά Μιχαηλίδου.

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου