Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Οι «εγκαταλειμμένες» περιουσίες Ελλήνων και Αρμενίων στην Τουρκία: Πώς η «απουσία» έγινε αρπαγή


 Γενοκτονία των Αρμενίων, Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, Μικρασιατική Καταστροφή, Συνθήκη της Λοζάνης και ο μοναδικός στα χρονικά όρος της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών. Ο μετασχηματισμός των υπολειμμάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ένα κράτος –εκείνο που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ πριν από έναν αιώνα και κάτι–, ήταν άγριος και επέφερε τεκτονικές αλλαγές για τους χριστιανικούς πληθυσμούς.

Γνωρίζουμε πολλά για τις ζωές που… εγκαταλείφθηκαν στα χώματα όπου σήμερα εκτείνεται η Τουρκία. Αλλά πόσα γνωρίζουμε για τις «εγκαταλειμμένες» περιουσίες;

Πώς λειτούργησε το σύστημα ώστε η «απουσία» των Ελλήνων και των Αρμενίων να μετατραπεί σε νομικό εργαλείο για την κατάσχεση και την αναδιανομή σπιτιών, χωραφιών και κινητής περιουσίας;

Για να βρούμε την απάντηση, στραφήκαμε στην Έλινορ Μόρακ (Ellinor Morack), ιστορικό με ειδίκευση στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία, ανώτερη ερευνήτρια και διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο του Μπάμπεργκ, ένα από τα παλαιότερα και πιο αναγνωρίσιμα δημόσια πανεπιστήμια της Βαυαρίας, στη Γερμανία.

Αφορμή η υπόθεση του Αρμενικού Καθολικάτου της Κιλικίας. Παρότι μια δικαίωσή του θεωρείται σχεδόν απίθανη, θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο για άλλες αρμενικές περιουσίες. Όχι όμως για τις ελληνικές – και η Έλινορ Μόρακ εξηγεί στη συνέχεια το γιατί.

Όταν η εκδίωξη βαφτίστηκε «εγκατάλειψη»

Ας οργανώσουμε τη συζήτηση: Πώς αλήθεια μπορούσαν να χαρακτηριστούν νομικά «εγκαταλειμμένες» οι περιουσίες Ελλήνων και Αρμενίων, όταν οι ιδιοκτήτες τους είχαν εκδιωχθεί, εκτοπιστεί, πεθάνει ή δολοφονηθεί;

H Έλινορ Μόρακ (Ellinor Morack)

Σύμφωνα με την Έλινορ Μόρακ, το ερώτημα αγγίζει δύο διαφορετικά αλλά αλληλένδετα ζητήματα: από τη μία, τη μετάφραση και την επιλογή των λέξεων και, από την άλλη, την ίδια τη λειτουργία του κράτους δικαίου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο όρος που χρησιμοποιήθηκε στα τουρκικά ήταν emval-i metruke και σήμαινε κυριολεκτικά «περιουσία που έμεινε πίσω». «Δεν υποδηλώνει απαραίτητα ότι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες εγκατέλειψαν κακόβουλα ή σκόπιμα την περιουσία τους. Δηλώνει απλώς ότι δεν βρίσκονταν πλέον εκεί» εξηγεί η ιστορικός.

Ο νόμος περί «εγκαταλειμμένων περιουσιών», ο οποίος εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1915, ανέφερε ότι οι περιουσίες είχαν «αφεθεί πίσω» από ανθρώπους που είχαν «εκτοπιστεί σε άλλους τόπους». Η συγκεκριμένη διατύπωση λειτουργούσε ως ευφημισμός για την περίοδο της Γενοκτονίας των Αρμενίων, χωρίς να υποδηλώνει ότι οι ιδιοκτήτες είχαν φύγει με τη θέλησή τους.

Στους νόμους που εκδόθηκαν το 1922 και το 1923 και κάλυπταν πλέον και τις περιουσίες των Ελληνορθόδοξων, η γλώσσα έγινε ακόμη πιο αποκαλυπτική. Οι ιδιοκτήτες περιγράφονταν ως «φυγάδες» (firari) ή «εξαφανισμένοι» και «απόντες» (mütegayyip). «Με αυτόν τον τρόπο αγνοήθηκαν πλήρως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες είχαν φύγει αυτοί οι άνθρωποι» υπογραμμίζει η Έλινορ Μόρακ.

Με άλλα λόγια, η απουσία των ιδιοκτητών αποσυνδέθηκε από τις διώξεις, τις εκτοπίσεις και τη βία που την είχαν προκαλέσει. Στα επίσημα έγγραφα παρέμενε μόνο το αποτέλεσμα: οι άνθρωποι δεν βρίσκονταν πια εκεί και η περιουσία τους είχε «μείνει πίσω».

Η συνταγματική προστασία που έμεινε στα χαρτιά

Τυπικά, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια συνταγματική μοναρχία, με Σύνταγμα που προστάτευε το δικαίωμα της ιδιωτικής περιουσίας. Η απαλλοτρίωση επιτρεπόταν μόνο εφόσον προβλεπόταν από νόμο και συνοδευόταν από την καταβολή αποζημίωσης.

Σε συνθήκες πολέμου ή έκτακτης ανάγκης, το κράτος μπορούσε επίσης να προχωρήσει σε επίταξη περιουσίας. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Μόρακ, οι νόμοι για τις «εγκαταλειμμένες περιουσίες» δεν παρουσίαζαν τις συγκεκριμένες πολιτικές ούτε ως απαλλοτρίωση ούτε ως πολεμική επίταξη.

Το πώς κατέστη αυτό δυνατό, συνδέεται άμεσα με την κατάρρευση της συνταγματικής τάξης. Έπειτα από το πραξικόπημα του 1913, η αυτοκρατορία κυβερνιόταν στην πράξη ως δικτατορία από στελέχη της Επιτροπής «Ένωση και Πρόοδος».

Ο πρώτος νόμος για τις «εγκαταλειμμένες» περιουσίες υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση ως «προσωρινός» – ουσιαστικά ως διάταγμα. Σύμφωνα με το οθωμανικό Σύνταγμα, τα προσωρινά νομοθετήματα έπρεπε στη συνέχεια να εγκρίνονται από το Κοινοβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό δεν συνέβη ποτέ.

Και οι αντιδράσεις δεν απουσίασαν. Ο Αχμέτ Ριζά ήταν μία από τις σημαντικότερες φωνές που διαμαρτυρήθηκαν στη Γερουσία. Σοβαρή αντίσταση εκδηλώθηκε και όταν ο επόμενος σχετικός νόμος ψηφίστηκε από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση το 1922 – κυρίως από μελετητές και γνώστες του ισλαμικού δικαίου, τους ουλεμάδες (ulema).

Εκείνοι υποστήριζαν ότι η αρπαγή των περιουσιών παραβίαζε τόσο το Σύνταγμα όσο και τον θείο νόμο, τη σαρία. Το 1922 όμως αποτελούσαν πλέον μειοψηφία στο Κοινοβούλιο και δεν μπορούσαν να εμποδίσουν την ψήφιση του νόμου.

Η επισήμανση από τη διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο του Μπάμπεργκ έχει ιδιαίτερη σημασία: η αμφισβήτηση της νομιμότητας των κατασχέσεων δεν αποτελεί αποκλειστικά μια μεταγενέστερη ιστορική αποτίμηση. Είχε διατυπωθεί ήδη την εποχή κατά την οποία θεμελιωνόταν το ίδιο το σύστημα.

Ένας μηχανισμός που είχε ήδη δοκιμαστεί

Όσα συνέβησαν στις ελληνικές περιουσίες μετά το 1922 δεν αποτέλεσαν μια αιφνίδια ή εντελώς καινούργια πρακτική. Ο διοικητικός και νομοθετικός μηχανισμός είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από το 1915, κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας των Αρμενίων.

Οι Αρμένιοι εκτοπίστηκαν πρώτα. Ακολούθησε η σύνταξη κανονισμών και, μερικούς μήνες αργότερα, η ψήφιση νόμου που καθόριζε τον τρόπο εκκαθάρισης της περιουσίας τους.

Στη θεωρία, τα ακίνητα και τα υπάρχοντα των εκτοπισμένων θα εκποιούνταν και τα ποσά που θα συγκεντρώνονταν θα παρέμεναν καταχωρισμένα στο όνομα των νόμιμων ιδιοκτητών. Αλλά η πράξη απείχε πολύ από τη νομοθετική πρόβλεψη.

«Μεγάλο μέρος της περιουσίας αρπάχτηκε απλώς από ισχυρούς ανθρώπους. Ό,τι απέμεινε βγήκε σε δημοπρασία» αναφέρει η Έλινορ Μόρακ.

Μέχρι το φθινόπωρο του 1922, αυτές οι πρακτικές εφαρμόζονταν ήδη επί χρόνια και υπήρχε ένα συγκροτημένο πλέγμα νομοθεσίας. Επιτροπές «εγκαταλειμμένων περιουσιών» ακολουθούσαν αμέσως τον τουρκικό στρατό, αναλαμβάνοντας την καταγραφή και την πώληση των περιουσιών που είχαν αφήσει πίσω τους οι χριστιανικοί πληθυσμοί.

Απόδειξη που χορήγησε το 1915 η οθωμανική Επιτροπή Διαχείρισης Εγκαταλελειμμένων Περιουσιών στη Μαριάμ από τα Άδανα, για την περιουσία που καταγράφηκε πριν από την απομάκρυνσή της (πηγή: Kévork Baghdjian / Wikimedia Commons)

Για ένα σύντομο διάστημα το φθινόπωρο του 1922 ίσχυσε νόμος σύμφωνα με τον οποίο το κράτος θα λειτουργούσε ως «καθολικός θεματοφύλακας» αυτής της περιουσίας. Και πάλι θεωρητικά, δεν θα την εκποιούσε αλλά θα την «προστάτευε» για λογαριασμό των ιδιοκτητών της.

Εντούτοις, ακόμη και ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών παραδέχθηκε ενώπιον του Κοινοβουλίου ότι η συγκεκριμένη διακήρυξη αποτελούσε μόνο λόγια. «Στην πράξη, η περιουσία των Οθωμανών Ελλήνων πουλήθηκε και διανεμήθηκε στον μουσουλμανικό πληθυσμό, όπως ακριβώς είχε συμβεί προηγουμένως με την περιουσία των Αρμενίων» λέει η Μόρακ.

Από τις επιχειρήσεις και τα κτήματα έως τα έπιπλα και τη σοδειά

Οι πιο πολύτιμες περιουσίες –μεγάλα αγροκτήματα, επιχειρήσεις και μεγάλες ποσότητες εμπορεύσιμων αγροτικών προϊόντων που ανήκαν σε Έλληνες και Αρμενίους–, διανεμήθηκαν σε μουσουλμάνους οι οποίοι μέχρι τότε λειτουργούσαν ως οικονομικοί ή εμπορικοί ανταγωνιστές τους.

Η κινητή περιουσία είχε διαφορετική τύχη. Για ορισμένα αντικείμενα δεν υπήρχε αγορά, ενώ άλλα δεν είχαν πρακτική χρησιμότητα για τους ανθρώπους που τα βρήκαν ή τα απέκτησαν.

Η Μόρακ αναφέρει ως παράδειγμα τα δυτικού τύπου έπιπλα, όπως οι καρέκλες και τα τραπέζια. Την εποχή εκείνη, σημειώνει, οι περισσότεροι Τούρκοι συνήθιζαν να τρώνε και να συναναστρέφονται καθισμένοι στο πάτωμα και, επομένως, δεν χρησιμοποιούσαν τέτοια έπιπλα.

Αντίστοιχο πρόβλημα υπήρχε και με μεγάλες ποσότητες προϊόντων, όταν οι νέοι κάτοχοί τους δεν διέθεταν τα εμπορικά δίκτυα που ήταν απαραίτητα για να τα πουλήσουν. «Τι θα μπορούσε να κάνει κάποιος, για παράδειγμα, με δύο τόνους σταφίδες, εάν δεν είχε καμία επαφή με εμπόρους που θα ήταν πρόθυμοι να τις αγοράσουν;» διερωτάται.

Για το λόγο αυτόν, εκτιμά ότι σημαντικό μέρος της σοδειάς του 1922 πιθανότατα καταστράφηκε. Συνεπώς, η απομάκρυνση των ανθρώπων δεν σήμαινε μόνο αλλαγή ιδιοκτησίας. Διέλυσε ταυτόχρονα οικονομικές σχέσεις, παραγωγικές αλυσίδες, εμπορικές επαφές και συσσωρευμένη τεχνογνωσία.

Τα μικρότερα σπίτια, οι πρόσφυγες και η παρέμβαση του κράτους

Πολλά από τα μικρότερα σπίτια και χωράφια καταλήφθηκαν αρχικά από μουσουλμάνους που βρίσκονταν σε πραγματική ανάγκη. Ανάμεσά τους υπήρχαν εσωτερικά εκτοπισμένοι, καθώς και πρόσφυγες που είχαν φτάσει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι κατά τη δεκαετία του 1920 ξέσπασαν πολλές συγκρούσεις γύρω από αυτές τις περιουσίες, ανάμεσα στους παλαιότερους κατοίκους και στους νεοαφιχθέντες πρόσφυγες.

Οι πηγές της Μόρακ δείχνουν ότι, τουλάχιστον στις πόλεις και στις κωμοπόλεις, το κράτος κατάφερε τελικά να επιβάλει τον έλεγχό του στους καταληψίες. Τους υποχρέωσε είτε να πληρώνουν ενοίκιο είτε να αγοράσουν τα σπίτια όπου είχαν εγκατασταθεί.

Η έπαυλη της οικογένειας Σπαρτάλι στον Μπουτζά της Σμύρνης, στις αρχές του 20ού αιώνα. Το κτήριο, γνωστό παλαιότερα ως οικία Μπαλτατζή, είχε περάσει γύρω στο 1890 στον Αρμένιο Τακβόρ Ισπαρταλιάν (φωτ.: Édouard Spartali / Αρχείο Alexandre Vladesco – Levantine Heritage Foundation)

Εάν επρόκειτο για πρώην αρμενική ιδιοκτησία, παρατηρεί η ιστορικός, το κράτος αξίωνε ουσιαστικά ενοίκιο ή τίμημα για ένα ακίνητο το οποίο είχε προηγουμένως αφαιρέσει από τον νόμιμο ιδιοκτήτη του.

Για τις ελληνικές περιουσίες, η συμφωνία περί ανταλλαγής των πληθυσμών προέβλεπε ότι θα χρησιμοποιούνταν για την αποζημίωση των μουσουλμάνων ανταλλάξιμων για όσα είχαν αφήσει πίσω τους στην Ελλάδα.

Η αρχική λογική ήταν ότι κάθε ανταλλάξιμος θα λάμβανε ακίνητη περιουσία αντίστοιχης αξίας με εκείνη που είχε στην Ελλάδα. Η εφαρμογή του μέτρου ήταν επιτυχής σε ορισμένες περιοχές και προβληματική σε άλλες, ανάλογα με τις τιμές της τοπικής αγοράς.

Σε κάποιες περιπτώσεις, τα έγγραφα που πιστοποιούσαν την αξία της περιουσίας στην Ελλάδα επαρκούσαν ώστε ο δικαιούχος να αποκτήσει ένα σπίτι και ένα χωράφι στην Τουρκία. Σε άλλες, η αξία δεν αρκούσε και οι ανταλλάξιμοι ήταν υποχρεωμένοι να αποδεχθούν την επιβάρυνση των νέων ακινήτων με υποθήκη.

Ποιοι ήταν τελικά οι μεγάλοι κερδισμένοι

Ποιοι ωφελήθηκαν περισσότερο από την αναδιανομή αυτού του πλούτου; Το κράτος, οι αξιωματούχοι και οι τοπικές ελίτ, οι ήδη εγκατεστημένοι κάτοικοι ή οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες που έφτασαν στην Τουρκία;

Η Έλινορ Μόρακ αποφεύγει τις απόλυτες γενικεύσεις.

Όπως εξηγεί, είναι εξαιρετικά δύσκολο να δοθεί μία ενιαία απάντηση για ολόκληρη τη χώρα, καθώς θα απαιτούνταν λεπτομερείς μελέτες για κάθε περιφέρεια, πόλη και κωμόπολη ξεχωριστά.

Οι έρευνες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί δείχνουν ότι η έκβαση δεν ήταν παντού η ίδια. Ο Τούρκος ιστορικός και επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Νιούκασλ της Αυστραλίας Ουμίτ Κουρτ (Ümit Kurt), ο οποίος έχει παρακολουθήσει την τύχη συγκεκριμένων περιουσιών στα Άδανα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εκεί οι τοπικές ελίτ αποκόμισαν τα μεγαλύτερα οφέλη.

Κατοικίες και στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής στην ελληνική συνοικία της Σμύρνης, το 1919 (φωτ.: Edmond Boissonnas / Ελληνική Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Ωνάση – Travelogues, Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη)

Η έρευνα της ίδιας της Μόρακ για τη Σμύρνη παρουσιάζει μια κάπως διαφορετική εικόνα. Στην πόλη, το κράτος κατόρθωσε σταδιακά να επιβάλει την εξουσία του και να ελέγξει τις παράνομες καταλήψεις. Όσοι είχαν εγκατασταθεί σε σπίτια που δεν τους ανήκαν υποχρεώθηκαν είτε να καταβάλλουν ενοίκιο είτε να τα αγοράσουν. Διαφορετικά έπρεπε να αποχωρήσουν, ώστε να εγκατασταθούν σε αυτά πρόσφυγες.

Δεν αντιμετωπίστηκαν όμως όλοι οι καταληψίες με τον ίδιο τρόπο. «Οι περισσότερο προνομιούχοι “καταληψίες” κατάφερναν συχνά να παραμείνουν και να αποκτήσουν τελικά δικαιώματα ιδιοκτησίας» επισημαίνει η ιστορικός.

Στις αγροτικές περιοχές, τα όρια ανάμεσα στο κράτος και στις τοπικές ελίτ ήταν ακόμη πιο δυσδιάκριτα. Σε πολλές περιπτώσεις, σημειώνει η Μόρακ, το κράτος και οι τοπικές ελίτ ήταν ουσιαστικά το ίδιο πράγμα. Αυτό δυσκόλευε ακόμη περισσότερο την πρόσβαση των προσφύγων και των λιγότερο προνομιούχων ανθρώπων στη γη.

Επομένως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη από μια απλή μεταφορά περιουσίας από τους χριστιανούς στους μουσουλμάνους κατοίκους της χώρας.

Η μουσουλμανική κοινωνία δεν ωφελήθηκε με ενιαίο ή ισότιμο τρόπο. Οι ισχυροί, όσοι διέθεταν πολιτικές διασυνδέσεις και εκείνοι που μπορούσαν να επηρεάσουν τον κρατικό μηχανισμό είχαν σαφές πλεονέκτημα.

Αντίθετα, κατά τις πρώτες δεκαετίες της Τουρκικής Δημοκρατίας, πολλοί χωρικοί –ανάμεσά τους και πρόσφυγες– έχασαν τη γη που είχαν αποκτήσει ή τους είχε παραχωρηθεί, η οποία πέρασε τελικά στα χέρια μεγάλων γαιοκτημόνων.

Ένας Έλληνας ιδιοκτήτης αναζητά την περιουσία του

Μπορεί μέσα από τα αρχεία να αποκατασταθεί η ανθρώπινη διάσταση αυτής της μεταφοράς περιουσίας; Η Μόρακ έχει εντοπίσει πολλές συγκεκριμένες περιπτώσεις. Το πρόβλημα είναι ότι, κατά κανόνα, οι πηγές δεν αποκαλύπτουν πώς ολοκληρώθηκαν.

Μία από αυτές αφορά έναν Έλληνα πολίτη, ο οποίος είχε εγκαταλείψει ένα μεγάλο κτήμα στη δυτική Μικρά Ασία ήδη από το 1913, μαζί με τους –πιθανότατα Οθωμανούς– Έλληνες εργάτες του.

Η αναχώρησή τους συνέπεσε με την εκστρατεία παρενοχλήσεων και απειλών που είχαν εξαπολύσει οι Νεότουρκοι εναντίον ελληνικών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, ο ιδιοκτήτης δεν εγκατέλειψε απλώς μια οικονομική δραστηριότητα που δεν τον ενδιέφερε πλέον. Έφυγε λόγω ενός περιβάλλοντος εκφοβισμού, στοχοποίησης και βίας.

Μετά το 1922 απευθύνθηκε γραπτώς στο βρετανικό και στο γερμανικό προξενείο, προσπαθώντας να πουλήσει το κτήμα του. Οι διπλωμάτες όμως τον ενημέρωσαν ότι δεν είχε σχεδόν καμία πιθανότητα να ανακτήσει την περιουσία του.

Η συνέχεια της ιστορίας παραμένει άγνωστη. «Δεν γνωρίζω τι συνέβη στο κτήμα του: εάν το ιδιοποιήθηκαν μουσουλμάνοι γαιοκτήμονες της περιοχής ή εάν διανεμήθηκε σε πρόσφυγες ή σε ντόπιους ακτήμονες χωρικούς. Όλα αυτά είναι πιθανά» αναφέρει η Μόρακ.

Η αδυναμία εντοπισμού της τελικής έκβασης δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά βασικό πρόβλημα της σχετικής έρευνας. Τα αρχεία καταγράφουν συχνά την αναχώρηση, την κατάσχεση, μια αίτηση ή μια διοικητική πράξη, όχι όμως απαραίτητα το τελευταίο στάδιο της διαδρομής κάθε ακινήτου.

Έτσι, ο αρχικός ιδιοκτήτης χάνεται από την καταγραφή, ενώ η περιουσία συνεχίζει να αλλάζει κατόχους.

Δημοπρασίες, καταλήψεις και οκτώ ετήσιες δόσεις

Από το φθινόπωρο του 1922 και μετά, οι περιουσίες ακολουθούσαν συνήθως δύο βασικές διαδρομές. Είτε εκποιούνταν από κρατικές επιτροπές είτε καταλαμβάνονταν αρχικά από ιδιώτες και περνούσαν αργότερα υπό τον έλεγχο της κρατικής διοίκησης.

Στις δημοπρασίες, οι αγοραστές μπορούσαν συχνά να αποκτήσουν την περιουσία καταβάλλοντας μία προκαταβολή και εξοφλώντας το υπόλοιπο ποσό σε οκτώ ετήσιες δόσεις.

Οι μουσουλμάνοι ανταλλάξιμοι από την Ελλάδα άρχισαν να φτάνουν στην Τουρκία μαζικά το 1924. Οι αρμόδιες υπηρεσίες εγκατάστασης προχωρούσαν αρχικά σε μια προσωρινή παραχώρηση των ακινήτων, το λεγόμενο tefviz. Από το 1928 και μετά άρχισαν να παραχωρούν πλήρη δικαιώματα ιδιοκτησίας, το λεγόμενο temlik.

Η αρμενική εκκλησία της Τραπεζούντας, η οποία το 1918 χρησιμοποιήθηκε ως χώρος δημοπρασίας και διανομής περιουσιακών στοιχείων (φωτ.: άγνωστος δημιουργός / Uğur Ümit Üngör & Mehmet Polatel, μέσω Wikimedia Commons)

Η διάκριση ήταν καθοριστική. Όσο ίσχυε μόνο η προσωρινή παραχώρηση, το κράτος μπορούσε να πάρει πίσω με μεγάλη ευκολία ένα σπίτι ή ένα κομμάτι γης. Και, όπως τονίζει η Μόρακ, αυτό συνέβαινε αρκετά συχνά.

Η εγκατάσταση σε ένα σπίτι ή η καλλιέργεια ενός χωραφιού δεν εξασφάλιζαν αυτομάτως και τη μονιμότητα της κατοχής τους. Οι πρόσφυγες μπορούσαν να λάβουν μια περιουσία ως αποζημίωση και στη συνέχεια να την χάσουν, εάν άλλαζαν οι αποφάσεις των διοικητικών Αρχών ή εάν υπερίσχυαν τα συμφέροντα άλλων διεκδικητών.

Οι οπωρώνες του Σελτσούκ και οι «πλούσιοι ανταλλάξιμοι»

Μια σχετικά καλά τεκμηριωμένη περίπτωση αφορά αρκετούς οπωρώνες στο Σελτσούκ, το παλαιό Αγιασολούκ, οι οποίοι είχαν παραχωρηθεί αρχικά σε ανθρώπους που οι κάτοικοι της περιοχής αποκαλούσαν «πλούσιους ανταλλάξιμους».

Το γεγονός ότι η γη δόθηκε σε ανταλλάξιμους υποδηλώνει ότι οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες της ήταν Οθωμανοί Έλληνες – τα ονόματά τους δεν αναφέρονται στις πηγές που έχει εντοπίσει η Έλινορ Μόρακ.

Το 1926 ένας κρατικός επιθεωρητής επισκέφθηκε την κωμόπολη και εξέτασε την υπόθεση. Όπως διαπίστωσε, κάτοικοι της περιοχής νοίκιαζαν τους συγκεκριμένους οπωρώνες επί μεγάλο χρονικό διάστημα – ενδεχομένως ήδη από τους προηγούμενους Έλληνες ιδιοκτήτες τους.

Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να μην είχαν τίτλους ιδιοκτησίας, αλλά από την καλλιέργεια των οπωρώνων εξαρτιόταν η επιβίωσή τους. Η προσωρινή παραχώρηση της γης στους ανταλλάξιμους απειλούσε, επομένως, να τους στερήσει το μέσο βιοπορισμού τους.

Ο επιθεωρητής εισηγήθηκε να αφαιρεθούν οι οπωρώνες από τους ανταλλάξιμους και να πουληθούν στους ντόπιους. Το σκεπτικό του είχε δύο σκέλη: αφενός, η γη θα επέστρεφε στους ανθρώπους που την χρησιμοποιούσαν για να ζήσουν· αφετέρου, η πώλησή της θα ήταν περισσότερο επικερδής για το κράτος από την παραχώρησή της στους ανταλλάξιμους, οι οποίοι τη δικαιούνταν ως αποζημίωση.

Ούτε σε αυτήν την περίπτωση γνωρίζουμε ποια ήταν η τελική απόφαση. Επειδή όμως οι ανταλλάξιμοι είχαν λάβει μόνο προσωρινά δικαιώματα, η διοίκηση μπορούσε εύκολα να ανακαλέσει την παραχώρηση.

Δήλωση εκκαθάρισης περιουσίας στο πλαίσιο της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών, το 1924. (πηγή: Αρχείο P. Vasiliadis / Wikimedia Commons)

Το παράδειγμα των οπωρώνων αποκαλύπτει τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις πάνω στην ήδη συντελεσμένη αφαίρεση της ελληνικής ιδιοκτησίας. Από τη μία βρίσκονταν οι μουσουλμάνοι ανταλλάξιμοι που είχαν χάσει τις δικές τους περιουσίες στην Ελλάδα και περίμεναν να αποζημιωθούν. Από την άλλη, οι ντόπιοι κάτοικοι που χρησιμοποιούσαν τη γη επί χρόνια και κινδύνευαν να χάσουν το εισόδημά τους.

Αλλά, ακόμη και η κατηγορία των «ντόπιων» δεν ήταν ενιαία. Ανάμεσά τους βρίσκονταν πρόσφυγες των Βαλκανικών Πολέμων, οι οποίοι είχαν φτάσει στην περιοχή μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

Η Μόρακ έχει συναντήσει στις πηγές της πολλές παρόμοιες υποθέσεις. Όλες δείχνουν ότι οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες δεν υπήρξαν αυτομάτως ή αποκλειστικά οι μεγάλοι κερδισμένοι από τη μεταφορά του χριστιανικού πλούτου.

Πάνω στις περιουσίες των απόντων Ελλήνων και Αρμενίων συγκρούστηκαν πρόσφυγες, παλαιότεροι κάτοικοι, καταληψίες, τοπικές ελίτ και κρατικοί αξιωματούχοι – με τους ισχυρότερους να διαθέτουν συνήθως τις περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσουν οριστικά τη γη.

Γιατί οι απόγονοι των Ελλήνων δεν μπορούν να διεκδικήσουν τις περιουσίες

Υπήρξε για τους παλαιούς ιδιοκτήτες ή τους απογόνους τους κάποιος πραγματικός δρόμος προς την αποζημίωση ή την επιστροφή των περιουσιών; Ή μήπως τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα εξαλείφθηκαν οριστικά;

Στο σημείο αυτό, τονίζει η Έλινορ Μόρακ, είναι απαραίτητο να γίνει μια κρίσιμη διάκριση: διαφορετική ήταν η νομική θέση των Ελληνορθόδοξων Οθωμανών υπηκόων και διαφορετική εκείνη των υπόλοιπων χριστιανών που εκδιώχθηκαν ή σκοτώθηκαν – όπως οι Έλληνες πολίτες και οι Αρμένιοι.

Για τους Ελληνορθόδοξους Οθωμανούς υπηκόους που συμπεριλήφθηκαν στην ανταλλαγή των πληθυσμών, η Μόρακ είναι κατηγορηματική: η υπόθεση έχει κλείσει νομικά.

Οι περιουσίες τους εντάχθηκαν στη Σύμβαση για την ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών. Με τη Συμφωνία της Άγκυρας του 1930, η κυριότητά τους μεταβιβάστηκε επισήμως στο τουρκικό κράτος.

«Αυτό σημαίνει ότι οι Οθωμανοί Έλληνες υπήκοοι που συμπεριλήφθηκαν στην ανταλλαγή, όπως και οι απόγονοί τους, δεν μπορούσαν και δεν μπορούν να διεκδικήσουν τίποτα από το τουρκικό κράτος» εξηγεί.

Η Βίλα Καπαγιαννίδη στην Τραπεζούντα, νυν Περίπτερο Ατατούρκ. Η οικογένεια δεν αποζημιώθηκε μετά την Ανταλλαγή καθώς είχε τη ρωσική υπηκοότητα (φωτ.: Κώστας Κατσίγιαννης)

Το οριστικό αυτό κλείσιμο δεν αναιρεί τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έχασαν αρχικά τις περιουσίες τους. Αλλά σημαίνει ότι η μεταγενέστερη διακρατική συμφωνία νομιμοποίησε τη μεταβίβαση των τίτλων και απέκλεισε τη δυνατότητα ατομικών διεκδικήσεων από τους ανταλλάξιμους ή τους απογόνους τους.

Για τους Αρμενίους ένα δικαίωμα που έμεινε θεωρητικό

Η περίπτωση των αρμενικών περιουσιών είναι, σύμφωνα με τη Μόρακ, πολύ πιο περίπλοκη.

Τυπικά, με βάση τους νόμους που εκδόθηκαν το 1915 και το 1923, οι ιδιοκτήτες ή οι απόγονοί τους δικαιούνταν να εισπράξουν τα ποσά που είχαν προκύψει από την εκκαθάριση και την πώληση της περιουσίας τους. Θεωρητικά, μάλιστα, το δικαίωμα αυτό θα εξακολουθούσε να υφίσταται.

Η νομοθετική πρόβλεψη ωστόσο φαίνεται ότι δεν απέκτησε ποτέ πραγματικό περιεχόμενο.

«Δεν γνωρίζω ούτε μία περίπτωση κατά την οποία κάποιος κατάφερε είτε να εισπράξει αυτά τα χρήματα είτε να πάρει πίσω την περιουσία του» σημειώνει η ιστορικός.

Το 1963, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας έκρινε ότι η εκκαθάριση των συγκεκριμένων περιουσιών δεν παραβίαζε το τουρκικό Σύνταγμα του 1961. Το δικαστήριο υποστήριξε ότι, από νομικής απόψεως, οι μεταβιβάσεις του πλούτου είχαν πραγματοποιηθεί ήδη κατά την οθωμανική περίοδο.

Η απόφαση επέτρεψε ακόμη και τη συνέχιση της αφαίρεσης αρμενικών περιουσιών, υπό την προϋπόθεση ότι οι ιδιοκτήτες τους είχαν εκτοπιστεί ή θεωρούνταν ότι είχαν «διαφύγει» το 1915 ή το 1922. Το εάν οι ιδιοκτήτες ή οι κληρονόμοι τους μπορούσαν τουλάχιστον να εισπράξουν τα ποσά από την εκποίηση των περιουσιών δεν εξετάστηκε στην απόφαση του δικαστηρίου.

Έτσι διαμορφώθηκε ένα ιδιόμορφο νομικό αδιέξοδο: η θεωρητική αξίωση στα χρήματα δεν καταργήθηκε ρητά, αλλά, σύμφωνα με την Έλινορ Μόρακ, δεν υπάρχει γνωστή περίπτωση κατά την οποία να μπόρεσε να ασκηθεί αποτελεσματικά.

Η υπόθεση που θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η υπόθεση του Αρμενικού Καθολικάτου της Κιλικίας, της μίας από τις δύο ανώτατες εκκλησιαστικές έδρες της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας.

Το Καθολικάτο εγκατέλειψε την Τουρκία το 1921 και, ύστερα από διαδοχικές μετακινήσεις, εγκαταστάθηκε το 1930 στον Λίβανο. Το 2015 προσέφυγε στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας, ζητώντας από το τουρκικό κράτος να του επιστρέψει την ιστορική του έδρα και την εκτεταμένη περιουσία που διέθετε στο Κοζάν, το ιστορικό Σις.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση σε κατώτερο δικαστήριο. Το Καθολικάτο απευθύνθηκε κατόπιν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι δεν είχαν εξαντληθεί προηγουμένως οι διαθέσιμες νομικές διαδικασίες στην Τουρκία.

Στη συνέχεια, κατέθεσε την υπόθεση στο αρμόδιο τοπικό δικαστήριο του Κοζάν, το οποίο επίσης απέρριψε το αίτημα.

Όπως εξήγησε στο pontosnews.gr η Έλινορ Μόρακ, τον Απρίλιο του 2026 η υπόθεση είχε φτάσει στο Danıştay, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της Τουρκίας, χωρίς να έχει εκδοθεί μέχρι τότε απόφαση.

Η σημασία της υπόθεσης υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της συγκεκριμένης εκκλησιαστικής περιουσίας. Μια απόφαση υπέρ του Καθολικάτου θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργήσει δικαστικό προηγούμενο για άλλες αρμενικές περιουσίες που κατασχέθηκαν από το 1915 και μετά.

Η ίδια πάντως διατηρεί ελάχιστες προσδοκίες για μια τέτοια εξέλιξη. «Θα μου προκαλούσε πολύ μεγάλη έκπληξη εάν το Danıştay ή το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσιζαν υπέρ της επιστροφής της περιουσίας» λέει.

Η «προίκα» του νέου κράτους

Με βάση τα παραπάνω, τίθεται ένα ερώτημα: σε ποιον βαθμό η μεταφορά των ελληνικών και των αρμενικών περιουσιών συνέβαλε στην οικονομία και στην οικοδόμηση της πρώιμης Τουρκικής Δημοκρατίας;

Η πλήρης αποτίμηση θα απαιτούσε πολύ περισσότερη έρευνα. Για την Έλινορ Μόρακ, ωστόσο, οι γενικές γραμμές είναι σαφείς και ήδη γνωστές.

«Ναι, οι περιουσίες που κατασχέθηκαν και ιδιοποιήθηκαν από το 1915 έως το 1922 διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη μεταπολεμική περίοδο και στον “εκτουρκισμό” της οικονομίας» απαντά.

Στο βιβλίο της The Dowry of the State? (Η προίκα του κράτους;) η Μόρακ υποστηρίζει ότι οι αντιπαραθέσεις γύρω από τη διανομή αυτών των περιουσιών δεν είχαν μόνο οικονομική ή υλική σημασία.

Οι διαμάχες για το ποιος δικαιούνταν ένα σπίτι, ένα χωράφι ή μια επιχείρηση, οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους πρόσφυγες και στους παλαιότερους κατοίκους, καθώς και η παρέμβαση του κράτους στη διανομή, συνέβαλαν και σε επίπεδο πολιτικού λόγου στην οικοδόμηση του έθνους στην Τουρκία.

Τουρκικό F-4 Phantom στην αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ. Μέρος της έκτασης όπου βρίσκεται η βάση ανήκε σε Αρμενίους και κατασχέθηκε από την οθωμανική κυβέρνηση (φωτ.: US Air Force / Nicole Sikorski, Wikimedia Commons)

Επομένως, η περιουσία των εκτοπισμένων χριστιανικών πληθυσμών αποτέλεσε, όχι μόνο οικονομικό κεφάλαιο αλλά και εργαλείο μέσα από το οποίο διαμορφώθηκαν νέες σχέσεις ανάμεσα στο κράτος και στους πολίτες του.

Ο τίτλος του βιβλίου της είναι ενδεικτικός: το κράτος διένειμε μια «προίκα», δημιουργώντας ταυτόχρονα δεσμούς εξάρτησης, διαπραγμάτευσης και πολιτικής νομιμοφροσύνης με εκείνους που προσδοκούσαν να ωφεληθούν από αυτήν.

Πόσος ήταν ο πλούτος που άλλαξε χέρια

Η συνολική οικονομική αξία των περιουσιών που μεταφέρθηκαν είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστεί.

Για να προκύψουν ασφαλή μεγέθη, θα έπρεπε οι ερευνητές να παρακολουθήσουν την πορεία συγκεκριμένων περιουσιών από το 1915 μέχρι σήμερα: ποιος ήταν ο αρχικός ιδιοκτήτης, πότε έφυγε, ποιος κατέλαβε το ακίνητο, εάν πουλήθηκε ή παραχωρήθηκε, ποιο ήταν το τίμημα και σε ποιον κατέληξε οριστικά.

Αυτού του είδους η λεπτομερής έρευνα έχει γίνει σε πολύ περιορισμένο βαθμό. Η Μόρακ αναφέρει ως αξιοσημείωτη εξαίρεση το βιβλίο του Ουμίτ Κουρτ για τους Αρμενίους του Αντέπ.

Η έλλειψη ενός συνολικού αριθμού όμως, δεν αναιρεί τη σημασία της μεταφοράς. Οι περιουσίες περιλάμβαναν γη, σπίτια, καταστήματα, επιχειρήσεις, εργοστάσια, καλλιέργειες, εμπορεύματα και κινητά αγαθά. Πέρα από την ονομαστική αξία τους, αντιπροσώπευαν παραγωγικά δίκτυα και οικονομικές δραστηριότητες που είχαν δημιουργηθεί επί γενιές.

Γιατί η οικονομική διάσταση απουσιάζει από τη συζήτηση

Η συγκεκριμένη πλευρά του 1922 παραμένει σχετικά απούσα από τη δημόσια συζήτηση τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία, αν και για διαφορετικούς λόγους.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η Μόρακ συνδέει τη σιωπή με τη Συμφωνία της Άγκυρας του 1930, η οποία μετέφερε νομικά στην Τουρκία τα δικαιώματα επί των περιουσιών όσων υπάχθηκαν στην ανταλλαγή.

Θεωρεί επίσης πιθανό να υπάρχει μια γενικότερη απροθυμία να συζητηθούν οι οικονομικές διαστάσεις της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η ιστορική μνήμη έχει επικεντρωθεί κυρίως στις ζωές που χάθηκαν, στον ξεριζωμό, στην προσφυγική εμπειρία και στην απώλεια των πατρίδων, αφήνοντας περισσότερο στο περιθώριο το ζήτημα του πλούτου που παρέμεινε πίσω και μεταβιβάστηκε σε άλλους.

Πρόσφυγες μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών σε περιοχή της Ροδόπης (φωτ.: Αρχείο George Devine Treloar / The Hellenic Mosaic)

Στην Τουρκία, η απουσία του θέματος από τη δημόσια συζήτηση συνδέεται πρωτίστως με την απροθυμία αναμέτρησης με τη βία εκείνης της περιόδου.

«Οι άνθρωποι δεν θέλουν να μιλούν για τη βία εκείνων των χρόνων και δεν είναι πρόθυμοι να αντιμετωπίσουν το παρελθόν. Αυτό θα απαιτούσε επίσης από αρκετούς να θέσουν άβολα ερωτήματα σχετικά με την προέλευση του οικογενειακού τους πλούτου» λέει η Μόρακ.

Υπάρχει όμως και ένας ακόμη λόγος: πολλά από τα αντικείμενα και τα κτήρια που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ορατές υπενθυμίσεις της μεταφοράς πλούτου δεν υπάρχουν πλέον.

Σπίτια, έπιπλα και ιερά αντικείμενα καταστράφηκαν εξαιτίας της εγκατάλειψης, της βίας ή απλώς επειδή οι άνθρωποι που τα απέκτησαν δεν γνώριζαν τι να τα κάνουν. Μεγάλος αριθμός ιστορικών κατοικιών κατεδαφίστηκε, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1950 και μετά, και αντικαταστάθηκε από «σύγχρονες» πολυκατοικίες – μια διαδικασία που, όπως επισημαίνει, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Το μεγαλύτερο μέρος της αξίας, ωστόσο, δεν βρισκόταν στα έπιπλα ή στα κτήρια αλλά στη γη. Και η τελευταία παρατήρηση της Έλινορ Μόρακ συνοψίζει ίσως ολόκληρη την αθέατη οικονομική διάσταση της Καταστροφής:

«Χωρίς καμία αμφιβολία, οι σημαντικότερες αξίες που κλάπηκαν εκείνα τα χρόνια βρίσκονταν στη γη. Και η γη δεν μοιάζει ελληνική, αρμενική ή τουρκική. Είναι απλώς εκεί – και γι’ αυτό τείνει να παραβλέπεται».

Γεωργία Βορύλλα


Η ερευνητική δραστηριότητα της Έλινορ Μόρακ συνεχίζει να φωτίζει διαφορετικές όψεις της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της συγκρότησης της σύγχρονης Τουρκίας.
Στις πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις της περιλαμβάνονται:
• Η μελέτη “Forgetting the ‘Martyrs of 16 March’ 1920: The Şehzadebaşı Raid in Turkish Collective Memory, 1924-1961”, στον συλλογικό τόμο Occupied Istanbul: Urban Politics, Culture and Society 1918-1923, σε επιμέλεια των Tolga Cora, Gizem Tongo και Daniel-Joseph MacArthur-Seal, Berghahn Books, 2026.
• Η μελέτη “International Law and European Financial Control, 1854–1954: A Postcolonial Perspective on Ottoman Public Debt”, στο Handbook of Late Ottoman History, σε επιμέλεια των Hans-Lukas Kieser και Khatchik Mouradian, I.B. Tauris, 2025, σ. 567-571.
• Η μελέτη “‘The Armenians in Caucasia are what the Jews are in Poland: Anti-Armenianism and Anti-Semitism in Rıza Nur’s Ermeni Tarihi”, στο περιοδικό Wiener Zeitschrift für die Kunde des Morgenlandes, τόμ. 116, 2025, ειδικό τεύχος για τον Rıza Nur σε επιμέλεια των Yavuz Köse και Hans-Lukas Kieser, σ. 363-385.
pontosnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου