Ο Edmund Burke, μιλώντας στο Μπρίστολ το 1774, συνέδεε την ελευθερία με την τάξη και την αρετή. Η σκέψη του παραμένει επίκαιρη: η ελευθερία χρειάζεται θεσμούς που την προστατεύουν και κανόνες που εφαρμόζονται. Στη σημερινή Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε μια συγκεκριμένη απαίτηση προς την κυβέρνηση: να εγγυηθεί την ασφάλεια του πολίτη με συνεχή παρουσία, πρόληψη και λογοδοσία, πέρα από τις εξαγγελίες που συνοδεύουν κάθε κρίση. [1]
Η ελευθερία του ατόμου δεν υπήρξε ποτέ αυτονόητη ιστορική συνθήκη. Η χειραφέτηση από τον απολυταρχισμό, τον κοινωνικό αναχρονισμό και την απόλυτη οικονομική εξάρτηση, η κατοχύρωση των δικαιωμάτων και η οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους ήταν αποτέλεσμα αγώνων αιώνων. Στη Γηραιά Ήπειρο διαμορφώθηκε σταδιακά ένα μοντέλο που επιχείρησε να συνδυάσει πολιτική ελευθερία, κοινωνική προστασία και κράτος δικαίου.
Αυτά τα κεκτημένα δοκιμάζονται σήμερα σε ένα περιβάλλον διεθνούς αναθεωρητισμού και κοινωνικής ανασφάλειας. Για να μη μένουμε, όμως, στην αμπελοφιλοσοφία, ας μιλήσουμε συγκεκριμένα: η ελευθερία αποτελεί βασική προϋπόθεση της ευημερίας. Και για να υπάρχει πραγματική ελευθερία, πρέπει να υπάρχει τάξη.
Τάξη σε μια δημοκρατία σημαίνει νόμιμη και αποτελεσματική λειτουργία της Πολιτείας. Σημαίνει ότι μια γυναίκα μπορεί να ζητήσει προστασία και να τη λάβει, ότι ένα παιδί πηγαίνει σχολείο χωρίς φόβο, ότι ο εργαζόμενος επιστρέφει ασφαλής στο σπίτι του. Σημαίνει, επίσης, ότι ο νόμος δεσμεύει εκείνον που τον εφαρμόζει όσο και εκείνον που καλείται να τον τηρήσει.
Η ελληνική πραγματικότητα απαιτεί σοβαρότητα. Σύμφωνα με τον επίσημο απολογισμό του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, το 2024 η Αστυνομία διαχειρίστηκε 22.080 υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, έναντι 11.589 το 2023, με 25.438 θύματα. Πρόκειται για αύξηση 91% στις καταγεγραμμένες υποθέσεις. Η αύξηση των καταγγελιών μπορεί να αντανακλά και μεγαλύτερη προθυμία των θυμάτων να μιλήσουν· δεν αποδεικνύει ότι η πραγματική βία αυξήθηκε κατά το ίδιο ποσοστό. Αποτυπώνει, όμως, το μέγεθος της ευθύνης που αναλαμβάνει το κράτος όταν ένα θύμα του εμπιστεύεται τη ζωή του. [2]
Αντίστοιχα, στην κυβερνητική παρουσίαση της στρατηγικής για τους ανηλίκους αναφέρθηκαν 10.968 υποθέσεις παραβατικότητας και βίας το 2024, έναντι 7.789 το 2023, αύξηση 40,81%. Η ίδια η κυβέρνηση επισήμανε ότι η εντονότερη αστυνομική κινητοποίηση επηρεάζει την καταγραφή. Χρειάζεται, συνεπώς, διάκριση μεταξύ περισσότερων καταγραφών και πραγματικής εξέλιξης της βίας. Χρειάζεται όμως και απάντηση για το πώς προλαμβάνονται η επανάληψη των περιστατικών και η εμπλοκή παιδιών σε σοβαρότερη παραβατικότητα. [3]
Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι. Η δολοφονία της Κυριακής Γρίβα, την 1η Απριλίου 2024, έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων, όπου είχε προσέλθει ζητώντας βοήθεια, παραμένει οδυνηρό σημείο αναφοράς. Αποκάλυψε πόσο καταστροφικό μπορεί να γίνει το χάσμα ανάμεσα στην προσδοκία προστασίας και στην πραγματική ανταπόκριση. Η πολιτική ευθύνη αφορά την οργάνωση, την εκπαίδευση, την εποπτεία και την επιχειρησιακή ετοιμότητα του μηχανισμού προστασίας. [4]
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επέλεξε να επενδύσει πολιτικά στην υπόσχεση της ασφάλειας. Οφείλει επομένως να κριθεί αυστηρά πάνω σε αυτήν. Η επίκληση της πολυπλοκότητας του προβλήματος είναι εύλογη ως αφετηρία σχεδιασμού, ανεπαρκής ως διαρκής δικαιολογία. Μετά από χρόνια διακυβέρνησης, το ερώτημα είναι τι λειτουργεί σταθερά όταν σβήνουν οι κάμερες και η επικαιρότητα στρέφεται αλλού.
Το panic button, οι γραμμές βοήθειας, οι ψηφιακές πλατφόρμες και οι εξειδικευμένες υπηρεσίες είναι χρήσιμα εργαλεία. Η αξία τους κρίνεται στην αλυσίδα που ακολουθεί την ειδοποίηση: στην έγκαιρη ανταπόκριση, στην εκτίμηση κινδύνου, στην ασφαλή μεταφορά, στη στέγαση και στην παρακολούθηση της υπόθεσης. Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη μέχρι να είναι πράγματι ασφαλές το θύμα; Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντά κάθε κυβερνητικός απολογισμός.
Ας είμαστε ακριβείς: στις 5 Μαΐου 2025 παρουσιάστηκε η Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων 2025–2030. Η κριτική, λοιπόν, αφορά την εφαρμογή της. Ποια μέτρα υλοποιήθηκαν, με ποια χρηματοδότηση, σε πόσα σχολεία και δήμους, με ποια αποτελέσματα; Η δημοσίευση ενός σχεδίου δημιουργεί υποχρέωση δημόσιου απολογισμού. [3]
Ακόμη και στον απολογισμό για τη Θεσσαλονίκη της 29ης Ιουλίου 2026, το Υπουργείο ανέδειξε την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, την οικονομική έρευνα και τη σύνδεση οπαδικής βίας με άλλες εγκληματικές ενέργειες, ενώ ανακοίνωσε προτεραιότητες για το δεύτερο εξάμηνο. Οι επιχειρησιακές επιτυχίες έχουν αξία. Η κυβέρνηση οφείλει παράλληλα να αποδεικνύει τη διάρκεια των αποτελεσμάτων και την προστασία των γειτονιών μετά την ολοκλήρωση κάθε επιχείρησης. [5]
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα της κυβερνητικής προσέγγισης: η υπερβολική πολιτική επένδυση στην ανακοίνωση του επόμενου μέτρου και η ανεπαρκής δημόσια συζήτηση για την εφαρμογή του προηγούμενου. Οι σπασμωδικές απαντήσεις, όταν υποκαθιστούν τη συνέχεια, αφήνουν την κοινωνία να περιμένει την επόμενη κρίση. Η πολιτική ασφάλειας χρειάζεται σταθερή διοίκηση και αξιολόγηση, με στοιχεία που επιτρέπουν στον πολίτη να ελέγξει τις κυβερνητικές υποσχέσεις.
Χρειαζόμαστε ένα συνεκτικό σχέδιο με συγκεκριμένες ευθύνες. Στα σχολεία, σταθερή πρόσβαση σε ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, έγκαιρη παρέμβαση στον εκφοβισμό και συνεργασία με τις οικογένειες. Στις γειτονιές, κοινοτική αστυνόμευση και επαρκώς εκπαιδευμένο προσωπικό. Για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, προστασία προσαρμοσμένη στον κίνδυνο, νομική συνδρομή και δυνατότητα οικονομικής αυτονόμησης. Για τους ανηλίκους που παρανομούν, έγκαιρη λογοδοσία και ουσιαστική επανένταξη.
Απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα απαιτούνται έρευνες που φτάνουν στη χρηματοδότηση, στο ξέπλυμα χρήματος και στους μηχανισμούς διευκόλυνσης των δικτύων. Χρειάζονται επίσης ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και δημόσιοι δείκτες για τον χρόνο ανταπόκρισης, την επανάληψη της βίας και την αποτελεσματικότητα της προστασίας. Οι συλλήψεις αποτυπώνουν δραστηριότητα· η μείωση της θυματοποίησης αποτυπώνει αποτέλεσμα.
Για τις οικονομικές ανισότητες έχουμε μιλήσει πολλές φορές, και σωστά. Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι προϋπόθεση της συνοχής. Η ανασφάλεια έχει και κοινωνική διάσταση: εκείνος που δεν μπορεί να αλλάξει γειτονιά, να πληρώσει νομική βοήθεια ή να εγκαταλείψει μια κακοποιητική σχέση εξαρτάται περισσότερο από τη δημόσια προστασία. Η παραίτηση της Πολιτείας βαραίνει περισσότερο τους πιο αδύναμους.
Η δημοκρατική αντιπολίτευση οφείλει να αναλάβει αυτό το αίτημα με καθαρότητα. Η ασφάλεια είναι κοινωνικό δικαίωμα και η αποτελεσματική αστυνόμευση συνδέεται με το κράτος δικαίου, τη λογοδοσία και το κοινωνικό κράτος. Κανένας πολιτικός χώρος δεν δικαιούται να την αντιμετωπίζει ως αποκλειστική ιδιοκτησία του.
Αρνούμαι να δεχθώ ότι η κοινωνία πρέπει να συνηθίσει τον φόβο και να αρκείται σε διαδοχικές ανακοινώσεις. Η κυβέρνηση οφείλει να εγγυηθεί προστασία με μετρήσιμο αποτέλεσμα και να αναλάβει την ευθύνη όπου ο μηχανισμός αποτυγχάνει. Η ελευθερία του πολίτη κρίνεται καθημερινά στην ασφάλεια του σπιτιού, του σχολείου και της γειτονιάς του.
Πηγές τεκμηρίωσης
Έλεγχος πηγών στις 5 Οκτωβρίου 2026. Τα ετήσια αριθμητικά στοιχεία αφορούν το 2024 και δεν παρουσιάζονται ως απολογισμός του 2026. Οι πολιτικές κρίσεις αποτελούν θέσεις του άρθρου.
[1] Edmund Burke, Speeches at Bristol, 1774 Σύνδεσμος πηγής
[2] Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, απολογισμός ενδοοικογενειακής βίας 2024, 5 Φεβρουαρίου 2025 Σύνδεσμος πηγής
[3] Ελληνική Κυβέρνηση, παρουσίαση Εθνικής Στρατηγικής για τους ανηλίκους 2025–2030, 5 Μαΐου 2025 Σύνδεσμος πηγής
[4] Ναυτεμπορική, ρεπορτάζ για τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα, με πληροφορίες ΑΠΕ–ΜΠΕ Σύνδεσμος πηγής
[5] Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, απολογισμός Θεσσαλονίκης και οργανωμένου εγκλήματος, 29 Ιουλίου 2026 Σύνδεσμος πηγής
newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου