Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ανησυχία στην Κωνσταντινούπολη: Γιατί διαφωνούν οι Τούρκοι σεισμολόγοι για τους 117 σεισμούς σε 55 ώρες – Το «ορόσημο» του 2045 και ο σεισμός των 7 Ρίχτερ


 Έντονη ανησυχία προκαλεί στην Κωνσταντινούπολη η πυκνή σεισμική ακολουθία που καταγράφεται τις τελευταίες ώρες νότια των Πριγκηπονήσων, στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Περισσότερες από 100 μικρές δονήσεις έχουν καταγραφεί μέσα σε περίπου δύο ημέρες, επαναφέροντας στο προσκήνιο το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί εδώ και δεκαετίες τη μεγαλούπολη των 16 εκατομμυρίων κατοίκων: μπορεί αυτή η δραστηριότητα να συνδέεται με τον αναμενόμενο μεγάλο σεισμό της Κωνσταντινούπολης;

Η εικόνα που προκύπτει από τις παρεμβάσεις κορυφαίων Τούρκων σεισμολόγων δεν είναι ενιαία. Άλλοι θεωρούν ότι οι μικροσεισμοί δεν αποτελούν ένδειξη άμεσου κινδύνου, άλλοι επιμένουν ότι αποδεικνύουν πως το σύστημα των ρηγμάτων παραμένει ενεργό, ενώ υπάρχουν και επιστήμονες που διαφωνούν ακόμη και για το ποιο ακριβώς ρήγμα παράγει τις δονήσεις.

Ένα στοιχείο, πάντως, χρειάζεται διευκρίνιση: επιστημονικά οι περισσότερες από 100 δονήσεις δεν χαρακτηρίζονται αυτή τη στιγμή «μετασεισμοί», καθώς δεν έχει προηγηθεί ένας σαφώς μεγαλύτερος κύριος σεισμός. Το Καντίλι μιλά για μια χρονικά και χωρικά συγκεντρωμένη ακολουθία μικροσεισμών.

Καντίλι: 117 σεισμοί σε μια περιοχή ακτίνας 20 χιλιομέτρων

Το Παρατηρητήριο Καντίλι του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου έδωσε την πρώτη ολοκληρωμένη εικόνα για το φαινόμενο.

Σύμφωνα με την ανακοίνωσή του, από τις 06:00 της 18ης Αυγούστου έως τις 13:00 της 20ής Αυγούστου καταγράφηκαν 117 σεισμοί, μεγέθους από 0,7 έως 3,1, σε μια περιοχή ακτίνας περίπου 20 χιλιομέτρων νότια των Πριγκηπονήσων.

Η ανάλυση των δονήσεων για τις οποίες κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί ο μηχανισμός γένεσης δείχνει, σύμφωνα με το Καντίλι, σημαντική ομοιότητα μεταξύ τους. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι οι σεισμοί εξελίσσονται μέσα σε παρόμοια γεωμετρία ρηγμάτων.

Το ίδιο το Παρατηρητήριο χαρακτηρίζει τη δραστηριότητα ως «μικροσεισμική ακολουθία» που παρουσιάζει συγκέντρωση τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο και επισημαίνει ότι τέτοιες συστάδες μικρών σεισμών παρατηρούνται κατά διαστήματα σε ενεργές τεκτονικές περιοχές. Η δραστηριότητα παρακολουθείται σε 24ωρη βάση, με τους επιστήμονες να εξετάζουν θέση, βάθος, μέγεθος και μηχανισμό κάθε δόνησης.

Η AFAD κατέγραψε, παράλληλα, δόνηση 3,2 Ρίχτερ στις 19 Αυγούστου, ενώ αρκετοί από τους σεισμούς είχαν εστιακά βάθη περίπου 7 έως 17 χιλιομέτρων.

Νατζί Γκιορούρ: Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι «αν», αλλά η ετοιμότητα της Κωνσταντινούπολης

Ο Νατζί Γκιορούρ, μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες φωνές στην Τουρκία για τον σεισμικό κίνδυνο του Μαρμαρά, δεν έχει μέχρι στιγμής κάνει ειδική δημόσια ανάλυση που να συνδέει ευθέως τους συγκεκριμένους 117 μικροσεισμούς με επικείμενη μεγάλη δόνηση.

Η πρόσφατη θέση του, ωστόσο, είναι σαφής και αποκτά ιδιαίτερο βάρος λόγω της νέας δραστηριότητας.

Μόλις λίγες ημέρες πριν, με αφορμή την επέτειο του σεισμού της 17ης Αυγούστου 1999, προειδοποίησε ότι «αργά ή γρήγορα» ένας μεγάλος σεισμός θα συμβεί και ζήτησε η συζήτηση να μετατοπιστεί από την πρόβλεψη της ημερομηνίας στην οικοδόμηση ανθεκτικών πόλεων.

Ο Γκιορούρ έχει υποστηρίξει επανειλημμένα ότι δύο από τα κρίσιμα τμήματα του βόρειου κλάδου του Ρήγματος της Βόρειας Ανατολίας στον Μαρμαρά είναι το ρήγμα των Πριγκηπονήσων και το ρήγμα του Κουμπούργκαζ. Κατά τη δική του εκτίμηση, τα τμήματα αυτά είναι ικανά να δώσουν ισχυρό σεισμό, ενώ έχει επιμείνει ότι η περιοχή του Μαρμαρά παραμένει σεισμικά φορτισμένη.

Άρα, η σημερινή μικροσεισμική δραστηριότητα δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως «πρόβλεψη του Γκιορούρ» για άμεσο μεγάλο σεισμό. Η βασική θέση του είναι διαφορετική: ο μεγάλος σεισμικός κίνδυνος στον Μαρμαρά υπάρχει ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη ακολουθία και η Κωνσταντινούπολη πρέπει να είναι προετοιμασμένη.

Σενέρ Ουσουμέζσοϊ: «Από εδώ δεν θα βγει μεγάλος σεισμός»

Σχεδόν στον αντίποδα βρίσκεται ο Σενέρ Ουσουμέζσοϊ, ο οποίος εμφανίζεται καθησυχαστικός ως προς τη συγκεκριμένη ακολουθία.

Ο Τούρκος γεωεπιστήμονας υποστηρίζει ότι οι τελευταίες δονήσεις δεν σημειώνονται πάνω στο κύριο ρήγμα των Πριγκηπονήσων, αλλά πάνω σε μικρότερους, δευτερεύοντες κλάδους με κατεύθυνση περίπου βορρά–νότου, οι οποίοι τέμνουν το βασικό σύστημα.

Κατά την ανάλυσή του, οι μικρότεροι αυτοί κλάδοι ενεργοποιούνται από μεταβολές των τάσεων που έχουν προκαλέσει παλαιότεροι σεισμοί, μεταξύ των οποίων ο σεισμός της 17ης Αυγούστου 1999 και εκείνος του Μαρμαρά τον Απρίλιο του 2025.

Ο Ουσουμέζσοϊ προχωρά ακόμη περισσότερο, χαρακτηρίζοντας το συγκεκριμένο τμήμα του ρήγματος των Πριγκηπονήσων «παλιό και νεκρό» και υποστηρίζοντας ότι οι μικροί κλάδοι στους οποίους εντοπίζει τις σημερινές δονήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να συσσωρεύσουν την απαιτούμενη ενέργεια για έναν μεγάλο καταστροφικό σεισμό.

Το συμπέρασμά του είναι ξεκάθαρο: η συγκεκριμένη συστάδα μικροσεισμών δεν αποτελεί, κατά τη δική του εκτίμηση, προάγγελο του μεγάλου σεισμού της Κωνσταντινούπολης.

Οβγκιούν Αχμέτ Ερτζάν: Μην ψάχνετε «προσεισμούς» μετρώντας τις δονήσεις

Ο Οβγκιούν Αχμέτ Ερτζάν επιχειρεί να χαμηλώσει τους τόνους, προειδοποιώντας ότι ο αριθμός των μικρών σεισμών από μόνος του δεν επιτρέπει πρόγνωση.

Σύμφωνα με τον Ερτζάν, είναι επιστημονικά λανθασμένο να παρατηρεί κανείς απλώς τη θέση και τον αριθμό των μικροσεισμών και να συμπεραίνει ότι πρόκειται για προσεισμική δραστηριότητα.

Όπως εξηγεί, για να γίνει εκτίμηση μιας σεισμικής διαδικασίας εξετάζονται πολλές διαφορετικές φυσικές παράμετροι του υπεδάφους και όχι μόνο ένας κατάλογος επικέντρων.

Ο ίδιος διατηρεί τη δική του μακροπρόθεσμη πρόβλεψη για τον βόρειο Μαρμαρά, εκτιμώντας ότι μπορεί να υπάρξουν δύο σημαντικοί σεισμοί σε βάθη περίπου 7 έως 10 χιλιομέτρων.

Έχει τοποθετήσει χρονικά το δικό του σενάριο όχι πριν από το 2045, με πιθανότερη περίοδο γύρω στο 2075 και με ενδεχόμενο, κατά την εκτίμησή του, η διαδικασία να καθυστερήσει ακόμη περισσότερο.

Οι συγκεκριμένες χρονολογίες αποτελούν προσωπική μακροπρόθεσμη επιστημονική εκτίμηση του Ερτζάν και όχι πρόγνωση που υιοθετείται συνολικά από την τουρκική σεισμολογική κοινότητα.

Σουλεϊμάν Παμπάλ: Δεν δέχεται ότι το ρήγμα των Πριγκηπονήσων είναι «νεκρό»

Ο Σουλεϊμάν Παμπάλ διαφοροποιείται ανοιχτά από τον Ουσουμέζσοϊ στο κρίσιμο ζήτημα της κατάστασης του ρήγματος των Πριγκηπονήσων.

Ο Παμπάλ απορρίπτει τον χαρακτηρισμό «νεκρό ρήγμα» και παραπέμπει στην ιστορική σεισμικότητα της περιοχής. Υπενθυμίζει ότι το συγκεκριμένο σύστημα έχει συνδεθεί με τον μεγάλο σεισμό του 1894, που έπληξε σοβαρά την Κωνσταντινούπολη.

Μόλις πέντε ημέρες πριν από τη σημερινή ακολουθία, ο Παμπάλ είχε δηλώσει επίσης ότι το βασικό τμήμα που τον προβληματίζει σήμερα στον Μαρμαρά είναι ένα ακόμη άθραυστο τμήμα περίπου 30–40 χιλιομέτρων του κεντρικού συστήματος του Μαρμαρά, ανατολικά του σημείου που έσπασε στον σεισμό του Απριλίου 2025.

Κατά τον ίδιο, ένα τέτοιο τμήμα μπορεί να συνδέεται με σεισμό περίπου 7 Ρίχτερ, γι’ αυτό και επιμένει ότι η προτεραιότητα πρέπει να είναι η ταχεία θωράκιση του κτιριακού αποθέματος της Κωνσταντινούπολης.

Η τοποθέτησή του δεν σημαίνει ότι οι σημερινοί μικροσεισμοί αποτελούν προσεισμούς. Σημαίνει όμως ότι, κατά τον Παμπάλ, δεν είναι σωστό να θεωρείται το ρήγμα των Πριγκηπονήσων γεωλογικά ανενεργό και ακίνδυνο.

Οκάν Τιουσούζ: Οι μικροσεισμοί δείχνουν ότι το ρήγμα είναι ενεργό – Τίποτε περισσότερο προς το παρόν

Πιο συγκρατημένη είναι η προσέγγιση του Οκάν Τιουσούζ.

Ο καθηγητής γεωλογίας θεωρεί ότι η σημερινή δραστηριότητα προσφέρει μία σαφή πληροφορία: στη συγκεκριμένη περιοχή υπάρχει ενεργό τεκτονικό σύστημα.

Από εκεί και πέρα, όμως, αρνείται να κάνει το άλμα από τη διαπίστωση της ενεργότητας στην πρόβλεψη μεγάλου σεισμού.

Ο Τιουσούζ υπογραμμίζει ότι ένας μικρός σεισμός μπορεί να χαρακτηριστεί «προσεισμός» μόνο εκ των υστέρων, εφόσον ακολουθήσει ένας μεγαλύτερος. Το γεγονός ότι πριν από ορισμένους μεγάλους σεισμούς παρατηρούνται μικρότερες δονήσεις δεν σημαίνει ότι κάθε συστάδα μικροσεισμών οδηγεί σε μεγάλη διάρρηξη.

Με άλλα λόγια, για τον Τιουσούζ οι πάνω από 100 δονήσεις δεν επιτρέπουν σήμερα πρόβλεψη. Αυτό που επιτρέπουν είναι να επιβεβαιωθεί ότι η περιοχή πρέπει να παρακολουθείται στενά.

Οσμάν Μπεκτάς: Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει σε βάθος 10–13 χιλιομέτρων

Ο Οσμάν Μπεκτάς εστιάζει σε ένα διαφορετικό στοιχείο: το βάθος των μικροσεισμών.

Σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει παρατηρηθεί συγκέντρωση μικρών δονήσεων σε βάθη περίπου 10 έως 13 χιλιομέτρων, κατά μήκος του συστήματος Πριγκηπονήσων–Τσιναρτζίκ.

Ο Μπεκτάς εξετάζει το ενδεχόμενο η δραστηριότητα αυτή να σχετίζεται με το φαινόμενο του «creep», δηλαδή της αργής ολίσθησης ενός ρήγματος χωρίς απότομη μεγάλη θραύση.

Παράλληλα, εκτιμά ότι οι μεταβολές των τάσεων μετά τον σεισμό των 6,2 Ρίχτερ στον Μαρμαρά το 2025 ενδέχεται να έχουν συμβάλει στην ενεργοποίηση της περιοχής.

Δεν θεωρεί ότι υπάρχει λόγος πανικού, αλλά επίσης δεν συμμερίζεται τις απόλυτα καθησυχαστικές εκτιμήσεις. Για τον Μπεκτάς, η δυνατότητα του συστήματος να δώσει σεισμό μεγέθους 6 και άνω δεν πρέπει να αγνοείται, γι’ αυτό και ζητά συνεχή επιστημονική παρακολούθηση.

Ραμαζάν Ντεμιρτάς: Η μεγάλη διαδικασία μπορεί να βρίσκεται σε «φάση προετοιμασίας» – Όχι όμως με χρονόμετρο

Ο παλαιοσεισμολόγος Ραμαζάν Ντεμιρτάς χρησιμοποιεί μια διαφορετική έννοια για να περιγράψει τη μακροχρόνια σεισμική εξέλιξη του Μαρμαρά: τη «φάση προετοιμασίας» ενός μεγάλου σεισμού.

Η θέση αυτή δεν σημαίνει ότι θεωρεί τους 117 μικροσεισμούς άμεσους προσεισμούς ή ότι προβλέπει ισχυρή δόνηση τις επόμενες ημέρες.

Ο Ντεμιρτάς έχει επανειλημμένα τονίσει ότι σε σεισμικά κενά μπορούν να καταγράφονται μικρότερες δονήσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από έναν μεγάλο σεισμό, χωρίς αυτό να επιτρέπει τον καθορισμό της ημερομηνίας του. Σε σημερινές αναφορές των τουρκικών ΜΜΕ η θέση του αποδίδεται ακριβώς με αυτόν τον τρόπο: η ευρύτερη διεργασία μπορεί να θεωρηθεί μέρος μιας μακράς «προετοιμασίας», αλλά ο χρόνος της μεγάλης θραύσης δεν μπορεί να προβλεφθεί από τη σημερινή ακολουθία.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή ο Ντεμιρτάς έχει στο παρελθόν αντιπαρατεθεί με προβλέψεις περί «άμεσου» μεγάλου σεισμού στον Μαρμαρά, θεωρώντας ότι τέτοιες χρονικές διατυπώσεις δεν τεκμηριώνονται επαρκώς από τη σεισμολογία.

Γιατί οι επιστήμονες διαφωνούν τόσο πολύ

Η έντονη διαφωνία δεν αφορά το αν η περιοχή του Μαρμαρά είναι σεισμογενής. Σε αυτό ουσιαστικά δεν υπάρχει διαφωνία.

Η αντιπαράθεση αφορά κυρίως τρία ζητήματα:

  • Πρώτον, αν οι σημερινοί μικροσεισμοί γίνονται πάνω στο ίδιο το κύριο ρήγμα των Πριγκηπονήσων ή σε μικρότερους κλάδους που το τέμνουν.
  • Δεύτερον, αν το συγκεκριμένο τμήμα του ρήγματος είναι πλήρως ενεργό, μερικώς ολισθαίνον ή —όπως υποστηρίζει ο Ουσουμέζσοϊ— ουσιαστικά ανενεργό ως προς την παραγωγή μεγάλου σεισμού.
  • Τρίτον, αν μια έντονη συστάδα μικροσεισμών έχει κάποια προγνωστική αξία.

Στο τελευταίο σημείο υπάρχει μεγαλύτερη σύγκλιση από όση δημιουργούν οι δραματικοί τίτλοι: κανένας αξιόπιστος επιστημονικός μηχανισμός δεν επιτρέπει σήμερα να ειπωθεί ότι επειδή σημειώθηκαν 117 μικροσεισμοί, ένας μεγάλος σεισμός θα ακολουθήσει μέσα σε συγκεκριμένες ώρες ή ημέρες.

Τι σημαίνουν τελικά οι 117 σεισμοί για την Κωνσταντινούπολη

Οι συνεχείς δονήσεις δικαιολογημένα τραβούν την προσοχή των επιστημόνων, κυρίως επειδή συμβαίνουν σε μία από τις πλέον μελετημένες και ευαίσθητες σεισμικές ζώνες της Ευρώπης, λίγα χιλιόμετρα από μια μητρόπολη εκατομμυρίων κατοίκων.

Δεν αποτελούν, όμως, από μόνες τους απόδειξη ότι ο μεγάλος σεισμός της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται «προ των πυλών».

Το Καντίλι παρακολουθεί τη δραστηριότητα ως σμήνος μικροσεισμών. Ο Ουσουμέζσοϊ βλέπει δευτερεύοντες και ακίνδυνους κλάδους. Ο Ερτζάν απορρίπτει τις γρήγορες προβλέψεις. Ο Παμπάλ διαφωνεί ότι το ρήγμα είναι «νεκρό». Ο Τιουσούζ λέει ότι η ακολουθία αποδεικνύει ενεργότητα, όχι επικείμενη καταστροφή. Ο Μπεκτάς αναζητεί ενδείξεις βαθύτερης ολίσθησης, ενώ ο Ντεμιρτάς τοποθετεί τις σημερινές κινήσεις μέσα σε μια πολύ μεγαλύτερη σεισμική διαδικασία.

Και πάνω από όλες αυτές τις διαφορετικές ερμηνείες βρίσκεται η πάγια προειδοποίηση του Νατζί Γκιορούρ: το πραγματικό στοίχημα για την Κωνσταντινούπολη δεν είναι να μαντέψει την ημέρα του επόμενου μεγάλου σεισμού, αλλά να είναι έτοιμη όταν αυτός συμβεί.

newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου