Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

Γιώργος Τζινούδης: «Είμαστε μόνο μια έκλαμψη στο σκοτάδι των αιώνων»


Γιώργος Σ. Κουλουβάρης • gkoul@naftemporiki.gr

Η ομαδική έκθεση «Συναστρία» ολοκληρώθηκε με επιτυχία και ένα σύμπαν καλλιτεχνών ενώθηκε κάτω από τον ουρανό στο Αίθριο του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ). Πλανήτες, αστερισμοί και σπάνια βιβλία -αστρονομίας και όχι μόνο- της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος παρουσιάστηκαν στο κοινό από τις 26 Σεπτεμβρίου έως τις 4 Οκτωβρίου.

Ο Γιώργος Τζινούδης -ένας από τους είκοσι συμμετέχοντες, μας μιλά για την συμμετοχή και το έργο του, αλλά και για το απειροελάχιστο του μεγέθους μας.

Κύριε Τζινούδη, συμμετείχατε στη «Συναστρία» με τρία εμβληματικά έργα τον «Κρόνο», τον «Σκορπιό Ι» και τον «Σκορπιό ΙΙ». Μιλήστε μας για αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση και τα έργα σας.

«Πριν από δύο χρόνια, έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον κύριο Μωυσιάδη. Μου είπε ότι σκεφτόταν να ετοιμάσει μια έκθεση με θέμα το σύμπαν, τους πλανήτες και τους αστερισμούς.

“Τα αστέρια ήταν εκεί από πάντα· στο πέρασμα των χρόνων βρέθηκαν αυτοί που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν, να χαρτογραφήσουν και να νοηματοδοτήσουν την ύπαρξή τους· ένωσαν τα σημεία και δημιούργησαν τους αστερισμούς”, είπε. Μια αντίστοιχη διαδικασία θα ακολουθούνταν και για την οργάνωση αυτής της εικαστικής έκθεσης.

Φυσικά, το concept ήταν αρκετά γοητευτικό για να με αφήσει ασυγκίνητο· ειδικά, όταν έμαθα και για την παρουσία του κυρίου Πράπογλου στην επιμέλεια της έκθεσης. Αμέσως, λοιπόν, ξεκίνησα να δημιουργώ τα έργα· βέβαια, τότε περίμενα ότι θα πρόκειται, απλώς, για μια εικαστική έκθεση, όπως οι κλασικές εκθέσεις που φιλοξενούνται στους διάφορους θεσμικούς χώρους. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα εξελισσόταν σε κάτι τόσο μεγάλο και πολύπλευρο, όπως η “Συναστρία”.

Στην ουσία, η “Συναστρία” ήταν ένα εικοσαήμερο γεμάτο ζωγραφική, γλυπτική, ποίηση, μουσική και επιστημονική παρατήρηση. Πολλά παράλληλα events πολιτιστικού ενδιαφέροντος πραγματοποιούνταν επί τρεις εβδομάδες σε κάποιους από τους εμβληματικότερους χώρους της Αθήνας. Με συνεργασίες ανάμεσα σε τόσο διαφορετικούς φορείς, με τη συμμετοχή πολλών και σημαντικών χορηγών και με την έντονη ανταπόκριση του κοινού η “Συναστρία” αποδείχθηκε στην πράξη κάτι πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο πολύπλευρο και οργανωμένο από αυτό που είχα, αρχικά, υποθέσει ότι θα είναι».



Το σύμπαν είναι κάτι που σας γοητεύει ως καλλιτέχνη; Και πόσο εύκολο είναι να εμπνευστείτε από αυτό;

«Το σύμπαν και η παρατήρηση του έναστρου ουράνιου θόλου είναι κάτι γοητευτικό, όπως και να έχει. Όταν, όμως, κάθομαι και σκέφτομαι πως είμαι μόνο ένας άνθρωπος πάνω σε έναν πλανήτη ενός ηλιακού συστήματος, σε ένα από τα μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ηλιακά συστήματα αυτού του γαλαξία, σε ένα σύμπαν που περιέχει μερικά τρισεκατομμύρια γαλαξίες, τότε έρχομαι αντιμέτωπος με το απειροελάχιστο του μεγέθους μου, τη ματαιότητα και την ασημαντότητα της ύπαρξής μου. Είμαστε μόνο μια έκλαμψη στο σκοτάδι των αιώνων, μια ακαριαία αντίληψη άγνοιας, το όνειρο ενός τυφλού.

Αυτό είναι ίσως ο κινητήριος μοχλός. Ο οίστρος που με κινητοποιεί να φτιάξω κάτι, να προσπαθήσω να αφήσω ένα ίχνος, όσο μικρό κι ασήμαντο κι αν είναι αυτό, όσο μάταιη κι αν μοιάζει η προσπάθεια».

Γι’ αυτό κάνετε τέχνη;

«Πρέπει κι εγώ, με κάποιον τρόπο, να δικαιολογήσω την ύπαρξή μου. Ας πούμε ότι είναι το μικρό διαρκές μου “υπαρξικόπημα” σε αυτόν τον κόσμο».



Η τεχνική σας, το στυλ σας είναι πολύ ιδιαίτερο και άμεσα ο θεατής το αναγνωρίζει. Ασπρόμαυρα μοτίβα, μικροσκοπικά και μεγαλύτερα, που επαναλαμβάνονται, δημιουργούν έναν μικρόκοσμο και έναν μακρόκοσμο, ένα ολόκληρο σύμπαν. Πώς οδηγηθήκατε σε αυτό το στυλ, σε αυτή την τεχνική;

«Καταρχάς, να σας πω ότι μου περιποιεί ιδιαίτερη τιμή να θεωρείτε τον τρόπο μου ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο.

Ο άνθρωπος, εδώ και χιλιάδες χρόνια, τις ίδιες ιστορίες λέει και ξαναλέει. Με τα ίδια κεντρικά θέματα καταπιάνεται η τέχνη του· έρωτας, θάνατος, απώλεια, δικαιοσύνη, ελευθερία. Όλος ο κόπος των καλλιτεχνών είναι να πούνε με τον δικό τους τρόπο αυτές τις ιστορίες. Να πούνε το τραγούδι τους.

Τώρα, ως προς το χρώμα, να σας πω ότι τελευταία μου αρκεί το άσπρο και το μαύρο, τα λεγόμενα μη χρώματα. Αντιπροσωπεύουν για μένα τις πρωταρχικές συνθήκες της ύπαρξης. Υπερβαίνουν τον ορισμό του χρώματος και ενσαρκώνουν την παρουσία και την απουσία. Το μαύρο είναι το πλήρες και η παρουσία και το λευκό το κενό και η απόλυτη απουσία.

Κατά τα άλλα, η ζωγραφική μου προσπάθεια επιδιώκει να ισορροπεί ανάμεσα στο παραστατικό και στο μη παραστατικό. Ξεκινά, αρκετές φορές, με αφορμή το τυχαίο. Από εκεί προκύπτουν κάποιες μορφές, τις οποίες εξελίσσω όπως μου εμφανίζονται και, όταν αυτές οι μορφές αποκτήσουν αρκετές συγγένειες και αναφορές στον κόσμο που μας περιβάλλει, τότε ξεκινώ την αντίστροφη διαδικασία και προσπαθώ να τις κάνω λιγότερο περιγραφικές, λιγότερο αναπαραστατικές.

Επιθυμώ όλη μου η ζωγραφική προσπάθεια να ισορροπεί επί ξυρού ακμής ανάμεσα στο συγκεκριμένο και το αφηρημένο, ανάμεσα στο αναπαραστατικό και στο μη αναπαραστατικό».



Πόσο δύσκολο είναι αυτό;

«Το δύσκολο δεν είναι να ζωγραφίζεις, το δύσκολο είναι να ζήσεις από τη ζωγραφική».

Σε κάποια έργα σας βλέπουμε ακόμα κάτι, που είναι πολύ χαρακτηριστικό· μέρος του έργου βγαίνει εκτός κάδρου. Γιατί το κάνετε αυτό;

«Με στενεύουν λίγο οι δύο διαστάσεις του καμβά και πολλές φορές επιθυμώ να επεκτείνω τα έργα μου στον τοίχο, στην οροφή, στο πάτωμα, ώστε να κατακτήσουν τον χώρο των τριών διαστάσεων. Βλέπετε, η ζωγραφική μου είναι αρκετά δισδιάστατη και ψάχνω έναν πραγματικό τρόπο για την κατάκτηση του χώρου.

Ιδανικά θα προτιμούσα να ζωγραφίζω ολόκληρα δωμάτια, ώστε η ζωγραφική να απλώνεται στον χώρο και να περιβάλλει τον θεατή. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό πρακτικά είναι αρκετά δύσκολο, γιατί κάθε φορά που θα ήθελα να κάνω ένα έργο θα χρειαζόμουν ένα ολόκληρο δωμάτιο.

Όμως, όταν μου δίνεται η δυνατότητα -όπως συνέβη το 2015 στη Νέα Υόρκη, ζωγραφίζω ολόκληρο το δωμάτιο: τους τοίχους, το πάτωμα, το ταβάνι. Ο θεατής είχε τη δυνατότητα να εισέρχεται στον χώρο, να περιβάλλεται από το έργο και ο ίδιος να αποτελεί μέρος του έργου.

Μακάρι να μου δινόταν πιο συχνά αυτή η ευκαιρία».



Κάποια από τα έργα σας μοιάζουν σαν να μπορούν να συνεχίσουν και να επεκτείνονται στο διηνεκές. Πώς καταλαβαίνετε ότι έχει τελειώσει ένα έργο; Και τι γίνεται μετά με αυτό το έργο;

«Ο Τζάκσον Πόλοκ είχε δώσει μια γουστόζικη απάντηση σε αντίστοιχη ερώτηση, λέγοντας στη δημοσιογράφο: “Εσύ πώς καταλαβαίνεις ότι τελείωσες στο σεξ;”

Για να απαντήσω πάντως προσωπικά, για μένα το έργο τελειώνει, όταν σταματάει να με απασχολεί πια, όταν ο δημιουργικός κνησμός υποχωρεί, όταν δεν με φαγουρίζει πια να το συνεχίσω. Οπότε ναι, τότε τελειώνει και το έργο για μένα.

Από κει και πέρα, όταν τελειώνει το έργο, πρακτικά αποθηκεύεται, αλλά σαν αντικείμενο δεν με ενδιαφέρει πια.

Γενικά δεν τα πάω καλά με αυτά που έχω ζωγραφίσει.

Όταν ξεμπερδέψω, νιώθω σαν να μη με ενδιαφέρουν άλλο. Δεν με νοιάζει αν είναι καλά ή όχι, αν αρέσουν, αν αντέξουν, αν ξεφτίσουν.

Εξάλλου, εμείς οι ίδιοι ξεφτίζουμε κάθε μέρα. Οι πλάτες μας κυρτώνουν, τα μάτια μας θολώνουν, τα σωθικά μας ξεχαρβαλώνονται από την καθημερινότητα, από τη θλίψη, από τη χοληστερίνη, από το πέρας του χρόνου, από τη ζωή την ίδια.

Δεν με απασχολούν αυτά που έχω ήδη ζωγραφίσει. Το μόνο που με νοιάζει είναι τι θα ζωγραφίσω μετά, ποια θα είναι η επόμενη γραμμή, τι θα κάνει το μυαλό μου να πάρει λίγο μπρος και τα μάτια μου να κλέψουν, ας πούμε, λίγη απ’ τη λάμψη που υπάρχει στα μάτια των ερωτευμένων».

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου