Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026
Η πόρτα που κλείνει: Το Fjord και η βία της προοδευτικής βεβαιότητας
Οι Κάννες φέτος έδωσαν το Χρυσό Φοίνικα στον Ρουμάνο Κριστιάν Μουνγκιού για δεύτερη φορά. Είχαν τους λόγους τους: Πρόκειται για ένα στοχαστικό σινεμά που όμως βιώνεται από το θεατή κυρίως σωματικά, έτσι όπως “τραβά” το ζήτημα του στα άκρα. Με άλλα λόγια, ταινίες σαν κι αυτή, οφείλεις να τις εξετάζεις με προσοχή.
«Όταν είσαι μαύρος, κάποιοι άνθρωποι θα σου ανοίξουν την πόρτα πολύ πιο διάπλατα απ’ όσο ενδεχομένως θα έπρεπε. Και όταν αυτή η πόρτα ξαφνικά κλείσει, κανείς δε θα σου δώσει μια δεύτερη ευκαιρία.»
Αυτή είναι, ίσως, η πιο ενδιαφέρουσα φράση στο κείμενο που έγραψε ο αφροαμερικανός ακαδημαϊκός Τάιλερ Όστιν Χάρπερ για τον Τζέισον Αρντέι στο Atlantic, τον άνθρωπο που από σύμβολο κοινωνικής ανόδου βρέθηκε στο επίκεντρο ενός σκανδάλου, πριν οδηγηθεί στην αυτοκτονία. Και ξεκινώ με αυτήν επειδή θεωρώ πως περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια έναν μηχανισμό που απασχολεί βαθιά τον Κριστιάν Μουνγκίου, τον Ρουμάνο σκηνοθέτη του “Fjord”. Τι μας λέει εδώ ο Χάρπερ; Πως υπάρχουν και εκείνες οι προοδευτικές κοινότητες που ανοίγουν μεν διάπλατα τις πόρτες της συμπερίληψης, αλλά μπορούν εξίσου απότομα να τις κλείσουν όταν σταματάς να ταιριάζεις στο αφήγημα, χωρίς να προσφέρουν εκείνη τη δεύτερη ευκαιρία που, στα χαρτιά τουλάχιστον, αποτελεί θεμελιώδη αρχή της συμπεριληπτικής τους ηθικής: «Απαξ και έπαψες να είσαι χρήσιμος ως σύμβολο, έχεις τελειώσει». Από ‘κει, προκύπτει το εξής οξύμωρο: Η επίκληση στην προοδευτικότητα μετατρέπεται από τη μια στιγμή στην άλλη σε μια νέα μορφή επιβολής και συμμόρφωσης, καθώς, απ’ ό,τι φαίνεται, ακόμη και το δικαίωμα στη διαφορετικότητα έχει τα όριά του. Αυτό ακριβώς εξετάζει το “Fjord” – μαζί με τα όρια της μισαλλοδοξίας μας.
Στο φιλμ, οι Γκεοργκίου, ένα βαθιά θρησκευόμενο ζευγάρι (εκείνος είναι Ρουμάνος, εκείνη Νορβηγίδα), εγκαθίστανται σε ένα χωριό στα νησιά Φιόρδ. Εκεί η οικογένεια έρχεται κοντά με τους γείτονές τους και τα παιδιά των δύο οικογενειών δένονται, παρά τις διαφορές στον τρόπο που έχουν μεγαλώσει. Όταν όμως η έφηβη κόρη των Γκεοργκίου εμφανίζεται στο σχολείο με μελανιές στο σώμα της, η κοινότητα αποκαλύπτει ένα άλλο πρόσωπο: Μέσα σε μια στιγμή, η πρόνοια της Νορβηγίας αρπάζει και τα πέντε παιδιά από τους γονείς τους, στέλνοντάς τα σε ανάδοχες οικογένειες, με διαδικασίες συνοπτικές και εντελώς ταπεινωτικές. Από τη μεριά της νορβηγικής κοινωνίας, αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό: Το κράτος έχει καθήκον να προστατεύει τα παιδιά και οι κοινωνικές υπηρεσίες οφείλουν να διερευνούν κάθε υποψία κακοποίησης. Όμως, το ερώτημα εδώ δεν είναι εάν πρέπει να προστατεύονται τα παιδιά, αλλά ποιος αποφασίζει τελικά τι συνιστά κίνδυνο και τι όχι.
Οι Νορβηγοί θεσμοί δεν παρουσιάζονται ως ένα κακό κράτος που αρπάζει παιδιά από αθώους γονείς – το αντίθετο κιόλας: Κάθε επιμέρους απόφασή τους μπορεί να δικαιολογηθεί. Όμως η πραγματικότητα παραμένει: Η πρόνοια δεν απομακρύνει απλώς ένα παιδί που θεωρείται πως βρίσκεται σε κίνδυνο, αλλά διαλύει όλη την οικογένεια. Και όταν είσαι πεπεισμένος πως εφαρμόζεις τους “σωστούς” κανόνες για το “καλό” όλων, αδυνατείς να αναγνωρίσεις τη σαδιστική ικανοποίηση που σου χαρίζει αυτή η μορφή εξουσίας.
Η θεσμική γλώσσα μπορεί να το ονομάζει “προστασία”, ο Μουνγκίου όμως, μας αναγκάζει να δούμε και την άλλη της πλευρά. Γιατί είναι πολύ εύκολο να αποδέχεσαι τη διαφορετικότητα του άλλου όταν μπορείς να την ενσωματώσεις στο δικό σου ηθικό αφήγημα – και αλίμονο σε εκείνον που θα το αμφισβητήσει, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Μην μπερδεύεστε μερικοί: Το “Fjord” δεν μας ζητά να δικαιώσουμε την οικογένεια των φονταμενταλιστών, ούτε να υιοθετήσουμε τη θρησκευτική τους κοσμοθεωρία. Μας ζητά κάτι πολύ πιο ζόρικο: Να αναρωτηθούμε για τις βεβαιότητές μας. Στο φινάλε, η ανεκτικότητά μας δεν δοκιμάζεται απέναντι σε εκείνον που συμφωνεί μαζί μας, αλλά απέναντι σε εκείνον που είμαστε σίγουροι πως κάνει λάθος.
naftemporiki.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου