Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Απουσία νοημοσύνης, αλαζονείας και σκοπιμότητας


Γιώργος Σ. Κουλουβάρης • gkoul@naftemporiki.gr

Αναγνωρισμένο από τους κριτικούς ως το αριστούργημα του Γάλλου συγγραφέα, το παρόν μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1929. Αφηγείται την ιστορία ενός αδελφού και μιας αδελφής· του Πωλ και της Ελιζαμπέτ.

Ο Πωλ τραυματίζεται έξω από το λύκειο Κοντορσέ από μια πέτρα που ο Νταρζελός, ένας από τους συμμαθητές του, είχε κρύψει μέσα σε μια χιονόμπαλα –«Ένα χτύπημα τον βρίσκει κατάστηθα. Ένα βαρύ χτύπημα. Μια γροθιά από μάρμαρο. Μια γροθιά από άγαλμα. Το κεφάλι του αδειάζει. Μαντεύει πως ο Νταρζελός στέκει πάνω σε κάτι σαν βάθρο, μέσα σε ένα υπερφυσικό φως με το χέρι σπασμένο, ζαβό.



Κειτόταν καταγής. Ένα αιμάτινο κύμα ξέφυγε από το στόμα του, λέρωνε το πιγούνι και το λαιμό του, πότιζε το χιόνι. Ακούστηκαν σφυρίγματα. Σ’ ένα λεπτό η αυλή άδειασε. Μονάχα κάποιοι περίεργοι συνωστίζονταν γύρω από το πεσμένο κορμί και, δίχως να προσφέρουν καμία βοήθεια, κοίταζαν άπληστα το κόκκινο στόμα. [….] Ο Νταρζελός ετοιμαζόταν να φύγει. Σαν να μετάνιωσε όμως, και νόμισαν πως θα προχωρούσε προς τον τραυματία. Φτάνοντας μπροστά στον πάγκο όπου οι θυρωροί πουλούν κονδυλοφόρους, μελάνι, ζαχαρωτά, δίστασε, έβγαλε από την τσέπη του μερικές δεκάρες, τις απίθωσε και πήρε σε αντάλλαγμα ένα από εκείνα τα ρολά γλυκόριζας που μοιάζουν με κορδόνια για μποτίνια και που τα γλύφουν τα σχολιαρόπαιδα. Στη συνέχεια, διέσχισε το θυρωρείο, έφερε στον κρόταφο την παλάμη του, εν είδει στρατιωτικού χαιρετισμού, κι εξαφανίστηκε».

Κατά την ανάρρωση του Πωλ, η Ελιζαμπέτ μένει στο δωμάτιο μαζί του και τον φροντίζει. Αυτό το δωμάτιο γίνεται το θέατρο για αυτό που αποκαλούν «το παιχνίδι»· μια ιστορία που επινοούν κάθε βράδυ και στην οποία οι δυο τους είναι οι πρωταγωνιστές. Το όνειρό τους μπερδεύεται επικίνδυνα με την πραγματικότητα. Ο Πωλ θέλει να εγκαταλείψει «το παιχνίδι». Η Ελιζαμπέτ θέλει να τον κρατήσει σ’ αυτό. Η κωμωδία τελειώνει, αρχίζει η τραγωδία…Ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, κριτικός, ζωγράφος και σκηνοθέτης του
κινηματογράφου· ο Ζαν Κοκτώ (1889-1963), με απόλυτο πνεύμα πρωτοπορίας, προηγήθηκε
της εποχής του για να αναγγείλει την επόμενη, εκφράζοντας τον διαρκή ηλεκτρισμό ενός
γίγνεσθαι, ενός κύματος που συνέχεια ξεσπά μπροστά.

«Υπάρχουν σπίτια και ζωές που θα άφηναν εμβρόντητους τους λογικούς ανθρώπους. Δεν θα καταλάβαιναν πως μια ακαταστασία που μπορεί να συνεχιστεί το πολύ για ένα δεκαπενθήμερο, μπορεί και να διαρκέσει για πολλά χρόνια. Αυτά λοιπόν τα σπίτια, αυτές οι προβληματικές ζωές διατηρούνται μια χαρά και, παρά πάσα προσδοκία, είναι πολυάριθμες, παράνομες. Ωστόσο, εκεί που η λογική δεν έχει κι άδικο είναι στο αν η δύναμη των πραγμάτων είναι όντως δύναμη που τις οδηγεί επισπεύδοντας στην πτώση.
Τα παράξενα πλάσματα και οι ακοινώνητες πράξεις τους έχουν μια γοητεία για τον κόσμο των πολλών, ο οποίος ωστόσο τα απορρίπτει. Η κεκτημένη ταχύτητα του κυκλώνα εντός του οποίου ανασαίνουν αυτές οι τραγικές κι ανάλαφρες ψυχές προκαλεί μια αγωνία. Είναι κάτι που ξεκινά με παιδιαρίσματα· στην αρχή, δεν βλέπουμε εκεί παρά μόνο παιχνίδια. […] Η Ελιζαμπέτ και ο Πωλ λάτρευαν αλλά και ξέσκιζαν ο ένας τον άλλον. […] Ούτε που περνούσε απ’ το μυαλό αυτών των άτυχων ορφανών η ιδέα πως η ζωή ήταν μια μάχη, πως ζούσαν λαθραία, πως η μοίρα τα ανεχόταν κλείνοντας τα μάτια».


«Τα Αδέλφια» (Die Geschwister), περ. 1873, λάδι σε καμβά, 103 × 75 εκ. [Hans Thoma
(1839–1924), Staatliche Kunsthalle Karlsruhe, Γερμανία]Με «Τα Τρομερά Παιδιά», ο Κοκτώ έδειξε πως η γοητεία της εφηβείας είναι συνυφασμένη με το δράμα. Το 1950, το βιβλίο έγινε ταινία από τον Jean-Pierre Melville. Προς επίρρωση της φήμης του μυθιστορήματος, ο τίτλος του έγινε έκφραση με καθημερινή χρήση στη γαλλική γλώσσα.

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου