Η συνάντηση Πούτιν – Ερντογάν στο Μπισκέκ σφράγισε την ενεργειακή εξάρτηση της Άγκυρας από τη Μόσχα, καθώς συμφωνήθηκε η κατασκευή νέων πυρηνικών σταθμών μετά το Ακούγιου. Χωρίς καμία αναφορά στους S-400, όπως έγινε γνωστό, η Τουρκία παραμένει εγκλωβισμένη, χάνοντας οριστικά τα F-35 και κάθε πρόσβαση σε αμερικανικό πολεμικό υλικό λόγω CAATSA.
Του Χρήστου Μαζανίτη
Η διπλωματική σκακιέρα της Ευρασίας εξελίχθηκε για ακόμη μία φορά σε μια εξαιρετικά καλοκουρδισμένη παράσταση, με τους πρωταγωνιστές να επαναλαμβάνουν ένα γνώριμο αλλά καταστροφικό για τη Δύση σενάριο.
Στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του Οργανισμού Συνεργασίας της Σανγκάης στο Μπισκέκ του Κιργιστάν, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνάντησε τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Όσοι περίμεναν – ή μάλλον φαντασιώνονταν στους διαδρόμους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ – ότι ο Τούρκος Πρόεδρος θα έκανε κάποιο βήμα υπαναχώρησης στο θέμα των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400 προκειμένου να ξεμπλοκάρει τα αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα, προσγειώθηκαν ανώμαλα στην πραγματικότητα. Όπως έγινε γνωστό, όχι μόνο δεν έγινε η παραμικρή νύξη για επιστροφή ή απόσυρση των ρωσικών πυραύλων, αλλά υπό την διπλωματία των πυρηνικών από το Κρεμλίνο, η Άγκυρα αποφάσισε να παραδώσει πλήρως τα ενεργειακά της κλειδιά στο Κρεμλίνο, υπογράφοντας τη γεωπολιτική της καταδίκη σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της με την Ουάσινγκτον και το ΝΑΤΟ.
Η ενεργειακή ομηρία
Στη συνάντηση κορυφής του Μπισκέκ, ο Ερντογάν εμφανίστηκε κάτι παραπάνω από πρόθυμος να διευρύνει την ήδη βαθιά εξάρτηση της χώρας του από τη Ρωσία. Στις κοινές δηλώσεις του με τον Ρώσο ηγέτη, ο Τούρκος Πρόεδρος ανακοίνωσε ευθαρσώς ότι η συνεργασία των δύο χωρών στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας δεν σταματά στον πρώτο σταθμό παραγωγής. «Βρισκόμαστε πλέον στη φάση ολοκλήρωσης του πυρηνικού σταθμού του Ακούγιου. Περιμένουμε την ολοκλήρωσή του για να τον εγκαινιάσουμε. Διότι με το άνοιγμα του Ακούγιου, θα κάνουμε μαζί βήματα για άλλους σταθμούς», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ερντογάν, επιβεβαιώνοντας ότι η Μόσχα αποκτά μόνιμο και κυρίαρχο πάτημα στην τουρκική επικράτεια.
Από την πλευρά του, ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν έκρυψε την ικανοποίησή του, αποκαλώντας την Τουρκία «προνομιούχο εταίρο» της Ρωσίας. Το Ακούγιου, ένα έργο μαμούθ της Rosatom αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, αναμένεται να καλύψει το 10% των ενεργειακών αναγκών της Τουρκίας. Ωστόσο, η επέκταση της συνεργασίας και σε νέους πυρηνικούς σταθμούς, όπως αυτός της Σινώπης, μετατρέπει την Τουρκία σε έναν δορυφόρο της ρωσικής ενεργειακής αυτοκρατορίας. Ο Πούτιν κατάφερε με αριστοτεχνικό τρόπο να «δέσει» τον Ερντογάν. Τον κατέστησε πλήρως εξαρτώμενο από τη ρωσική τεχνογνωσία, τα ρωσικά κεφάλαια και το ρωσικό πυρηνικό καύσιμο, σε μια περίοδο που η Άγκυρα εισάγει ήδη τεράστιες ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Σιγή ιχθύος για τους S-400
Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο της συνάντησης των δύο ανδρών ήταν η απόλυτη σιωπή γύρω από το ακανθώδες ζήτημα των αντιαεροπορικών συστημάτων S-400. Τις προηγούμενες εβδομάδες, διάφορα τουρκικά και διεθνή δημοσιεύματα άφηναν να εννοηθεί ότι η Άγκυρα αναζητούσε μια «φόρμουλα» αποθήκευσης ή αχρήστευσης των S-400 υπό αμερικανική επιτήρηση, προκειμένου να καμφθεί η αντίσταση του Κογκρέσου. Η πραγματικότητα που αποκαλύφθηκε στο Μπισκέκ ήταν παντελώς διαφορετική. Οι S-400 όχι μόνο μένουν αμετακίνητοι στο τουρκικό έδαφος, αλλά αποτελούν το ακλόνητο θεμέλιο της στρατηγικής εταιρικής σχέσης Μόσχας – Άγκυρας.
Ο Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά ότι τυχόν υπαναχώρηση στο θέμα των S-400 θα προκαλούσε την άμεση οργή του Κρεμλίνου, με οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες που η κλονισμένη τουρκική οικονομία δεν αντέχει. Έτσι, προτίμησε να διατηρήσει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα, αγνοώντας επιδεικτικά τις προειδοποιήσεις της Ουάσινγκτον. Η τακτική αυτή, όμως, έχει βαρύτατο τίμημα. Ο Πούτιν κατάφερε να εγκλωβίσει τον Τούρκο Πρόεδρο σε μια ιδιότυπη ομηρία: για να διατηρεί την ενεργειακή και πολιτική στήριξη της Ρωσίας, ο Ερντογάν υποχρεούται να διατηρεί τους S-400, κόβοντας παράλληλα κάθε γέφυρα ουσιαστικής στρατιωτικής επαναπροσέγγισης με τη Δύση ή ενεργώντας σαν δούρειος ίππος των ρωσικών συμφερόντων όποτε χρειάζεται.
Οριστική ταφόπλακα στα F-35
Η εμμονή της Άγκυρας στη σύσφιξη των σχέσεων με τη Μόσχα και η επέκταση της ενεργειακής της εξάρτησης βάζουν την οριστική ταφόπλακα στις τουρκικές προσδοκίες για απόκτηση των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 Lightning II. Στην Τουρκία θεωρούσαν μέχρι πρότινος δεδομένο ότι, αργά ή γρήγορα, το παζάρι τους θα απέδιδε καρπούς και οι Αμερικανοί θα υποχωρούσαν, επιτρέποντας την επιστροφή της χώρας στο πρόγραμμα των F-35. Η αυταπάτη αυτή καταρρέει άπαξ.
Η αμερικανική νομοθεσία είναι ξεκάθαρη και αμείλικτη. Η παρουσία των S-400 σε συνδυασμό με την εμβάθυνση των σχέσεων με έναν στρατηγικό αντίπαλο του ΝΑΤΟ καθιστά αδιανόητη την παράδοση των F-35 στην Τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Οι Αμερικανοί επιτελείς έχοντας πλήρη γνώση των κινδύνων υπογράμμιζαν από την πρώτη στιγμή ότι η ταυτόχρονη λειτουργία των S-400 και των F-35 θα επέτρεπε στη Ρωσία να συλλέξει κρίσιμα τεχνολογικά δεδομένα για τα αόρατα μαχητικά. Με τις νέες συμφωνίες για τους πυρηνικούς σταθμούς, η Τουρκία καθίσταται μια χώρα όπου η ρωσική τεχνολογική και φυσική παρουσία είναι δομική. Συνεπώς, η τουρκική Αεροπορία βλέπει το όνειρο της πέμπτης γενιάς να σβήνει οριστικά, την ώρα που η ελληνική Πολεμική Αεροπορία προχωρά ακάθεκτη στην απόκτηση των F-35, αποκτώντας στρατηγική αεροπορική υπεροχή στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το στρατηγικό αδιέξοδο της Άγκυρας
Το πρόβλημα, ωστόσο, για την Άγκυρα δεν περιορίζεται μόνο στο F-35. Η διατήρηση των S-400 και η περαιτέρω πρόσδεση στο άρμα της Μόσχας ενεργοποιούν στο ακέραιο τις κυρώσεις του νόμου CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act). Ο νόμος αυτός δεν είναι μια απλή πολιτική διακήρυξη, αλλά ένα αυστηρό ομοσπονδιακό πλαίσιο που απαγορεύει αυστηρά την μεταφορά αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας και την παροχή αδειών εξαγωγής σε οντότητες που συνεργάζονται με τη ρωσική αμυντική και ενεργειακή βιομηχανία.
Αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία χάνει κάθε άλλη πρόσβαση σε αμερικανικό πολεμικό υλικό. Ακόμα και το περιβόητο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης των τουρκικών F-16 σε επίπεδο Viper, καθώς και η αγορά νέων αεροσκαφών F-16 Block 70, βρίσκεται πλέον στον αέρα. Παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες της τουρκικής διπλωματίας να παρουσιάσει το θέμα των F-16 ως «τετελεσμένο», οι διαρκείς παραβιάσεις των αμερικανικών προϋποθέσεων και η πλήρης παράδοση της τουρκικής ενέργειας στη Ρωσία προκαλούν έντονες αντιδράσεις στο Αμερικανικό Κογκρέσο. Ανταλλακτικά για τον υπάρχοντα στόλο, αναβαθμίσεις ηλεκτρονικών συστημάτων, έξυπνα πυρομαχικά και αμερικανικοί πυραύλοι καθίστανται απρόσιτα για τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πόνταρε στο ότι θα μπορούσε να παίζει σε δύο ταμπλό επ’ άπειρον: να λαμβάνει φθηνή ενέργεια και οπλικά συστήματα από τη Ρωσία, διατηρώντας παράλληλα τα προνόμια της συμμετοχής στη δυτική αμυντική βιομηχανία. Η τακτική αυτή έφτασε στα όριά της. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν, με τη διπλωματία των πυρηνικών σταθμών και των S-400, «έδεσε χειροπόδαρα» τον Τούρκο Πρόεδρο, καθιστώντας τον όμηρο των δικών του επιλογών.
Η Τουρκία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια σκληρή πραγματικότητα. Χωρίς F-35, με αμφίβολη την υποστήριξη του στόλου των F-16 και με τις αμερικανικές κυρώσεις CAATSA να σφίγγουν τον κλοιό, η τουρκική Πολεμική Αεροπορία κινδυνεύει να βρεθεί σε τεχνολογική υστέρηση έναντι των γειτόνων της. Την ίδια στιγμή, η χώρα παραδίδει την ενεργειακή της ασφάλεια στη Μόσχα, επιβεβαιώνοντας ότι η πυρηνική μεγαλομανία του Ερντογάν οδηγεί στην πλήρη απώλεια της στρατηγικής της αυτονομίας.
enikos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου