Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Χρηματιστήρια: Οι δείκτες σε ιστορικά υψηλα – Γιατί οι «Κασσάνδρες» βλέπουν «κλασική φούσκα» και νέο κραχ;


Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr

Τα χρηματιστηριακά ταμπλό εκπέμπουν ένα μήνυμα σχεδόν αδιαπραγμάτευτης αισιοδοξίας. Η Wall Street καταρρίπτει το ένα ιστορικό ρεκόρ μετά το άλλο. Ο πανευρωπαϊκός Stoxx 600 σκαρφαλώνει επίσης σε πρωτοφανή επίπεδα.

Τα εταιρικά κέρδη αυξάνονται με ρυθμούς που η αγορά είχε να δει από την έξοδο της παγκόσμιας οικονομίας από την πανδημία, ενώ δισεκατομμύρια δολάρια συνεχίζουν να διοχετεύονται στα data centers, στους ημιαγωγούς και στις υποδομές της τεχνητής νοημοσύνης.

Κι όμως, όσο ψηλότερα ανεβαίνουν οι δείκτες τόσο πιο δυνατές γίνονται οι φωνές όσων προειδοποιούν ότι η αγορά πλησιάζει σε μια επικίνδυνη κορυφή.

Ο Μάικλ Μπέρι, ο επενδυτής που έγινε παγκοσμίως γνωστός προβλέποντας την κατάρρευση της αμερικανικής στεγαστικής αγοράς, μιλά για πιθανότητα μιας πτώσης που θα μπορούσε να θυμίσει το κραχ του 1987.

Ο ιδρυτής της Bridgewater Associates, Ρέι Ντάλιο, εντοπίζει αναλογίες με το 1929 και το 2000. Ο βετεράνος επενδυτής Τζέρεμι Γκράνθαμ υποστηρίζει ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν εξαφάνισε την προηγούμενη χρηματιστηριακή φούσκα, αλλά απλώς καθυστέρησε –και ενδεχομένως μεγέθυνε– την τελική της εκτόνωση.

Οι αγορές, ωστόσο, προς το παρόν δεν δείχνουν να τους ακούν.
Η ημέρα των ιστορικών ρεκόρ

Ο S&P 500 εκτινάχθηκε κατά 1,8% στις 4 Αυγούστου και έκλεισε στις 7.736,52 μονάδες, ξεπερνώντας το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του. Ο Dow Jones κέρδισε 907 μονάδες, ή 1,7%, και διαμορφώθηκε στις 54.085,88 μονάδες, καταγράφοντας νέο ρεκόρ για δεύτερη διαδοχική συνεδρίαση.

Ο τεχνολογικός Nasdaq σημείωσε ακόμη ισχυρότερη άνοδο, κατά 2,6%, φθάνοντας στις 26.584,99 μονάδες. Μέσα στις δύο πρώτες συνεδριάσεις της εβδομάδας η άνοδός του πλησίασε το 5%.

Το ράλι δεν στηρίζεται μόνο στις προσδοκίες. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις εμφανίζουν κέρδη που ξεπερνούν ακόμη και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις.

Η Palantir εκτινάχθηκε κατά 29,5%, αφού ανακοίνωσε αύξηση εσόδων κατά 93% και αναβάθμισε τις προβλέψεις της για το σύνολο του 2026. Ο διευθύνων σύμβουλός της, Άλεξ Καρπ, χαρακτήρισε τις επιδόσεις του τριμήνου «εξωπραγματικές».

Η Caterpillar ενισχύθηκε κατά 5,6%, καθώς τα έσοδά της ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 20 δισ. δολάρια μέσα σε ένα τρίμηνο. Ακόμη και ο παραδοσιακός κολοσσός των βαρέων μηχανημάτων επωφελείται από την έκρηξη της AI, μέσω της αυξημένης ζήτησης για τουρμπίνες και συστήματα παραγωγής ενέργειας που τροφοδοτούν τα data centers.

Παράλληλα, οι μετοχές των ημιαγωγών επέστρεψαν δυναμικά στο προσκήνιο. Η Nvidia ενισχύθηκε κατά 2,6%, η Broadcom κατά 6,6% και η Micron Technology κατά 7,6%.
Η έκρηξη των εταιρικών κερδών

Πίσω από τα ιστορικά υψηλά βρίσκεται μια ασυνήθιστα ισχυρή περίοδος εταιρικής κερδοφορίας.

Οι επιχειρήσεις του S&P 500 βρίσκονται σε τροχιά αύξησης των κερδών ανά μετοχή κατά σχεδόν 50% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για τον ισχυρότερο ρυθμό από το 2021, όταν η παγκόσμια οικονομία άνοιγε ξανά μετά την κατάρρευση που είχε προκαλέσει η πανδημία.

Η άνοδος αυτή προσφέρει στους αισιόδοξους ένα ισχυρό επιχείρημα: οι τιμές των μετοχών μπορεί να βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά, αλλά τα κέρδη των εταιρειών ανεβαίνουν ακόμη γρηγορότερα. Αυτό σημαίνει ότι, με βάση ορισμένους δείκτες αποτίμησης, η αγορά δεν είναι απαραίτητα ακριβότερη από ό,τι ήταν πριν από δύο μήνες.

Στήριξη στις μετοχές προσφέρει και η νέα υποχώρηση του πετρελαίου. Το Brent έπεσε κατά 5,3%, στα 79,36 δολάρια το βαρέλι, καθώς επέστρεψαν οι ελπίδες για ομαλοποίηση των μεταφορών στον Περσικό Κόλπο.

Τον Ιούλιο, η τιμή του είχε κινηθεί βίαια μεταξύ 72 και 102 δολαρίων, καθώς οι αγορές προσπαθούσαν να εκτιμήσουν πόσο θα διαρκούσαν οι διαταραχές που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν.

Την ίδια στιγμή, η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου υποχώρησε στο 4,62%, από 4,70% μία ημέρα νωρίτερα. Παραμένει, πάντως, αισθητά υψηλότερη από το 3,97% όπου βρισκόταν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Το ευρωπαϊκό ρεκόρ δεν είναι ομοιόμορφο

Η αισιοδοξία δεν περιορίζεται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Ο Stoxx 600 σκαρφάλωσε σήμερα, Τετάρτη, σε ιστορικό υψηλό, στις 656,86 μονάδες, έχοντας ενισχυθεί κατά 10% από την αρχή του 2026. Ο δείκτης περιλαμβάνει 600 εταιρείες μεγάλης, μεσαίας και μικρής κεφαλαιοποίησης από 17 ευρωπαϊκές χώρες και αποτελεί τον βασικότερο καθρέφτη της χρηματιστηριακής Ευρώπης.

Πίσω από το συνολικό ρεκόρ, όμως, κρύβεται μια αγορά δύο ταχυτήτων.

Οι πέντε ευρωπαϊκές μετοχές με την καλύτερη επίδοση μέσα στο 2026 συνδέονται όλες με τη βιομηχανία ημιαγωγών. Η γαλλική Soitec καταγράφει άνοδο 371%, η αυστριακή AT&S 330%, η ιταλική Technoprobe 123%, η γερμανική Aixtron 116% και η STMicroelectronics 101%.

Οι εταιρείες επωφελούνται από τις αναβαθμίσεις των προβλέψεων κερδοφορίας, τα ισχυρά βιβλία παραγγελιών και τις τεράστιες δαπάνες για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.

Η πορεία τους, ωστόσο, δεν είναι ανεμπόδιστη. Η AT&S και η Aixtron έχουν ήδη υποχωρήσει πάνω από 20% από τα υψηλά του Ιουνίου, αποκαλύπτοντας πόσο ευάλωτος είναι ο κλάδος σε κάθε αμφιβολία για τη διάρκεια και την απόδοση του επενδυτικού κύματος της AI.
Τράπεζες και ενέργεια στους νικητές

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αποτελούν τον δεύτερο μεγάλο πυλώνα του ράλι. Ο Euro Stoxx Banks έχει αποδώσει περίπου 18% μέσα στη χρονιά, με ιδιαίτερα ισχυρές επιδόσεις από γαλλικούς και ιταλικούς ομίλους.

Η οικονομία εξακολουθεί να αντέχει, οι επισφάλειες παραμένουν περιορισμένες και τα περιθώρια επιτοκιακών εσόδων διατηρούνται σε ικανοποιητικά επίπεδα. Παράλληλα, η έντονη μεταβλητότητα σε ομόλογα, νομίσματα και εμπορεύματα ενισχύει τις δραστηριότητες επενδυτικής τραπεζικής.

Η Mediobanca, η BNP Paribas και η ABN Amro συγκαταλέγονται μεταξύ των χαρακτηριστικών κερδισμένων της χρονιάς.

Στους νικητές βρίσκονται επίσης οι πετρελαϊκές εταιρείες, οι οποίες ευνοήθηκαν από την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας μετά την έναρξη του πολέμου. Η BP ανακοίνωσε απότομη αύξηση των κερδών του δεύτερου τριμήνου, ενώ η μετοχή της κερδίζει περίπου 20% από την αρχή του έτους.
Πολυτελή είδη και αυτοκίνητα πληρώνουν το τίμημα

Το ιστορικό υψηλό του Stoxx 600 δεν σημαίνει ότι ανεβαίνει ολόκληρη η ευρωπαϊκή αγορά.

Οι εταιρείες πολυτελών ειδών βρίσκονται υπό πίεση εξαιτίας της επιβράδυνσης της κατανάλωσης στην Κίνα και στην ευρύτερη ασιατική αγορά, της χαμηλότερης τουριστικής δαπάνης και των απαιτητικών αποτιμήσεων που είχαν συσσωρευθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Η LVMH υποχωρεί κατά 24,4% από την αρχή του έτους, η Hermès κατά 26% και η Kering κατά 8,3%.

Ακόμη δυσκολότερη είναι η εικόνα στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Ο σχετικός δείκτης χάνει 16%, καθώς ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μειωμένη ζήτηση για ηλεκτρικά οχήματα, τον ανταγωνισμό από τους κινεζικούς ομίλους και το υψηλό κόστος χρηματοδότησης.

Η Porsche έχει υποχωρήσει κατά 27,6% και η Stellantis κατά 48,7%.

Η διάσταση αυτή είναι κρίσιμη: οι ευρωπαϊκοί δείκτες βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά, αλλά η άνοδος δεν αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης προς το σύνολο της οικονομίας. Είναι κυρίως ένα στοίχημα σε συγκεκριμένους κλάδους: ημιαγωγούς, τράπεζες και ενέργεια.
Ο Mr. Big Short στοιχηματίζει στην πτώση

Μέσα στη χρηματιστηριακή ευφορία, ο Μάικλ Μπέρι, γνωστός και ως Mr. Big Short, επιμένει να κινείται αντίθετα στο ρεύμα.

Ο επενδυτής προειδοποιεί ότι η αγορά ενδέχεται να βρίσκεται κοντά σε μια μεγάλη κορυφή και δεν αποκλείει μια πτώση ανάλογη με εκείνη του 1987, όταν ο Dow Jones έχασε περισσότερο από 22% μέσα σε μία μόνο συνεδρίαση.

Ο Μπέρι αναγνωρίζει ότι τα νέα ιστορικά υψηλά είναι πιθανό να προσελκύσουν ακόμη περισσότερα κεφάλαια. Αυτή ακριβώς η δυναμική, όμως, αποτελεί κατά την άποψή του μέρος του κινδύνου.

Όταν οι μετοχές ανεβαίνουν και η μεταβλητότητα υποχωρεί, τα επενδυτικά κεφάλαια που προσαρμόζουν μηχανικά το ρίσκο τους αναγκάζονται να αυξήσουν την έκθεσή τους. Οι στρατηγικές momentum προσθέτουν με τη σειρά τους μόχλευση, δημιουργώντας έναν αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό ανόδου.

Ο ίδιος διατηρεί αρνητικές θέσεις στον δείκτη ημιαγωγών SOXX, αλλά και σε Micron, Nvidia, Caterpillar, Palantir, Tesla και Applied Materials. Παραδέχεται, ωστόσο, ότι το short selling δεν είναι κατάλληλο για τους περισσότερους επενδυτές και ότι θα κλείσει τις θέσεις του εάν η αγορά κινηθεί αποφασιστικά εναντίον του.
Ντάλιο: «Κλασικά σημάδια φούσκας»

Ακόμη πιο ηχηρή είναι η προειδοποίηση του Ρέι Ντάλιο.

Ο ιδρυτής της Bridgewater Associates θεωρεί ότι ο ενθουσιασμός γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη έχει οδηγήσει ορισμένα τμήματα της αγοράς σε επίπεδα που θυμίζουν τις φούσκες του 1929 και του 2000.

Το βασικό του επιχείρημα δεν είναι απλώς ότι οι τιμές είναι υψηλές. Είναι ότι η άνοδος των τιμών δημιουργεί την ψευδαίσθηση πλούτου, η οποία στη συνέχεια χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση ακόμη μεγαλύτερων στοιχημάτων.

Ένας επενδυτής μπορεί να αγοράσει μία μετοχή έναντι 100 δολαρίων, να δανειστεί με εγγύηση αυτήν την περιουσία και να αισθάνεται πλουσιότερος όσο η τιμή ανεβαίνει. Εάν, όμως, η αγορά γυρίσει και η μετοχή πέσει στα 25 δολάρια, το χρέος δεν εξαφανίζεται.

Αυτό οδηγεί στη θεμελιώδη διάκριση που θέτει ο Ντάλιο: ο πλούτος δεν είναι το ίδιο πράγμα με το χρήμα. Οι επενδυτές μπορεί να εμφανίζονται πλούσιοι στα χαρτιά, αλλά για να καταναλώσουν ή να αποπληρώσουν υποχρεώσεις πρέπει πρώτα να πουλήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Και σε μια κρίση, όλοι επιχειρούν να πουλήσουν την ίδια στιγμή.
«Φούσκα μέσα στη φούσκα»

Ο Τζέρεμι Γκράνθαμ πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα. Κατά την άποψή του, η παγκόσμια αγορά βρισκόταν ήδη σε μια υπερφούσκα έως το 2021. Η πτώση του S&P 500 κατά περίπου 25% μέσα στο 2022 έμοιαζε να σηματοδοτεί την αρχή της εκτόνωσής της.

Η εμφάνιση του ChatGPT, όμως, άλλαξε τη δυναμική.

Οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες σήκωσαν το βάρος ολόκληρης της αγοράς και οδήγησαν τους δείκτες ξανά προς τα πάνω. Η AI, σύμφωνα με τον Γκράνθαμ, δεν διόρθωσε την προηγούμενη υπερτίμηση. Την ανέβαλε, κάνοντας ενδεχομένως τη φούσκα μεγαλύτερη.

Δείκτες όπως η τιμή προς τη λογιστική αξία και ο κυκλικά προσαρμοσμένος λόγος τιμής προς κέρδη έχουν φθάσει, σύμφωνα με την ανάλυσή του, σε επίπεδα που ιστορικά έχουν ξεπεραστεί μόνο το 1929, το 1972, την περίοδο 1999-2000 και το 2021. Καθεμία από αυτές τις περιόδους ακολουθήθηκε από μεγάλη χρηματιστηριακή διόρθωση.
Φούσκα αποτιμήσεων ή φούσκα κερδών;

Η πιο ενδιαφέρουσα προειδοποίηση, ωστόσο, έρχεται ίσως από τους ίδιους τους αναλυτές της Wall Street.

Η Goldman Sachs δεν θεωρεί ότι υπάρχει κατ’ ανάγκην μια κλασική φούσκα αποτιμήσεων στον τεχνολογικό κλάδο. Διακρίνει, όμως, τον κίνδυνο μιας «φούσκας κερδών».

Η διαφορά είναι ουσιαστική.

Σε μια φούσκα αποτιμήσεων, οι επενδυτές πληρώνουν υπερβολικά υψηλές τιμές για τα σημερινά κέρδη μιας επιχείρησης. Σε μια φούσκα κερδών, οι σημερινές αποτιμήσεις μπορεί να φαίνονται λογικές, επειδή στηρίζονται στην υπόθεση ότι η εκρηκτική κερδοφορία θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια.

Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν αυτές οι προβλέψεις αρχίζουν να αναθεωρούνται.

Οι επενδυτές δείχνουν ήδη περισσότερο επιλεκτικοί. Δεν επιβραβεύουν πλέον αυτομάτως κάθε εταιρεία που ανακοινώνει δισεκατομμύρια σε επενδύσεις AI. Θέλουν αποδείξεις ότι οι δαπάνες θα μετατραπούν σε πραγματικά έσοδα, ταμειακές ροές και βιώσιμα περιθώρια κέρδους.

Η ισχυρή αντίδραση της Microsoft και της Amazon σε θετικά αποτελέσματα, σε συνδυασμό με τις πιέσεις που δέχθηκαν άλλοι τεχνολογικοί όμιλοι παρά τις υψηλές επενδύσεις τους, υποδηλώνει ότι η εποχή της άνευ όρων επιβράβευσης αρχίζει να τελειώνει.
Το μεγάλο παράδοξο των αγορών

Οι «ταύροι» έχουν σήμερα με το μέρος τους τα πραγματικά δεδομένα: ιστορικά υψηλά, ταχύτατη αύξηση κερδών, ισχυρά βιβλία παραγγελιών και ένα πρωτοφανές επενδυτικό κύμα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.

Οι «αρκούδες», όμως, επισημαίνουν ότι ακριβώς αυτές οι συνθήκες εμφανίζονται συχνά στις τελευταίες φάσεις μιας μεγάλης ανόδου: υπερβολική αυτοπεποίθηση, αυξανόμενη μόχλευση, εισροή νέων επενδυτών, εκρηκτικές χρηματιστηριακές εισαγωγές και η πεποίθηση ότι αυτή τη φορά η τεχνολογία έχει καταργήσει τους παλιούς οικονομικούς κύκλους.

Το πρόβλημα είναι ότι και οι δύο πλευρές μπορούν να έχουν δίκιο – αλλά σε διαφορετικό χρόνο.

Μια αγορά μπορεί να είναι υπερτιμημένη και να συνεχίσει να ανεβαίνει επί μήνες ή ακόμη και επί χρόνια. Ένας επενδυτής μπορεί να προβλέψει σωστά την επόμενη κατάρρευση και παρ’ όλα αυτά να χάσει τεράστια ποσά εάν τοποθετηθεί πολύ νωρίς εναντίον της ανόδου.

Η ιστορία δείχνει ότι κάθε μεγάλη ανοδική αγορά συνοδεύεται από προειδοποιήσεις για την επικείμενη πτώση της. Ορισμένες αποδεικνύονται υπερβολικές. Άλλες επιβεβαιώνονται με τρόπο δραματικό. Σχεδόν καμία, όμως, δεν προβλέπει με ακρίβεια τη στιγμή της ανατροπής.

Αυτό είναι και το δυσκολότερο ερώτημα σήμερα. Όχι εάν κάποτε θα έρθει μια διόρθωση – οι διορθώσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος κάθε χρηματιστηριακού κύκλου. Αλλά εάν τα νέα ιστορικά υψηλά είναι η αρχή ενός ακόμη ισχυρότερου ανοδικού κεφαλαίου ή οι τελευταίες, εκτυφλωτικές στιγμές πριν από την κορυφή.

Μέχρι να δοθεί η απάντηση, Ευρώπη και Wall Street συνεχίζουν να καταρρίπτουν ρεκόρ. Και οι «Κασσάνδρες» εξακολουθούν να περιμένουν τη στιγμή που η αγορά θα πάψει να πανηγυρίζει και θα αρχίσει, επιτέλους, να τις ακούει.

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου