Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Το πετρέλαιο πλησιάζει τα 120 δολάρια το βαρέλι και η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα γνώριμο ερώτημα: ποιος τελικά πληρώνει το κόστος ενός πολέμου στη Μέση Ανατολή;
Η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας μετά τις επιθέσεις στο Ιράν αναμένεται να έχει άνιση επίδραση στις μεγάλες οικονομίες, μεταφέροντας τεράστια κόστη σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, ο πόλεμος δημιουργεί μια μεγάλη αναδιανομή εισοδήματος μεταξύ χωρών – από τους εισαγωγείς ενέργειας προς τους παραγωγούς.
Οι ΗΠΑ προστατεύονται – αλλά όχι πλήρως
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα νιώσουν τις επιπτώσεις, κυρίως μέσω της ανόδου της βενζίνης και της πίεσης στα νοικοκυριά. Οι τιμές της βενζίνης έχουν ήδη αρχίσει να ανεβαίνουν, καθώς η άνοδος του αργού μεταφέρεται γρήγορα στην αντλία.
Ωστόσο, η αμερικανική οικονομία έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί σε ενεργειακή υπερδύναμη. Είναι πλέον ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο και καθαρός εξαγωγέας ενέργειας.
Αυτό σημαίνει ότι μέρος της ανόδου των τιμών επιστρέφει στην ίδια την οικονομία μέσω αυξημένων εσόδων για τον ενεργειακό τομέα. Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ είναι «προστατευμένες αλλά όχι άτρωτες» από το σοκ.
Ευρώπη και Ασία στο επίκεντρο του ενεργειακού σοκ
Η εικόνα είναι πολύ διαφορετική για την Ευρώπη και την Ασία, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας μεταφράζεται γρήγορα σε υψηλότερο πληθωρισμό, χαμηλότερη αγοραστική δύναμη και ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη. Οι οικονομίες που στηρίζονται ιδιαίτερα στο φυσικό αέριο, όπως η Γερμανία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε ένα τέτοιο σοκ.
Την ίδια στιγμή, μεγάλες ασιατικές οικονομίες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Νότια Κορέα εισάγουν το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας που καταναλώνουν, γεγονός που τις καθιστά επίσης ευαίσθητες σε μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση.
Οι κερδισμένοι της κρίσης
Σε κάθε ενεργειακή κρίση υπάρχουν και κερδισμένοι. Οι χώρες που εξάγουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο, όπως ο Καναδάς ή η Νορβηγία, μπορούν να επωφεληθούν από τις υψηλές τιμές, καθώς αυξάνονται τα έσοδα από τις εξαγωγές τους.
Ωστόσο, σε παγκόσμιο επίπεδο το ισοζύγιο παραμένει αρνητικό. Όταν η ενέργεια γίνεται ακριβότερη, το κόστος παραγωγής αυξάνεται για όλες σχεδόν τις οικονομίες, περιορίζοντας την κατανάλωση και επιβραδύνοντας την ανάπτυξη.
Το ντόμινο σε πληθωρισμό και επιτόκια
Η εκτίναξη των τιμών ενέργειας δημιουργεί ένα νέο δίλημμα για τις κεντρικές τράπεζες. Από τη μία πλευρά, ο υψηλότερος πληθωρισμός θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο σφιχτή νομισματική πολιτική ή σε καθυστέρηση των μειώσεων επιτοκίων. Από την άλλη, το ενεργειακό σοκ πλήττει την ανάπτυξη.
Οι αγορές ήδη αναθεωρούν τις προσδοκίες τους για τα επιτόκια σε Ευρώπη και Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ και η αμερικανική Fed εμφανίζεται έτοιμη να περιμένει πριν προχωρήσει σε χαλάρωση της πολιτικής.
Όπως δείχνει η ιστορία, όταν το πετρέλαιο πλησιάζει τα 120 δολάρια, το κόστος δεν περιορίζεται μόνο στις χώρες που εμπλέκονται στον πόλεμο. Το πληρώνει – με διαφορετικούς τρόπους – ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία.
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου