Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026
Πώς το πετρέλαιο έκαψε και τα ομόλογα – Το ξεπούλημα που καίει διπλά την τσέπη μας
Το ενεργειακό σοκ μεταφέρεται με αυξανόμενη ένταση στο κόστος δανεισμού κρατών, επιχειρήσεων, νοικοκυριών.
Με το πετρέλαιο να παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και την προοπτική τερματισμού του πολέμου στο Ιράν να απομακρύνεται, οι αγορές βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν δύσκολο συνδυασμό: επίμονο πληθωρισμό, ακριβότερο χρήμα και ασθενέστερη ανάπτυξη.
Το ξεπούλημα των ομολόγων εντάθηκε την Παρασκευή, οδηγώντας την απόδοση του γερμανικού δεκαετούς πάνω από το 3,5%, για πρώτη φορά από τον Απρίλιο του 2011, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG.
Την ίδια ώρα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προειδοποιεί ότι τα αποθέματα περιορίζονται και το παγκόσμιο σύστημα διύλισης λειτουργεί στα όριά του. Η πίεση στην ενέργεια δοκιμάζει πλέον και επιχειρήσεις που ήδη δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν τον δανεισμό τους.
Οι αποδόσεις ανεβαίνουν από τη Γερμανία έως την Ιαπωνία
Το γερμανικό δεκαετές, σημείο αναφοράς για την ευρωζώνη και παραδοσιακό ασφαλές καταφύγιο, βρίσκεται στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων. Όταν οι τιμές των ομολόγων υποχωρούν, οι αποδόσεις τους αυξάνονται, ανεβάζοντας το κόστος νέου δανεισμού.
Στις ΗΠΑ, η απόδοση του δεκαετούς κρατικού ομολόγου κινούνταν κοντά στο 4,95%, έχοντας ξεπεράσει την Πέμπτη το 4,9% για πρώτη φορά σε τρία χρόνια.
Η άνοδος επεκτάθηκε στην Ασία και στον Ειρηνικό. Η απόδοση του ιαπωνικού δεκαετούς αυξήθηκε κατά 6 μονάδες βάσης, του αυστραλιανού κατά 12 και του νοτιοκορεατικού κατά 8.
Εξαίρεση αποτέλεσε η Βρετανία, όπου οι αποδόσεις υποχώρησαν μετά την ανακοίνωση ισχυρότερης της αναμενόμενης μηνιαίας ανάπτυξης, κατά 0,4% τον Ιούλιο.
Το δίλημμα των κεντρικών τραπεζών
Η ακρίβεια στην ενέργεια περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και αυξάνει τα έξοδα των επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύει την υποχώρηση του πληθωρισμού.
Αυτός είναι ο πυρήνας των φόβων για στασιμοπληθωρισμό: μια οικονομία που αναπτύσσεται αργά, ενώ οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται έντονα.
Η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια την Πέμπτη. Μιλώντας στο CNBC την Παρασκευή, ο επικεφαλής της Bundesbank προειδοποίησε ότι, εάν οι ενεργειακές πιέσεις επιμείνουν, μπορεί να χρειαστεί τα επιτόκια να περάσουν σε επίπεδα που περιορίζουν ήπια την οικονομική δραστηριότητα.
Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την εικόνα του εργαλείου CME FedWatch που παραθέτει το CNBC, οι αγορές αποτιμούσαν σε σχεδόν 70% την πιθανότητα αύξησης επιτοκίων στη συνεδρίαση της Fed στις 15–16 Σεπτεμβρίου.
Οι ανησυχίες για την ανάπτυξη ενισχύονται παράλληλα. Η γαλλική στατιστική υπηρεσία INSEE υποβάθμισε την πρόβλεψή της για το 2026 στο 0,4%, από 0,7%, επικαλούμενη τον πληθωρισμό, τους θερινούς καύσωνες και την κάμψη των κατασκευών.
IEA: Λιγότερο πετρέλαιο, αποθέματα που εξαντλούνται
Στη μηνιαία έκθεσή του, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προβλέπει πλέον ότι η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα μειωθεί κατά 5,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2026, περίπου 6% σε σχέση με το 2025. Τον Αύγουστο προέβλεπε ετήσια πτώση της τάξης του 4%.
Ταυτόχρονα αναμένει μείωση της παγκόσμιας ζήτησης κατά 2,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για υποχώρηση κατά 1,6 εκατ.
Η πτώση της κατανάλωσης αντανακλά και την πίεση που ασκούν οι υψηλές τιμές στην οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, η ακόμη μεγαλύτερη απώλεια προσφοράς διατηρεί την αγορά υπό ένταση.
Όπως επισημαίνει ο Οργανισμός, τα αποθέματα έχουν έως τώρα βοηθήσει καθοριστικά στην εξισορρόπηση της αγοράς. Όσο όμως αυτά τα περιθώρια ασφαλείας μικραίνουν και τα διυλιστήρια πιέζονται, αυξάνεται η ανάγκη αποκλιμάκωσης τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας.
Η πλήρης αποκατάσταση των ροών από τους παραγωγούς της Μέσης Ανατολής μετατίθεται πλέον για το επόμενο έτος.
Το σενάριο των 120 δολαρίων
Παρά την ελαφρά υποχώρησή τους την Παρασκευή, οι τιμές παρέμεναν υψηλές. Στα πρωινά στιγμιότυπα συναλλαγών που παραθέτει το CNBC, το μπρεντ κινούνταν περίπου στα 104–105 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό κοντά στα 100 δολάρια.
Η Κιμ Φούστιερ, αναλύτρια πετρελαίου και φυσικού αερίου της HSBC, περιγράφει μια νέα πραγματικότητα στα Στενά του Ορμούζ: το πέρασμα δεν είναι ούτε πλήρως κλειστό ούτε πλήρως ανοιχτό, αλλά λειτουργεί με επίμονους περιορισμούς.
Εάν η διπλωματία αποτύχει και οι ροές παραμείνουν κοντά στα σημερινά επίπεδα, εκτιμά ότι τα αποθέματα θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τα ελάχιστα επίπεδα που απαιτούνται για την ομαλή λειτουργία της αγοράς και το μπρεντ να φτάσει περίπου στα 120 δολάρια. Πρόκειται για υπό όρους σενάριο, όχι για βέβαιη εξέλιξη.
Διπλό χτύπημα στις δανεισμένες επιχειρήσεις
Η αναταραχή επεκτείνεται στην αγορά του private credit, δηλαδή της χρηματοδότησης επιχειρήσεων από επενδυτικά κεφάλαια και άλλους μη τραπεζικούς δανειστές.
Πολλά από αυτά τα δάνεια έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο. Στις ΗΠΑ συνδέονται συνήθως με το επιτόκιο αναφοράς SOFR, στο οποίο προστίθεται ένα περιθώριο. Εάν τα επιτόκια αναφοράς αυξηθούν, ανεβαίνουν και οι τόκοι που πληρώνει η επιχείρηση.
Όπως εξηγεί στο CNBC ο Άναντ Κούμαρ της Benefit Street Partners, οι δανειολήπτες δέχονται πίεση και από τις δύο πλευρές: οι ανατιμήσεις συμπιέζουν τη λειτουργική κερδοφορία, ενώ τα κυμαινόμενα επιτόκια αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
Σύμφωνα με τη Fitch Ratings, ο δείκτης αθετήσεων στην αμερικανική αγορά private credit έφτασε σε ρεκόρ 6,1% στο δωδεκάμηνο έως τον Ιούλιο.
Η αναχρηματοδότηση θα κριθεί στις αντοχές κάθε εταιρείας
Οι αναλυτές δεν προεξοφλούν ένα ενιαίο κύμα κατάρρευσης. Η Σουνάινα Σίνχα Χαλντέα της Raymond James εκτιμά ότι η αναχρηματοδότηση θα εξελιχθεί σταδιακά: οι ισχυρότερες επιχειρήσεις θα εξασφαλίζουν νέα δάνεια, ενώ οι πιο πιεσμένες θα χρειάζονται παρατάσεις, αλλαγές όρων, νέα κεφάλαια ή αναδιαρθρώσεις.
Ο Λότφι Καρουί της PIMCO τονίζει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο συνδυασμός περιοριστικής νομισματικής πολιτικής και χαμηλότερης ανάπτυξης που αποδυναμώνει τις ταμειακές ροές. Χωρίς ύφεση, εκτιμά, η πρόσθετη επιβάρυνση μπορεί να αποδειχθεί πολύ μικρότερη από εκείνη που έχουν ήδη αντιμετωπίσει οι δανειολήπτες.
Η παραμονή, όμως, του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια δυσκολεύει την εξίσωση: οι επιχειρήσεις καλούνται να πληρώνουν ακριβότερα για να λειτουργήσουν και ακριβότερα για να δανειστούν, σε μια οικονομία που κινδυνεύει να χάσει απότομα ταχύτητα.
Τα νοικοκυρία πληρώνουν διπλά
Για τα νοικοκυριά, η αναταραχή μεταφράζεται σε δύο λογαριασμούς. Ο πρώτος έρχεται στην αντλία, στη θέρμανση και, καθώς αυξάνεται το κόστος μεταφοράς και παραγωγής, στο ράφι.
Ο δεύτερος αφορά το χρήμα: η επιμονή του πληθωρισμού ενισχύει την πίεση για υψηλότερα επιτόκια, επιβαρύνοντας τον νέο δανεισμό και δυνητικά τις δόσεις δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο, ανάλογα με τους όρους τους. Όσοι έχουν σταθερό επιτόκιο προστατεύονται για όσο αυτό ισχύει.
Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων δεν περνά αυτόματα σε κάθε δόση, αλλά δυσκολεύει την επιστροφή στο φθηνότερο χρήμα. Έτσι, το ίδιο εισόδημα καλείται να καλύψει ακριβότερες καθημερινές ανάγκες και, για αρκετούς δανειολήπτες, μεγαλύτερους τόκους.
naftemporiki.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου