Η πρόσφατη επαναφορά στο προσκήνιο του ζητήματος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης από τον Τούρκο Πρόεδρο δεν αποτελεί μια αποσπασματική πρωτοβουλία καλής θέλησης. Αντίθετα, εντάσσεται σ’ ένα ευρύτερο γεωπολιτικό και διπλωματικό πλαίσιο, στο οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να βελτιώσει τη διεθνή εικόνα της, να αποσπάσει πολιτικά και οικονομικά οφέλη και να αναβαθμίσει τη διαπραγματευτική της θέση έναντι της Δύσης.
Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή από το 1971. Κατά καιρούς έχουν υπάρξει εξαγγελίες επαναλειτουργίας της, χωρίς όμως να υλοποιηθούν. Σήμερα, οι πληροφορίες που διακινούνται στην Τουρκία συγκλίνουν στο ότι η Άγκυρα εξετάζει ένα μοντέλο επαναλειτουργίας υπό μορφή ανώτατου εκπαιδευτικού ή μεταπτυχιακού θεολογικού ιδρύματος, το οποίο θα υπάγεται σε ειδικό νομικό καθεστώς συμβατό με την τουρκική νομοθεσία περί πανεπιστημίων. Το κρίσιμο σημείο δεν είναι εάν θα ανοίξει, αλλά υπό ποιους όρους θα λειτουργήσει και ποιος θα ελέγχει το ακαδημαϊκό και διοικητικό της πλαίσιο
Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Η Τουρκία επιδιώκει να αποκαταστήσει γέφυρες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ταυτόχρονα αναζητεί τρόπους να αμβλύνει τις επικρίσεις για ζητήματα κράτους δικαίου, θρησκευτικών ελευθεριών και δημοκρατικών θεσμών.
Στο σημείο αυτό ανακύπτει εύλογα το ερώτημα κατά πόσον η Χάλκη συνδέεται με την υπόθεση της κρατικής τουρκικής τράπεζας Halkbank ( Λαϊκή Τράπεζα). Η αμερικανική δικαστική περιπέτεια της Halkbank, η οποία ξεκίνησε το 2019 με κατηγορίες περί παραβίασης των κυρώσεων κατά του Ιράν, αποτέλεσε επί σειρά ετών σοβαρό αγκάθι στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Τον Ιούνιο του 2026 η υπόθεση έκλεισε οριστικά έπειτα από συμφωνία με το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, χωρίς παραδοχή ενοχής και χωρίς επιβολή προστίμου, εξέλιξη που θεωρήθηκε σημαντική διπλωματική επιτυχία της Άγκυρας.
Υπάρχει άραγε άμεση συναλλαγή μεταξύ Χάλκης και Halkbank;
Στη διεθνή πολιτική οι συμβολικές κινήσεις σπανίως είναι άσχετες με ευρύτερες διαπραγματεύσεις. Η επαναλειτουργία της Χάλκης θα μπορούσε να παρουσιαστεί από την Άγκυρα ως απόδειξη θρησκευτικής ανοχής και μεταρρυθμιστικής διάθεσης, σε μια περίοδο όπου επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει τη βελτίωση των σχέσεών της με την Ουάσιγκτον, η δε Ουάσιγκτον να ανταποδίδει με την υπόθεση της Halkbank.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα αυστηρή ευρωπαϊκή κριτική. Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεχίζουν να επισημαίνουν σοβαρά προβλήματα ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, ελευθερίας του Τύπου και λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών. Η πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως «κόλαφος», καθώς επαναφέρει ακόμη και συζητήσεις περί κυρώσεων σε Τούρκους αξιωματούχους.
Το ερώτημα όμως είναι εάν η Άγκυρα επηρεάζεται ουσιαστικά από αυτές τις εκθέσεις. Η απάντηση είναι σύνθετη. Σε επίπεδο πολιτικής ρητορικής, η τουρκική ηγεσία εμφανίζεται να αγνοεί τις ευρωπαϊκές επικρίσεις, απορρίπτοντάς τες ως πολιτικά υποκινούμενες. Σε επίπεδο στρατηγικής όμως δεν μπορεί να τις αγνοήσει πλήρως. Η τουρκική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από ευρωπαϊκές αγορές, επενδύσεις και χρηματοδοτήσεις. Επομένως, η Άγκυρα δεν «ιδρώνει» άμεσα από μια έκθεση, αλλά ασφαλώς λαμβάνει υπόψη της τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που μπορεί να έχουν τέτοιες αξιολογήσεις στις σχέσεις της με την ΕΕ.
Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πρόσφατες δηλώσεις του Ερντογάν περί «σκληρής απάντησης» εάν θιγούν τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων ή της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι δηλώσεις αυτές εντάσσονται στη γνωστή στρατηγική αποτροπής που ακολουθεί η Άγκυρα εδώ και δεκαετίες στο Κυπριακό και στα ζητήματα θαλάσσιων ζωνών και αποτελούν τον ορισμό της στρεψοδικίας.
Πρακτικά, η Τουρκία, με τη λογική της creeping jurisdiction/ έρπουσας δικαιοδοσίας, επιχειρεί να στείλει τρία μηνύματα:
- Πρώτον, προς τη Λευκωσία ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί κινήσεις που θεωρεί ότι ενισχύουν μονομερώς την Κυπριακή Δημοκρατία.
- Δεύτερον, προς την Ελλάδα ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και τις αμυντικές συνεργασίες της περιοχής.
- Τρίτον, προς το Ισραήλ και τους δυτικούς εταίρους ότι η Άγκυρα εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό της αναντικατάστατο περιφερειακό παίκτη.
Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην επικείμενη στρατιωτική κλιμάκωση. Συνήθως τέτοιου είδους δηλώσεις λειτουργούν περισσότερο ως πολιτικά και διπλωματικά εργαλεία πίεσης παρά ως προαναγγελία άμεσης δράσης. Ωστόσο, διατηρούν ένα κλίμα έντασης που επιτρέπει στην τουρκική ηγεσία να συσπειρώνει το εσωτερικό ακροατήριο και να υπενθυμίζει στους διεθνείς συνομιλητές της ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά μέσα επιρροής στην περιοχή.
Συνολικά, η Χάλκη, η Halkbank, οι ευρωπαϊκές εκθέσεις και οι παρεμβάσεις για το Κυπριακό δεν αποτελούν ανεξάρτητα γεγονότα. Συνδέονται με την προσπάθεια του Ερντογάν να ισορροπήσει ανάμεσα στη Δύση και στην αυτόνομη περιφερειακή στρατηγική της Τουρκίας. Η Άγκυρα επιδιώκει ταυτόχρονα να εμφανίζεται χρήσιμη στους συμμάχους της, να αποκομίζει οικονομικά και διπλωματικά οφέλη και να διατηρεί αλώβητη την εικόνα της ανεξάρτητης ισχυρής περιφερειακής δύναμης που δεν υποχωρεί σε ζητήματα τα οποία θεωρεί ζωτικά για τα συμφέροντά της.
*Γράφει ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, Δρ Παντείου Πανεπιστημίου, Συνεργάτης του Εργαστηρίου Τουρκικών & Ευρασιατικών Μελετών (ΕΤΕΜ) του Πανεπιστημίου Πειραιά, Νομικός, Οθωμανολόγος – Τουρκολόγος
enikos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου