Νικολέτα Πετανίδου • npetanidou@naftemporiki.gr
Μπορεί να μονοπωλεί το ενδιαφέρον Αθήνας – Άγκυρας η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (11/02), ωστόσο ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλούν τα όσα συμβαίνουν -σε ίδιο χρόνο- και εκτός του ελληνοτουρκικού… «κάδρου».
Ο λόγος για τις σχέσεις Τουρκίας – Αιγύπτου οι οποίες από «άσπονδοι εχθροί» ετών, εξελίσσονται σε στρατηγικοί σύμμαχοι.
Ήδη, τα τελευταία (σχεδόν) δύο χρόνια, οι συνεχείς ανταλλαγές επισκέψεων, οι περιφερειακές εξελίξεις -ιδιαίτερα από την 7η Οκτωβρίου 2023 και μετά- μαρτυρούν πως αυτά που ενώνουν τον Αιγύπτιο Πρόεδρο αλ- Σίσι με τον Ταγίπ Ερντογάν είναι περισσότερα από αυτά που τους χωρίζουν.
Οι συνεργασίες αλλά και οι συμφωνίες που προκύπτουν στο περιθώριο του Στρατηγικού Διαλόγου Αιγύπτου – Τουρκίας, αποτελούν σαφή σημάδια εξομάλυνσης των σχέσεων τους, με τη ρήξη που είχε προκληθεί μετά το 2013, (με αφορμή την ανατροπή της κυβέρνησης των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο και τη σκληρή κριτική της Άγκυρας προς το καθεστώς Σίσι), να αποτελεί παρελθόν.
Ωστόσο, οι δύο ηγέτες πέρα από τα όσα διαδραματίζονται στη Μέση Ανατολή, έχουν κοινά ενδιαφέροντα σε ό,τι αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, όπως η ενεργειακή ασφάλεια, οι θαλάσσιες ζώνες και οι εμπορικές διαδρομές, που λειτουργούν ως «καταλύτες» για έναν πιο πραγματιστικό διάλογο, παρά τις διαφορές που εξακολουθούν να υφίστανται.
(Murat Cetinmuhurdar/Turkish Presidential Press Office/REUTERS)Τα στρατηγικά συμφέροντα Αιγύπτου – Τουρκίας
Όπως σημειώνουν αρμόδιες πηγές στη «Ν», οι δύο χώρες έχουν στρατηγικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και διεκδικούν ρόλο περιφερειακής δύναμης, και ήταν θέμα χρόνου να υπερβούν τα σοβαρά ζητήματα που υπονόμευσαν τις σχέσεις τους. Από την πλευρά της, η Τουρκία έχει υποχωρήσει με έμπρακτες κινήσεις, όπως η στήριξη προς κινήματα και ομάδες που συνδέονται με τους «Αδελφούς Μουσουλμάνους» και η οποία είχε θεωρηθεί παρέμβαση στα εσωτερικά της Αιγύπτου.
Ενώ για τις εξελίξεις στη Γάζα, σημειώνουν πως παρά το γεγονός ότι ο Σίσι μιλά την ίδια «γλώσσα» με τον Ερντογάν, «η στάση της Αιγύπτου ήταν αρκετά εποικοδομητική, με άμεση δράση για την φροντίδα υπέρ των εκτοπισμένων και διατηρεί καλύτερους διαύλους επικοινωνίας με το Ισραήλ».
Παράλληλα, «η Άγκυρα έχει υιοθετήσει έναν πιο μετριοπαθή λόγο απέναντι στο Κάιρο, περιορίζοντας δημόσιες παρεμβάσεις που στο παρελθόν προκαλούσαν έντονη δυσφορία στην αιγυπτιακή ηγεσία», ενώ από την πλευρά της, η Αίγυπτος αντιμετωπίζει την Τουρκία όχι πλέον αποκλειστικά ως ανταγωνιστή, αλλά ως πιθανό συνομιλητή σε ζητήματα περιφερειακής σταθερότητας, από τη Λιβύη μέχρι τη Μέση Ανατολή.
Συνεργασία στην άμυνα
Τους στενούς δεσμούς μεταξύ Καϊρου και Άγκυρας δεν επιβεβαιώνουν μόνο οι κοινές διπλωματικές «κινήσεις», αλλά και η συνεργασία που επιδιώκουν στον τομέα της άμυνας όπως επίσης και οι κοινές τους ασκήσεις στην ευρύτερη περιοχή.
Σύμφωνα με αραβικά μέσα, Αίγυπτος και Τουρκία υπέγραψαν την Τετάρτη στο Κάιρο συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας, παρουσία του αλ-Σίσι και του Ταγίπ Ερντογάν.
Πρόκειται για μία σημαντική συμφωνία αμυντικού χαρακτήρα ανάμεσα στην τουρκική κρατική αμυντική βιομηχανία MKE και το αιγυπτιακό υπουργείο Άμυνας, συνολικής αξίας περίπου 350 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η συμφωνία περιλαμβάνει τόσο την εξαγωγή προηγμένων οπλικών συστημάτων όσο και τη μεταφορά τεχνογνωσίας μέσω της δημιουργίας γραμμών παραγωγής επί αιγυπτιακού εδάφους.
Κεντρικό στοιχείο της συνεργασίας αποτελεί η προμήθεια του συστήματος αντιαεροπορικής άμυνας μικρού βεληνεκούς Tolga, σχεδιασμένου κυρίως για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων εναέριων απειλών. Η αξία του συγκεκριμένου συστήματος εκτιμάται στα 130 εκατομμύρια δολάρια.
TOLGA MKEΠαράλληλα, η MKE αναλαμβάνει την ίδρυση εργοστασίου παραγωγής πυρομαχικών πυροβολικού διαμετρήματος 155 χιλιοστών, καθώς και μονάδων για πυρομαχικά μικρότερου διαμετρήματος, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης επένδυσης που καλύπτει το υπόλοιπο οικονομικό σκέλος της συμφωνίας.
Οι δύο πλευρές συμφώνησαν επίσης στη σύσταση κοινής εταιρείας, με στόχο όχι μόνο την κάλυψη των αναγκών της Αιγύπτου, αλλά και την ενίσχυση των εξαγωγών προς τρίτες αγορές της περιοχής.
Ειδικοί σχολιάζουν στη «Ν», πως για την Τουρκία, η συμφωνία αποτελεί ακόμη ένα βήμα στη στρατηγική της να ενισχύσει την παρουσία της στην παγκόσμια αγορά αμυντικού υλικού και να οικοδομήσει νέους άξονες συνεργασίας και για την Αίγυπτο, σηματοδοτεί μια προσπάθεια ενίσχυσης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και διαφοροποίησης των πηγών στρατιωτικού εξοπλισμού.
Όπως αναφέρουν, η αμυντική συμφωνία που ολοκληρώθηκε είναι αμοιβαία επωφελής για την τουρκική αμυντική βιομηχανία, αλλά και για την αιγυπτιακή πλευρά, καθώς θα δημιουργήσει υποδομές παραγωγής πυρομαχικών στην Αίγυπτο με καλύτερο κόστος και μεταφορά τεχνογνωσίας.
Η σύναψη αμυντικών συμφωνιών μπορεί να λαμβάνει χώρα ενώ Ελλάδα – Ισραήλ έρχονται ακόμη πιο κοντά στον τομέα της άμυνας με την τουρκική πλευρά να εκφράζει τη δυσφορία της και να θεωρεί ότι είναι εις βάρος των δικών της βλέψεων, ωστόσο, η βελτίωση των σχέσεων (Τουρκίας – Αιγύπτου) δεν σημαίνει πλήρη ταύτιση συμφερόντων.
«Οι ιδεολογικές διαφορές και οι αντικρουόμενες συμμαχίες παραμένουν, καθιστώντας τη νέα αυτή φάση περισσότερο μια σχέση προσεκτικής συνεργασίας παρά στρατηγικής συμμαχίας. Παρ’ όλα αυτά, η πρόσφατη κινητικότητα δείχνει ότι και οι δύο χώρες επιλέγουν τον δρόμο του διαλόγου, αναγνωρίζοντας ότι η περιφερειακή ρευστότητα καθιστά τη διπλωματία αναγκαίο εργαλείο επιβίωσης και επιρροής».
Οι ελληνοαιγυπτιακές σχέσεις
Σε μία δεύτερη ανάγνωση, μπορεί να θεωρούν ορισμένοι πως η εξομάλυνση των σχέσεων Τουρκίας – Αιγύπτου αποτελεί «κίνδυνο» για την Ελλάδα, ωστόσο αρμόδιες πηγές εξηγούν ότι «δεν χρειάζεται να βλέπουμε ανταγωνιστικά τις διμερείς σχέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχουμε κάθε λόγο στην Ανατολική Μεσόγειο. Για την Αίγυπτο η Ελλάδα παραμένει η «πύλη» προς την ΕΕ (και τις σημαντικές χρηματοδοτήσεις που προσδοκά), αλλά και ένας σημαντικός ενεργειακός εταίρος (λόγω των έργων για ηλεκτρική διασύνδεση, άρα και διοχέτευση αιγυπτιακής ηλεκτρικής ενέργειας)».
Τονίζουν, δε, πως «μέριμνά μας είναι η διατήρηση αυτού του καλού επιπέδου συνεννόησης, ώστε να μην επηρεαστεί αρνητικά για τα εθνικά μας συμφέροντα η διευθέτηση των θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο» προσθέτοντας ότι «αυτή η πρόοδος των ελληνοαιγυπτιακών σχέσεων έχει σημειωθεί επί προεδρίας Σίσι, και θα έχει ενδιαφέρον να δούμε εάν θα υπάρξει συνέχεια από μια διάδοχη ηγεσία, όταν αυτή αναδειχθεί».
(ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI)Στρατεύματα στη Σομαλία
Αυτό που φέρνει επίσης κοντά τον αλ- Σίσι με τον Ερντογάν είναι και η σχέση με τη Σομαλία που είναι παραδοσιακά πεδίο επιρροής της Τουρκίας, η οποία έχει επενδύσει σε στρατιωτική εκπαίδευση, λιμενικές υποδομές και αναπτυξιακά έργα.
Ωστόσο το πόσο «κοντά» είναι ανάλογο των σχέσεων που διατηρούν τα τελευταία χρόνια οι δύο ηγέτες, παραμερίζοντας κάποιες από τις διαφορές τους.
Αυτό σημαίνει πως για την Άγκυρα, η συμμετοχή της Αιγύπτου στη Σομαλία μπορεί να θεωρηθεί ως ήπια πρόκληση, αλλά δεν σημαίνει απαραίτητα πλήρης σύγκρουση, δεδομένου ότι Τουρκία και Αίγυπτος έχουν βελτιώσει τις διμερείς σχέσεις τους.
Η είσοδος της Αιγύπτου στο ίδιο «μέτωπο», για πρώτη φορά με τόσο ενεργό ρόλο, στέλνει σαφές μήνυμα, πως το Κάιρο θέλει να αναβαθμίσει την παρουσία του στην περιοχή και να διασφαλίσει τη δική του στρατηγική σφαίρα επιρροής, χωρίς να αμφισβητεί ανοιχτά την τουρκική δραστηριότητα.
«Η Αίγυπτος έχει άμεσο συμφέρον και ενδιαφέρον να αναπτύξει τη δική της στρατιωτική παρουσία σε μια αφρικανική χώρα, όπως η Σομαλία, η οποία διατρέχει τον κίνδυνο της διαίρεσης και της υπονόμευσης της κρατικής κυριαρχίας. Η κλίμακα του προβλήματος στην Σομαλία είναι αρκετά μεγάλη, ώστε να απαιτεί την συνδυασμένη δράση αρκετών δυνάμεων. Το κόστος είναι αρκετά υψηλό για μεμονωμένες παρεμβάσεις, και η Αίγυπτος δεν θα μπορούσε να το αναλάβει ως περιφερειακή δύναμη», σχολιάζουν αρμόδιες πηγές στη «Ν».
Σημειώνεται πως περισσότεροι από 1.000 Αιγύπτιοι στρατιώτες αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της ειρηνευτικής αποστολής της Αφρικανικής Ένωσης (AUSSOM), δίπλα στις ήδη υπάρχουσες δυνάμεις της Τουρκίας που αριθμούν περίπου 500 στρατιώτες.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα παραμένει ένας σημαντικός εταίρος για την Αίγυπτο στην Ανατολική Μεσόγειο, αποδεικνύοντας ότι η περιφερειακή ρευστότητα μπορεί να δημιουργήσει (ή και να απαιτήσει) πολλούς συσχετισμούς συνεργασίας και ισορροπιών.
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου