Στην Ελλάδα του μετεμφυλιακού κράτους, ο πολίτης δεν ήταν ποτέ μόνος. Δίπλα του υπήρχε πάντα ένας φάκελος. Τι ακριβώς έγραφε αυτός ο φάκελος, ποιος τον γέμιζε και πώς καθόριζε τη ζωή ενός ανθρώπου, αρχίζουμε να το καταλαβαίνουμε όσο τα αρχεία ανοίγουν. Έγγραφα της ΚΥΠ από τα έτη 1954, 1956 και 1959 αποκαλύπτουν κάτι που μέχρι σήμερα ήταν λίγο γνωστό, τουλάχιστον τεκμηριωμένο: το ελληνικό κράτος ασφαλείας δεν σταματούσε στα σύνορα. Συνέχιζε στο εξωτερικό, εκεί που χιλιάδες νέοι Έλληνες προσπαθούσαν να σπουδάσουν. Στις 10 Ιουνίου 1954, στο γραφείο του διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, συγκεντρώθηκαν εκπρόσωποι των υπουργείων Εξωτερικών, Παιδείας και Εσωτερικών, της Γενικής Διεύθυνσης Αλλοδαπών, της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων. Αντικείμενο της σύσκεψης ήταν οι Έλληνες φοιτητές του εξωτερικού — και ο τρόπος με τον οποίο το ελληνικό κράτος θα τους παρακολουθούσε.
Το πρώτο συμπέρασμα των υπηρεσιών ασφαλείας ήταν σαφές: η δράση των Ελλήνων φοιτητών του εξωτερικού «εγκυμονούσε κινδύνους», καθώς θεωρούνταν ότι «διασύρουν την Ελλάδα με την αντεθνική τους δράση». Στόχος της σύσκεψης ήταν η λήψη μέτρων για την παρακολούθηση των σπουδαστών και η προστασία τους από την «κομμουνιστική διείσδυση» και από «επιρροές που δεν έχουν σχέση με τις σπουδές τους».
Η σύσκεψη κατέληξε σε μέτρα που άλλα ήταν εφαρμόσιμα και άλλα όχι. Η αστυνομία όφειλε να έχει άποψη για κάθε Έλληνα σπουδαστή που πήγαινε στο εξωτερικό για σπουδές, να διενεργεί επιμελημένη και εξονυχιστική έρευνα για τα φρονήματα όχι μόνο του υποψηφίου σπουδαστή αλλά και της οικογένειάς του, καθώς και την εν γένει διαγωγή του. Οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές εξέδιδαν πιστοποιητικό του υποψηφίου φοιτητή το οποίο αναφερόταν στην νομιμοφροσύνη τη δική του και της οικογένειάς του. Όπως ακριβώς γινόταν για τους στρατιωτικούς.
Ο υποψήφιος φοιτητής όφειλε να γνωρίζει τη γλώσσα του κράτους στο οποίο θα φοιτήσει διότι εάν πάει να μάθει τη γλώσσα στην ξένη χώρα, αυτό το διάστημα ήταν ευάλωτος στην κατήχηση και σε εκτροπές.
Οι κηδεμόνες υποχρεώνονταν να καταθέτουν στην τράπεζα ποσό ίσο με τα έξοδα τριών μηνών — μια εγγύηση που θα κάλυπτε ενδεχόμενη απέλαση του φοιτητή. Με άλλα λόγια, η οικογένεια χρηματοδοτούσε εκ των προτέρων την πιθανή τιμωρία.
Ταυτόχρονα οι προξενικές αρχές όφειλαν να τηρούν το δικό τους αρχείο με τους Έλληνες φοιτητές και τα πανεπιστήμια και σχολές στις οποίες φοιτούσαν.
Από τα μέτρα που αποφασίστηκαν, ένα από τα πιο εύγλωττα ήταν η εξάμηνη ισχύς του διαβατηρίου. Κάθε έξι μήνες ο φοιτητής υποχρεωνόταν να εμφανίζεται στο προξενείο για ανανέωση, προσκομίζοντας βεβαίωση του πανεπιστημίου ότι παρακολουθεί κανονικά τα μαθήματα. Το ταξιδιωτικό έγγραφο μετατρεπόταν έτσι σε εργαλείο πειθάρχησης. Αυτόν τον έλεγχο θα πραγματοποιούσαν οι «Εκπαιδευτικοί Επιθεωρηταί». Επικοινωνούσαν προσωπικά με τους διευθυντές των σχολών ή των πανεπιστημίων και πληροφορούνταν αν οι φοιτητές παρακολουθούσαν τα μαθήματά τους, για τις επιδόσεις και τη συμπεριφορά τους. Ταυτόχρονα οι ελληνικές υπηρεσίες όφειλαν να έρχονται σε επαφή με τις τοπικές αστυνομικές αρχές κάθε περιοχής στην οποία φοιτούν Έλληνες και τους έδιναν ονομαστική κατάσταση των Ελλήνων σπουδαστών ώστε να τους ειδοποιούν σε περίπτωση που κάποιος Έλληνας σπουδαστής απασχολήσει την τοπική αστυνομία για οποιοδήποτε λόγο. Η Πρεσβεία ή το Προξενείο έπρεπε να ενημερωνεται. Το βασικό ενδιαφέρον τους αφορούσε «κομμουνιστικές ενέργειες»: στην ουσία, ζητούσαν να καταγράφεται η πολιτική δραστηριότητα των φοιτητών.
Δύο ήταν οι προβλεπόμενες περιπτώσεις. Στην πρώτη, αν η παράβαση δεν θεωρούνταν σοβαρή, ειδοποιούνταν ο κηδεμόνας και προειδοποιούνταν για συνέπειες στις σπουδές. Στη δεύτερη — και η διατύπωση εδώ είναι αποκαλυπτική — αν ο σπουδαστής εμπλεκόταν «στα πολιτικά και δη στην κομμουνιστική ιδεολογία», η απέλαση γινόταν μονόδρομος μέσω της μη ανανέωσης του διαβατηρίου.
Δύο χρόνια μετά: ο απολογισμός του 1956
Σε αναφορά της ΚΥΠ με ημερομηνία 21 Απριλίου 1956 διαπιστώνεται ότι, από τους χιλιάδες Έλληνες σπουδαστές, μόλις το 10% παρακολουθούσε πραγματικά τις σπουδές του — κυρίως σε Ιταλία, Γαλλία και Αυστρία. Οι Έλληνες φοιτητές, σημειώνει το έγγραφο, «έχουν περιπέσει σε ανυποληψία».
Η Ιατρική Σχολή της Βιέννης αποφάσισε να περιορίσει τον αριθμό των Ελλήνων που γίνονταν δεκτοί, ζητώντας προηγούμενη ειδοποίηση και αποδεδειγμένη γνώση γερμανικών. Το πανεπιστήμιο του Μονάχου, αντίστοιχα, απαιτούσε απολυτήριο Γυμνασίου με βαθμό άνω του 15 — σε εξατάξιο Γυμνάσιο και κλίμακα του 20.
Αυτό όμως που πραγματικά απασχολεί την ΚΥΠ είναι κάτι άλλο: ότι «πολλοί Έλληνες φοιτητές ασπάστηκαν την κομμουνιστική ιδεολογία». Η υπηρεσία θεωρεί καθήκον της — «εθνική ανάγκη», γράφει — να τους προστατέψει από αυτήν.
1959: Η πρόταση του κλεισίματος των συνόρων
Στον απολογισμό του Αυγούστου 1956, η ΚΥΠ αναγνωρίζει ότι τα αποτελέσματα των αποφάσεων του 1954 ήταν πενιχρά. Η ίδια λογική θα οδηγήσει, λίγα χρόνια αργότερα, σε μια πολύ πιο ακραία πρόταση: να επιτρέπονται σπουδές στο εξωτερικό μόνο όπου δεν υπάρχει αντίστοιχη σχολή στην Ελλάδα.
Το έγγραφο της ΚΥΠ προβλέπει ρητά ότι, για να εφαρμοστεί ένα τέτοιο μέτρο, οι ελληνικές σχολές δεν θα έπρεπε να έχουν εισαγωγικές εξετάσεις — τότε ακόμη κάθε σχολή διενεργούσε τις δικές της εισαγωγικές εξετάσεις— και ο αριθμός των φοιτητών θα περιοριζόταν εσωτερικά. Στην πράξη, μια υπηρεσία ασφαλείας υπαγόρευε εκπαιδευτική πολιτική.
Σύμφωνα με έγγραφο της ΚΥΠ του 1959, οι Έλληνες φοιτητές του εξωτερικού ανέρχονταν σε 7.604 και το συνάλλαγμα που διατέθηκε γι’ αυτούς το 1958 έφτανε τα 5.700.000 δολάρια. Οι περισσότεροι σπούδαζαν σε Γερμανία (2.417), Αυστρία (2.231) και Ιταλία (1.586). Ακολουθούσαν ΗΠΑ (510), Ελβετία (269), Αγγλία (254) και Γαλλία (234), με μικρότερες παρουσίες σε άλλες χώρες.
Στο ίδιο έγγραφο διαπιστώνεται ότι μόλις το 30% των φοιτητών επιδίδεται στις σπουδές του και ότι «πολλοί έχουν διαβρωθεί από την κομμουνιστική ιδεολογία».
Διαβάζοντας τα έγγραφα της ΚΥΠ του 1954, του 1956 και του 1959, αυτό που εντυπωσιάζει δεν είναι τόσο η έκταση της παρακολούθησης όσο η φυσικότητα με την οποία περιγράφεται. Στους συντάκτες δεν τίθεται ζήτημα αν το κράτος δικαιούται να γνωρίζει τα φρονήματα ενός φοιτητή που σπουδάζει νόμιμα στο εξωτερικό, ούτε αν μπορεί να εξαρτά την ανανέωση του διαβατηρίου του από τη συμπεριφορά του στις πανεπιστημιακές αίθουσες. Το ζήτημα που τίθεται είναι αποκλειστικά τεχνικό: πώς θα γίνει αυτό αποτελεσματικότερα.
Τα έγγραφα συντάσσονται σε μία Ελλάδα όπου χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι του Εμφυλίου παραμένουν στις φυλακές, η εξορία στα νησιά εξακολουθεί να λειτουργεί ως διοικητικό μέτρο, το ΚΚΕ είναι εκτός νόμου από το 1947 και το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων αποτελεί προϋπόθεση για διορισμό στο Δημόσιο, για άδεια οδήγησης, για διαβατήριο. Η παρακολούθηση των φοιτητών του εξωτερικού δεν αποτελεί παρέκκλιση από αυτό το πλαίσιο. Είναι η λογική του προέκταση: το ίδιο κράτος που έχει επιβάλει τη νομιμοφροσύνη ως όρο πολιτειακής ύπαρξης στο εσωτερικό, επιχειρεί να την επιβάλει και έξω από τα σύνορα.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα όπου ο νέος που σπουδάζει στο Μόναχο γνωρίζει — ή υποπτεύεται — ότι κάποιος καταγράφει αν παρακολούθησε διάλεξη, σε ποια συγκέντρωση εμφανίστηκε, με ποιους συναναστράφηκε. Και ότι από αυτές τις καταγραφές εξαρτάται αν θα μπορέσει να γυρίσει σπίτι του.
Αυτό δεν είναι μόνο ιστορία επιτήρησης. Είναι ιστορία ενός κράτους που φοβάται τους ίδιους τους πολίτες του και επιχειρεί να ρυθμίσει όχι τις πράξεις τους, αλλά τις σκέψεις τους.
ΠΗΓΕΣ:
Έγγραφα ΚΥΠ, αποχαρακτηρισμένα δελτία πληροφοριών. Αναφορές: 1954-5, 1954-8, 1956-4, 1956-5, 1956-6, 1959-2, 1959-3
news24/7.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου