Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το Κυπριακό εξακολουθεί να αποτελεί τη μακροβιότερη ανοιχτή πληγή της Ευρώπης και μία από τις πλέον δυσεπίλυτες εκκρεμότητες του διεθνούς συστήματος. Η διήμερη παρουσία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο, στις 28 και 29 Ιουλίου, δεν ανέτρεψε αυτή την πραγματικότητα. Ανέδειξε, όμως, κάτι εξίσου σημαντικό: ότι η διεθνής κοινότητα δεν είναι ακόμα διατεθειμένη να εγκαταλείψει την προσπάθεια αναζήτησης λύσης, έστω και αν αυτή παραμένει μακρινή.
Όσοι περίμεναν ένα θεαματικό διπλωματικό αποτέλεσμα ή μια αιφνίδια σύγκλιση των δύο πλευρών ασφαλώς απογοητεύθηκαν. Δεν υπήρξε συμφωνία για επανέναρξη των επίσημων διαπραγματεύσεων, ούτε ανακοινώθηκε κάποιο νέο σχέδιο επίλυσης. Αντίθετα, ο Αντόνιο Γκουτέρες επέλεξε μια διαφορετική προσέγγιση: να διαφυλάξει την ίδια τη διαδικασία και να αποτρέψει την οριστική κατάρρευση του πλαισίου διαλόγου που οικοδομήθηκε επί δεκαετίες υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.
Μετά το ναυάγιο του Κραν Μοντανά το 2017, οι διαπραγματεύσεις ουσιαστικά πάγωσαν. Το διάστημα που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από αυξανόμενη δυσπιστία, μονομερείς κινήσεις και σημαντική μετατόπιση της τουρκικής πολιτικής. Η Άγκυρα εγκατέλειψε σταδιακά τη ρητορική της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας και υιοθέτησε ως επίσημη θέση τη λεγόμενη «κυριαρχική ισότητα» και τη λύση δύο κρατών. Η αλλαγή αυτή δεν αποτελεί απλή διαπραγματευτική τακτική. Αντανακλά μια βαθύτερη στρατηγική αντίληψη για τον ρόλο της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Κύπρος, άλλωστε, δεν είναι για την Άγκυρα μόνο ένα ιστορικό ή εθνικό ζήτημα. Είναι σημείο στρατηγικού ελέγχου θαλάσσιων οδών, ενεργειακών εξελίξεων και στρατιωτικής παρουσίας σε μια περιοχή όπου διασταυρώνονται τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και των περιφερειακών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής. Υπό αυτή την οπτική, δύσκολα μπορεί να αναμένεται ότι η Τουρκία θα εγκαταλείψει εύκολα θέσεις που θεωρεί μέρος της ευρύτερης γεωπολιτικής της στρατηγικής.
Από την άλλη πλευρά, η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει σταθερά προσηλωμένη στο πλαίσιο των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια εξακολουθεί να αποτελεί τη μοναδική αποδεκτή βάση λύσης για τη Λευκωσία. Οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση εκλαμβάνεται ως έμμεση αποδοχή των de facto καταστάσεων που δημιούργησε η εισβολή του 1974.
Η θέση αυτή δεν αποτελεί μόνο πολιτική επιλογή. Εδράζεται στο ισχύον διεθνές δίκαιο. Τα Ψηφίσματα 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας χαρακτήρισαν άκυρη τη μονομερή ανακήρυξη του αποσχιστικού μορφώματος στα κατεχόμενα και κάλεσαν όλα τα κράτη να μην το αναγνωρίσουν. Παράλληλα, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, από την υπόθεση Λοϊζίδου έως την υπόθεση Κύπρος κατά Τουρκίας, επιβεβαίωσε ότι η Τουρκία φέρει διεθνή ευθύνη λόγω του ελέγχου που ασκεί στην κατεχόμενη περιοχή. Η επίσκεψη Γκουτέρες δεν άλλαξε αυτό το νομικό πλαίσιο. Ούτε θα μπορούσε.
Αυτό που άλλαξε είναι η μεθοδολογία. Ο Γενικός Γραμματέας επέλεξε να μη συγκαλέσει αμέσως μια νέα διεθνή διάσκεψη με υψηλές προσδοκίες και υψηλό κίνδυνο αποτυχίας. Αντιθέτως, έθεσε ως προτεραιότητα την προετοιμασία μιας νέας άτυπης πολυμερούς συνάντησης, αφού προηγηθούν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και διαπιστωθεί αν υπάρχει πραγματική πολιτική βούληση για ουσιαστικό διάλογο.
Η επιλογή αυτή δείχνει ότι ο ΟΗΕ έχει διδαχθεί από τις προηγούμενες αποτυχίες. Μια ακόμη αποτυχημένη διάσκεψη θα αποδυνάμωνε ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της διαδικασίας και θα ενίσχυε όσους θεωρούν ότι η διχοτόμηση αποτελεί πλέον τη μόνη ρεαλιστική εξέλιξη.
Οι Τουρκοκύπριοι εμφανίζονται πρόθυμοι να παραμείνουν στη διαδικασία. Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι καθοριστικές αποφάσεις εξακολουθούν να λαμβάνονται στην Άγκυρα. Η οικονομική, πολιτική και στρατηγική εξάρτηση των κατεχομένων από την Τουρκία περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια αυτόνομης διαπραγματευτικής πρωτοβουλίας.
Η Ελλάδα, διαχρονικά, στηρίζει πλήρως τις επιλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Αθήνα γνωρίζει ότι το Κυπριακό παραμένει ο πυρήνας των ελληνοτουρκικών σχέσεων και ότι οποιαδήποτε βιώσιμη πρόοδος θα επηρέαζε θετικά το συνολικό κλίμα στην Ανατολική Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν υπάρχει περιθώριο αποδοχής λύσεων που θα παρέκκλιναν από το διεθνές δίκαιο ή θα νομιμοποιούσαν τη λογική των δύο κυρίαρχων κρατών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια εμφανή αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η Κύπρος είναι κράτος-μέλος και η συνεχιζόμενη κατοχή αφορά άμεσα στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Από την άλλη, οι σχέσεις με την Τουρκία, η μεταναστευτική πολιτική, η οικονομική συνεργασία και οι περιφερειακές εξελίξεις καθιστούν δύσκολη την υιοθέτηση μιας ενιαίας και αποφασιστικής στάσης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν το Κυπριακό μέσα από το ευρύτερο πρίσμα της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συνοχή του ΝΑΤΟ, οι ενεργειακές υποδομές, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η διατήρηση λειτουργικών σχέσεων με την Τουρκία συνθέτουν ένα περίπλοκο στρατηγικό περιβάλλον, στο οποίο η διατήρηση του διαλόγου θεωρείται προτιμότερη από την πλήρη ρήξη.
Μπορεί να υπάρξει λύση;
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει λύση; Η απάντηση δεν είναι αισιόδοξη, αλλά ούτε και μοιρολατρική.
Οι αποκλίσεις στα θεμελιώδη ζητήματα —κυριαρχία, πολιτική ισότητα, εγγυήσεις, στρατεύματα, εδαφικές αναπροσαρμογές και ασφάλεια— παραμένουν ουσιαστικές. Καμία πλευρά δεν φαίνεται σήμερα διατεθειμένη να αναλάβει το πολιτικό κόστος ενός ιστορικού συμβιβασμού.
Υπάρχει όμως ένας ακόμη μεγαλύτερος αντίπαλος: ο χρόνος.
Όσο περνούν τα χρόνια, η προσωρινότητα μετατρέπεται σε κανονικότητα. Νέες γενιές μεγαλώνουν χωρίς βιώματα κοινής πατρίδας. Δημιουργούνται διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες, διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα, διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες. Η de facto διχοτόμηση αποκτά σταδιακά τα χαρακτηριστικά μιας ιστορικά παγιωμένης κατάστασης ( δόγμα Νιχάτ Ερίμ).
Αυτό ακριβώς επιχείρησε να αποτρέψει ο Αντόνιο Γκουτέρες. Δεν μπορούσε να λύσει το Κυπριακό μέσα σε δύο ημέρες ούτε να υπερβεί μόνος του στρατηγικές επιλογές δεκαετιών. Κατόρθωσε, όμως, να κρατήσει ανοικτή τη μοναδική οδό που μπορεί κάποτε να οδηγήσει σε λύση: τον διάλογο.
Και ίσως αυτό να είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, το σημαντικότερο αποτέλεσμα της αποστολής του.
Η ιστορία έχει αποδείξει ότι τα μεγάλα διεθνή προβλήματα δεν λύνονται όταν το επιβάλλουν οι διπλωμάτες. Λύνονται όταν οι πολιτικές συνθήκες ωριμάσουν και όταν οι εμπλεκόμενοι αντιληφθούν ότι το κόστος της μη λύσης υπερβαίνει το κόστος του συμβιβασμού.
Δυστυχώς, στο Κυπριακό δεν έχουμε φθάσει ακόμα σε εκείνο το σημείο. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αφήνει πίσω της η επίσκεψη Γκουτέρες. Όχι την αναζήτηση μιας άμεσης συμφωνίας, αλλά την αποτροπή της οριστικής επικράτησης της αντίληψης ότι η διχοτόμηση αποτελεί πλέον το φυσικό μέλλον της Κύπρου.
Η μάχη, επομένως, δεν κρίθηκε στη Λευκωσία στις 28-29 Ιουλίου 2026. Απλώς μεταφέρθηκε στο επόμενο διπλωματικό πεδίο. Και εκεί θα φανεί αν η διαδικασία που διασώθηκε μπορεί κάποτε να οδηγήσει και στη λύση που εξακολουθεί να αναζητείται περισσότερο από μισό αιώνα.
Γράφει ο Δρ Δημήτρης Σταθακόπουλος
enikos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου