«Πότε θα ξεσηκωθεί ο ιρανικός λαός για να πολεμήσει;» Η πρόσφατη ερώτηση του Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει στο προσκήνιο τον στόχο με τον οποίο είχε αρχίσει ο πόλεμος έξι μήνες νωρίτερα και τον οποίο ο ίδιος στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε: την ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη.
Η αμερικανική στρατηγική μοιάζει να κινείται κυκλικά. Στρατιωτικά πλήγματα, ιρανικά αντίποινα, απειλές κλιμάκωσης, προσωρινή ηρεμία, αποτυχημένη διπλωματία και επιστροφή στην ιδέα ότι η λύση μπορεί να έρθει από μια εσωτερική εξέγερση. Όμως το ιρανικό καθεστώς παραμένει στη θέση του και δεν υπάρχουν, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους που επικαλείται το CNN, ισχυρές ενδείξεις ότι επίκειται λαϊκή ανατροπή.
Ο Τραμπ φαίνεται να προσκρούει σε ένα ιστορικό μάθημα: είναι πολύ πιο εύκολο να ρίξεις ένα καθεστώς από το να ελέγξεις τι θα ακολουθήσει την κατάρρευσή του.
Από το «πάρτε πίσω τη χώρα σας» στο «ποτέ δεν με ενδιέφερε»
Τη νύχτα που άρχισε ο πόλεμος, ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε τους Ιρανούς να καταλάβουν την εξουσία, χαρακτηρίζοντας τη συγκυρία πιθανώς τη μοναδική ευκαιρία τους «για γενιές». Φέρεται να είχε πειστεί από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου ότι τα εκτεταμένα πλήγματα θα πυροδοτούσαν μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις.
Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών ήταν πολύ πιο επιφυλακτικές. Οι εκτιμήσεις τους προέβλεπαν ότι ακόμη και μια μεγάλη κοινή επιχείρηση ΗΠΑ και Ισραήλ δύσκολα θα προκαλούσε αλλαγή καθεστώτος. Και πράγματι: παρά τον θάνατο του Αλί Χαμενεΐ και άλλων κορυφαίων στελεχών, οι κρατικές δομές δεν κατέρρευσαν και η ηγεσία ανασυγκροτήθηκε.
Όταν η προτεραιότητα μετατοπίστηκε στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, ο Τραμπ υποστήριξε ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για αλλαγή καθεστώτος. Παραδέχθηκε μάλιστα ότι οι αμερικανικές προσπάθειες ανατροπής ξένων κυβερνήσεων «ποτέ δεν πετυχαίνουν».
Τώρα, με τις διαπραγματεύσεις παγωμένες και τη ναυσιπλοΐα να παραμένει περιορισμένη, επιστρέφει στην αρχική ρητορική. Η μεταστροφή δεν συνοδεύεται, όμως, από σαφή σχεδιασμό για το ποιος θα αντικαταστήσει τη σημερινή ηγεσία ή πώς θα αποφευχθεί η διάλυση της χώρας.
REUTERS/Kevin LamarqueΗ οικονομική ασφυξία ως όπλο εξέγερσης
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί πλέον να στραγγαλίσει οικονομικά την Τεχεράνη, απειλώντας με βαριές κυρώσεις ακόμη και τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους της. Στόχος είναι αφενός να εξαναγκαστεί το καθεστώς σε παραχωρήσεις και αφετέρου να ενισχυθεί η εσωτερική δυσαρέσκεια.
Οι συνέπειες είναι ήδη σοβαρές. Ο πληθωρισμός καλπάζει, οι τιμές των τροφίμων αυξάνονται, το ριάλ έχει καταρρεύσει και ο αποκλεισμός προκαλεί ελλείψεις καυσίμων. Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έχει αναγνωρίσει δημοσίως ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πλήρη οικονομικό, στρατιωτικό και πόλεμο ασφαλείας.
Ο Σκοτ Μπέσεντ εκτίμησε ότι η κατάρρευση θα μπορούσε να έρθει «μέσα σε εβδομάδες ή μήνες», αν και πρόσθεσε ότι αρκεί η ηγεσία να «συνέλθει». Η WSJ, σε άρθρο γνώμης, προχωρά ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι για την κυβέρνηση Τραμπ η επιλογή έχει περιοριστεί σε δύο εκδοχές: αλλαγή καθεστώτος ή παραδοχή αποτυχίας.
Ωστόσο, η οικονομική εξαθλίωση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε εξέγερση. Οι απλοί Ιρανοί υφίστανται πρώτοι τις κυρώσεις, ενώ ο κρατικός μηχανισμός διατηρεί τα όπλα, τις δυνάμεις ασφαλείας και την ικανότητα καταστολής. Ο ίδιος ο Τραμπ, όταν ρωτήθηκε γιατί οι πολίτες δεν ξεσηκώνονται, αναγνώρισε την απάντηση: «Τους πυροβολούν».
Το πραξικόπημα του 1953 που δεν ξεχάστηκε
Η ιδέα μιας αμερικανικά υποβοηθούμενης ανατροπής έχει ιδιαίτερο βάρος στο Ιράν. Το 1953 η CIA, σε συνεργασία με τη Βρετανία, συνέβαλε στην ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου πρωθυπουργού Μοχαμάντ Μοσαντέκ, μετά την εθνικοποίηση της Anglo-Iranian Oil Company.
Το πραξικόπημα ενίσχυσε τον σάχη Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί και εξασφάλισε έναν στενό σύμμαχο των ΗΠΑ για ένα τέταρτο του αιώνα. Μακροπρόθεσμα, όμως, συνέδεσε την Ουάσιγκτον με ένα αυταρχικό καθεστώς και προσέφερε στους αντιπάλους του ένα ισχυρό αφήγημα ξένης υποταγής.
Το 1979 η επανάσταση ανέτρεψε τον σάχη και μετέτρεψε το Ιράν από βασικό εταίρο σε έναν από τους πιο επίμονους αντιπάλους των ΗΠΑ. Η ίδια η Ισλαμική Δημοκρατία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το 1953 ως απόδειξη ότι η Ουάσιγκτον δεν επιδιώκει την ελευθερία των Ιρανών αλλά τον έλεγχο της χώρας και των πόρων της.
Επομένως, κάθε νέα αμερικανική έκκληση για εξέγερση μπορεί να ενισχύσει την αντιπολίτευση, αλλά μπορεί επίσης να επιτρέψει στο καθεστώς να παρουσιάσει τους διαφωνούντες ως όργανα ξένης δύναμης.
Επίθεση στο σπίτι του Μοσαντέκ/ Stephen Langlie USAF/MAAG /Wikimedia Commons
Wikimedia CommonsΟι πόλεμοι που ανέτρεψαν ηγέτες, όχι τα προβλήματα
Η πρόσφατη αμερικανική ιστορία δεν προσφέρει καθησυχαστικά προηγούμενα.
Στο Ιράκ, οι ΗΠΑ ανέτρεψαν τον Σαντάμ Χουσεΐν το 2003, αλλά τα όπλα μαζικής καταστροφής που αποτέλεσαν το βασικό επιχείρημα της εισβολής δεν βρέθηκαν. Η διάλυση του κρατικού μηχανισμού ακολουθήθηκε από κατοχή, εξέγερση, εμφύλια βία και την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους.
Στο Αφγανιστάν, οι Ταλιμπάν εκδιώχθηκαν το 2001, όμως επέστρεψαν στην εξουσία σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων, είκοσι χρόνια αργότερα.
Στη Λιβύη, η δυτική επέμβαση συνέβαλε στην πτώση του Μουαμάρ Καντάφι το 2011, χωρίς να υπάρξει βιώσιμο σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Η χώρα παραμένει διαιρεμένη ανάμεσα σε ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας και ένοπλες οργανώσεις.
Τα παραδείγματα δεν σημαίνουν ότι κάθε αυταρχικό καθεστώς είναι προτιμότερο από το χάος. Δείχνουν, όμως, ότι η εξουδετέρωση μιας ηγεσίας δεν ισοδυναμεί με οικοδόμηση λειτουργικού κράτους.
WikipediaΠοιος θα κυβερνήσει την επόμενη ημέρα;
Το Ιράν των περίπου 90 εκατομμυρίων κατοίκων είναι πολύ μεγαλύτερο και πιο σύνθετο από το Ιράκ ή τη Λιβύη. Διαθέτει ισχυρούς κρατικούς θεσμούς, τους Φρουρούς της Επανάστασης με εκτεταμένα οικονομικά συμφέροντα, ένοπλες οργανώσεις στην περιοχή και διαφορετικές εθνικές και πολιτικές ομάδες.
Μια ανεξέλεγκτη κατάρρευση θα μπορούσε να οδηγήσει όχι σε φιλελεύθερη δημοκρατία, αλλά σε στρατιωτική κυριαρχία, εμφύλια σύγκρουση ή ανταγωνισμό για τον έλεγχο πυρηνικών εγκαταστάσεων, πυραύλων και ενεργειακών υποδομών.
Η Ουάσιγκτον δεν έχει παρουσιάσει αναγνωρίσιμη μεταβατική ηγεσία με αποδεδειγμένη λαϊκή νομιμοποίηση. Ούτε έχει εξηγήσει πώς θα διατηρηθούν οι κρατικές υπηρεσίες και η εδαφική ακεραιότητα εάν η σημερινή εξουσία καταρρεύσει.
Majid Asgaripour/WANA (West Asia News Agency) via REUTERSΟ Τραμπ αφήνει ακόμη και υπαινιγμούς για πιθανή μυστική βοήθεια προς αντιφρονούντες, αποφεύγοντας να απαντήσει εάν η CIA θα μπορούσε να τους εξοπλίσει. Μια τέτοια επιλογή, όμως, θα μετέτρεπε την πολιτική πίεση σε ανοικτή επιχείρηση ανατροπής, με συνέπειες που δύσκολα θα μπορούσαν να περιοριστούν.
Η αλλαγή καθεστώτος επιστρέφει επειδή η υπάρχουσα στρατηγική δεν έχει επιτύχει τους βασικούς της στόχους. Το Ιράν δεν συνθηκολόγησε, τα Στενά του Ορμούζ δεν λειτουργούν κανονικά και η διπλωματία έχει παγώσει.
Αυτό, όμως, δεν καθιστά την ανατροπή ευκολότερη. Απλώς την κάνει πιο δελεαστική ως απάντηση σε έναν πόλεμο χωρίς καθαρή έξοδο. Και η ιστορία των αμερικανικών επεμβάσεων δείχνει ότι εκεί ακριβώς αρχίζει συνήθως το πιο δύσκολο —και ακριβό— μέρος.
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου