Κριτική από τον Άκη Καπράνο
Είναι μύθος η ιδέα του δημιουργού που βυθίζεται στην οδύνη του για να φτάσει σε κάποια συμφιλίωση με το Τραύμα, μεταμορφώνοντάς το σε (σπουδαία ή μη) Τέχνη. Δεν το λέω εγώ αυτό, ούτε το πιστεύω, αλλά αυτή η άποψη μοιάζει να επικρατεί σήμερα.
Για πολλούς που αυτοπροσδιορίζονται ως λάτρεις του σινεμά, όλα πια περιορίζονται στο box office, στις επιτροπές των παραγωγών και στις απαιτήσεις των οπαδών. Σχεδόν έχει γίνει ταμπού η χρήση της λέξης “καλλιτέχνης”, και με αυτή την ιδιότητα (και ό,τι αντιπροσωπεύει) μοιάζει να τα έχουν βάλει πολλοί τελευταία, αποδομώντας την στα social media και σε κινηματογραφικά φόρουμ: “Νάρκισοι” οι ηθοποιοί της μεθόδου, “κακοποιητικοί” οι απαιτητικοί σκηνοθέτες, “edgelords” οι δημιουργοί που δεν φοβούνται να αγγίξουν γκρίζες ηθικές περιοχές, “τραυματικά” τα έργα τέχνης που αψηφούν τις επιταγές του ενός ή του άλλου εξουσιαστικού κέντρου. Βλέπετε, εφόσον θέλουμε την τέχνη μας “πούρα”, καθαρή και ξέξασπρη, οι καλλιτέχνες οφείλουν να βάλουν στην άκρη τα καπρίτσια τους, να γίνουν καθαροί κι αυτοί, να νιώσουμε κι εμείς ασφαλείς. Αυτό ζούμε τα τελευταία 20 χρόνια.

Σε όλο αυτό λοιπόν το νέφος, η Κλόε Ζάο έρχεται να παραδώσει μια πολύτιμη ταινία: Το “Άμνετ”, πάνω απ’ όλα, μιλά για το τι σημαίνει να είσαι καλλιτέχνης, και πως μπορεί ο πόνος του ενός να μεταμορφωθεί σε θείο δώρο για τους πολλούς – το κοινό. Δε σε βομβαρδίζει όμως με τις σημάνσεις του. Αντιθέτως, αυτή εδώ είναι μια ταινία στημένη με μεγάλη μεθοδικότητα: Πρώτα συναντάμε το ζεύγος της Άνιες και του Ουίλιαμ, γυναίκα – ξωτικό εκείνη, φτωχός πλην τίμιος δάσκαλος λατινικών αυτός, που συναντιούνται στην Αγγλική επαρχία του 1580. Ερωτεύονται σχεδόν κεραυνοβόλα, εκείνος όμως μοιάζει να μαστίζεται από δαίμονες που αδυνατεί να τιθασσεύσει, και εκείνος μοιράζει τον χρόνο του στο μακρινό Λονδίνο, πότε εξασκώντας την τέχνη που δερματοποιού πατέρα του, και πότε αναζητώντας τη μεγάλη έμπνευση, που θα τον βρει τη στιγμή της μεγαλύτερης τραγωδίας τους: Το θάνατο του γιου τους, Άμνετ. Η ταινία ξεδιπλώνεται αργά, με εικόνες που θυμίζουν πίνακες της Αναγέννησης, για να οδηγηθεί σε ένα πραγματικά εκρηκτικό φινάλε, και η Ζάο αφήνει πίσω της τον νατουραλισμό (θυμίζουμε το αριστουργηματικό “The Rider” του 2017 – παραμένει η καλύτερη ταινία της). Το δε πέρασμα του χρόνου, η αίσθηση του ανυπολόγιστου, η αδυναμία να κατανοήσει κανείς τη φύση του θρήνου, είναι το αδιαμφισβήτητο επίκεντρο του φιλμ, που μοιάζει να αφουγκράζεται και τον καλλιτέχνη, και τον πατέρα, και τον άνθρωπο – εδώ βρίσκεται το μεγαλείο του.

Σε πραγματικό γεγονός βασίζεται η Γερμανική ταινία “Κάρλα”, σε σκηνοθεσία Χριστίνας Τουρνατζή: Στην Γερμανία του 1962 η Κάρλα, μόλις 12 ετών, καταφεύγει στην αστυνομία ζητώντας δικαιοσύνη κατά του πατέρα της, που την έχει κακοποιήσει σεξουαλικά. Ένα μικρό κορίτσι, ενάντια σε ένα ολόκληρο σύστημα: Μόνο ένα παιδί θα τολμούσε να τα βάλει με ένα τέτοιο τέρας. Η σκηνοθέτιδα χειρίζεται το θέμα με μεγάλη προσοχή (και φινέτσα), η δε ένταση εδώ προκύπτει δια της παρατήρησης και της συγκρατημένης συναισθηματικής έντασης. Έτσι, μπορούμε να διακρίνουμε πως πολλές από τις ενστάσεις του συνήγορου του πατέρα, θα μπορούσαν να ακουστούν και στα δικαστήρια της εποχής μας. Καμία μελοδραματική υπερβολή λοιπόν, καμία κορώνα, γιατί αλλιώς, πως θα “ακουστεί” η δικαιοσύνη; Σπουδαία ερμηνεία εδώ από τη μικρή Ελίζε Κριπς.

Τέλος, υπέφερα με το θρίλερ “Η εσχάτη των ποινών” όπου στο μέλλον, ένας αστυνομικός (Κρις Πρατ) που έχει ενοχοποιηθεί για τη δολοφονία της συζύγου του, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δικαστική αρχή Τεχνητής Νοημοσύνης (με τη μορφή της Ρεμπέκα Φέργκισον!) και έχει μόλις μια ώρα για να αποδείξει την αθωότητα του. Οθόνες κινητών και αναδυόμενα παράθυρα κατακλύζουν το πανί – αν αυτό είναι σινεμά, καταδικάστε κι εμάς, να τελειώνουμε.
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου