Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Δημοτικά σχολεία: Η Ελλάδα έχει τους λιγότερους μαθητές ανά εκπαιδευτικό στην ΕΕ — Τι δείχνει η αναλογία 7,4 προς 1


Τη χαμηλότερη αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό στα δημοτικά σχολεία μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφει η Ελλάδα: 7,4 μαθητές ανά εκπαιδευτικό το 2024, έναντι 13,3 στην ΕΕ, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Πρόκειται για ένα στοιχείο που σίγουρα προκαλεί ερωτήματα.

Η απόσταση είναι μεγάλη. Στη Γαλλία και στην Τσεχία η αναλογία φτάνει τους 17,9 μαθητές, ενώ στη Ρουμανία τους 18,2. Η Ελλάδα και το Λουξεμβούργο είναι οι μόνες χώρες της Ένωσης όπου ο δείκτης βρίσκεται κάτω από τους δέκα μαθητές ανά εκπαιδευτικό.

Πρόκειται για μια σαφή ελληνική πρωτιά στον συγκεκριμένο δείκτη στελέχωσης, η οποία χρειάζεται σωστή ανάγνωση: δεν σημαίνει ότι οι τάξεις των ελληνικών δημοτικών έχουν επτά ή οκτώ παιδιά, ούτε αποτελεί από μόνη της μέτρηση της ποιότητας της εκπαίδευσης.
Η πρωτιά της Ελλάδας

Η ελληνική αναλογία είναι κατά περίπου 44% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ακόμη και σε σύγκριση με το Λουξεμβούργο, που ακολουθεί με 8,2 μαθητές ανά εκπαιδευτικό, η Ελλάδα διατηρεί αισθητή απόσταση.


Στον αντίποδα, ο δείκτης της Ρουμανίας είναι σχεδόν δυόμισι φορές υψηλότερος από τον ελληνικό. Πάνω από τους 15 μαθητές ανά εκπαιδευτικό βρίσκονται επίσης η Γερμανία και η Ολλανδία.


Γιατί οι 7,4 μαθητές δεν σημαίνουν τάξεις με λίγα παιδιά

Όπως διευκρινίζει η Eurostat στη μεθοδολογία της, ο δείκτης υπολογίζεται διαιρώντας τον αριθμό των μαθητών με τον αριθμό των εκπαιδευτικών της ίδιας βαθμίδας, με αμφότερα τα μεγέθη εκφρασμένα σε ισοδύναμα πλήρους φοίτησης και απασχόλησης.

Το μέσο μέγεθος ενός τμήματος είναι διαφορετικό μέγεθος. Μια τάξη μπορεί να διδάσκεται από περισσότερους εκπαιδευτικούς, σε διαφορετικά μαθήματα και ώρες, ενώ το ωράριο διδασκαλίας των εκπαιδευτικών δεν ταυτίζεται με τις ώρες μαθημάτων των παιδιών.

Επομένως, η αναλογία αποτυπώνει τους διαθέσιμους εκπαιδευτικούς πόρους σε σχέση με τον μαθητικό πληθυσμό στο σύνολο της βαθμίδας. Δεν δείχνει πώς κατανέμονται αυτοί οι πόροι μεταξύ σχολείων και περιοχών, ούτε αρκεί για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν κενά σε συγκεκριμένες σχολικές μονάδες.

Η ίδια η Eurostat την περιγράφει ως έναν έμμεσο δείκτη που μπορεί να αξιοποιηθεί στην ανάλυση των συνθηκών εκπαίδευσης.
Λιγότεροι μαθητές ανά εκπαιδευτικό σε βάθος δεκαετίας

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αναλογία υποχώρησε από 14,2 μαθητές το 2014 σε 13,3 το 2024. Πτώση καταγράφηκε σε 23 χώρες της ΕΕ, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, όπως φαίνεται στο συγκριτικό διάγραμμα της Eurostat.

Οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν:Στη Βουλγαρία, από 17,8 σε 10,4 μαθητές ανά εκπαιδευτικό.
Στη Σλοβενία, από 15,9 σε 10,8.
Στην Αυστρία ο δείκτης παρέμεινε αμετάβλητος στους 12 μαθητές. Αντίθετα, στη Λιθουανία καταγράφηκε σημαντική αύξηση, από 10,2 σε 13,7.

Η υποχώρηση της αναλογίας μπορεί να προκύπτει από μεταβολές στον αριθμό των μαθητών, των εκπαιδευτικών ή και των δύο. Τα συγκεντρωτικά στοιχεία δεν επιτρέπουν να αποδοθεί αυτομάτως σε μία μόνο αιτία, όπως περισσότερες προσλήψεις ή δημογραφική συρρίκνωση.
Πώς εξηγούνται τα κενά;

Η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό στα δημοτικά της ΕΕ, αλλά οι καταγγελίες για κενά στα σχολεία επανέρχονται σε διαδοχικές χρονιές. Η φαινομενική αντίφαση εξηγείται, καταρχάς, από το τι ακριβώς μετρά η Eurostat.

Στον δείκτη συνυπολογίζονται μόνιμοι και αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης. Επομένως, η χαμηλή αναλογία διαμορφώνεται και χάρη στις προσλήψεις αναπληρωτών. Δεν αποδεικνύει ότι το μόνιμο προσωπικό επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες.

Παράλληλα, ένας εθνικός μέσος όρος δεν δείχνει εάν κάθε σχολείο διαθέτει εγκαίρως τις ειδικότητες και τις ώρες διδασκαλίας που χρειάζεται. Η λειτουργία μικρών σχολείων, η κατανομή του προσωπικού και οι ανάγκες ειδικής αγωγής και εξατομικευμένης υποστήριξης επηρεάζουν τη στελέχωση, χωρίς να αποτυπώνονται ξεχωριστά στην αναλογία.

Τον Σεπτέμβριο του 2025, η Διδασκαλική Ομοσπονδία υπολόγιζε τις ακάλυπτες θέσεις στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε περίπου 10.000. Η εκτίμηση αφορούσε δημοτικά και νηπιαγωγεία εκείνη τη χρονική στιγμή, όχι κενά που παρέμειναν αναγκαστικά ολόκληρη τη χρονιά.

Υπάρχουν επίσης τεκμηριωμένες μετακινήσεις εκπαιδευτικών εκτός σχολικής τάξης. Στις 23 Ιουνίου 2026, το υπουργείο Παιδείας δημοσίευσε αποφάσεις αποσπάσεων εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σε διευθύνσεις εκπαίδευσης, πανεπιστήμια και άλλους φορείς. Οι αποφάσεις επιβεβαιώνουν την πρακτική, χωρίς από μόνες τους να αποδεικνύουν πόσα διδακτικά κενά προκαλεί.

Χρειάζεται, πάντως, μια ουσιαστική διευκρίνιση: σύμφωνα με τη μεθοδολογία της κοινής συλλογής στοιχείων UNESCO–ΟΟΣΑ–Eurostat, προσωπικό με κυρίως διοικητικά καθήκοντα και ελάχιστο ή καθόλου διδακτικό έργο εξαιρείται από την κατηγορία των διδασκόντων. Δεν μπορούμε, συνεπώς, να θεωρήσουμε ότι κάθε αποσπασμένος εκπαιδευτικός «φουσκώνει» τον συγκεκριμένο δείκτη.

Η χαμηλή αναλογία και η ανάγκη αναπληρωτών μπορούν να συνυπάρχουν: το κρίσιμο είναι ποιο προσωπικό βρίσκεται σε ποιο σχολείο, με ποια καθήκοντα και για πόσο χρόνο.
Περισσότερα από 23 εκατομμύρια παιδιά στα δημοτικά της ΕΕ

Συνολικά, το 2024 φοιτούσαν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση επιπέδου δημοτικού 23,2 εκατομμύρια μαθητές στην ΕΕ. Ο αριθμός ήταν μειωμένος κατά 0,2%, ή 35.153 παιδιά, σε σχέση με το 2023.

Σε σύγκριση με το 2014, ωστόσο, καταγράφεται αύξηση κατά 2,9%, ή 659.086 μαθητές.

Η Γαλλία συγκέντρωνε τον μεγαλύτερο μαθητικό πληθυσμό, με 4,1 εκατομμύρια παιδιά, και ακολουθούσαν η Γερμανία με 3,3 εκατομμύρια, η Ισπανία με 2,8 εκατομμύρια και η Ιταλία με 2,6 εκατομμύρια.

Στον άλλο άκρο βρίσκονταν η Μάλτα με 27.537 μαθητές, το Λουξεμβούργο με 43.020 και η Κύπρος με 60.596.

Η Eurostat επισημαίνει ότι οι διαφορές αντανακλούν το μέγεθος και τη δημογραφική δομή του πληθυσμού, αλλά και την οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων, όπως τις ηλικίες έναρξης της φοίτησης.


Ο ευρωπαϊκός σχολικός χάρτης αλλάζει

Σε βάθος δεκαετίας, ο μαθητικός πληθυσμός αυξήθηκε σε 15 χώρες και μειώθηκε στις υπόλοιπες 11 με διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία.

Οι μεγαλύτερες ποσοστιαίες αυξήσεις καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο, κατά 21,4%, και στη Σλοβενία, κατά 18,2%. Οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν στην Πολωνία, κατά 25,7%, στην Κροατία, κατά 10,3%, και στην Πορτογαλία, κατά 10%.

Για την Ελλάδα, το πιο χαρακτηριστικό εύρημα παραμένει η χαμηλή αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό. Το επόμενο ερώτημα, που υπερβαίνει τον συγκεκριμένο στατιστικό δείκτη, είναι πώς αυτή η εικόνα στελέχωσης μεταφράζεται σε καθημερινή υποστήριξη μέσα στην τάξη και σε ουσιαστική μάθηση για κάθε παιδί.

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου