«Δεν ήταν μόνο η δύναμη των αγορών που έχει αποτρέψει τον Τραμπ αυτή τη φορά», λένε στη Ναυτεμπορική, παράγοντες της αγοράς. «Σε αντίθεση με την συνθηκολόγηση της ΕΕ το περασμένο καλοκαίρι στην δασμολογική πολιτική του Τραμπ, η Ευρώπη φάνηκε να εξαπολύει τώρα αντεπίθεση στους νέους δασμούς. Απείλησε ακόμη και το λεγόμενο εμπορικό «μπαζούκα»– τον Νόμο κατά του Εξαναγκασμού (ACI).

Ο νόμος αυτός, που υιοθετήθηκε κατ` αρχήν ενάντια στην Κίνα, εκτός από τους περιορισμούς στις εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, επιβάλει φραγμούς στην πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ και μπορεί επίσης να επηρεάσει τις άμεσες ξένες επενδύσεις ή τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Τα αντίποινα αυτά ,θα οδηγούσαν σε αύξηση των τιμών στις ΗΠΑ – και έτσι θα έθεταν σε περαιτέρω κίνδυνο την υποστήριξη του Τραμπ. Η έγκριση των οικονομικών πολιτικών του Αμερικανού προέδρου έχει καταρρεύσει σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο-κάτι στο οποίο ο Τραμπ δεν έχει μέχρι στιγμής δώσει μια πειστική απάντηση.
Οι συνέπειες στην αμερικανική οικονομία

Μια έκθεση της Deutsche Bank έδειχνε μάλιστα πόσο σοβαρές θα μπορούσαν να είναι οι «συνέπειες για την αμερικανική οικονομία.

Παρά την στρατιωτική και οικονομική τους ισχύ, οι ΗΠΑ έχουν «μία βασική αδυναμία», εξηγούν παράγοντες της αγοράς: «Εχουν μεγάλη εξάρτηση από άλλους για να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους μέσω μεγάλων εξωτερικών ελλειμμάτων. Η Ευρώπη είναι ο μεγαλύτερος πιστωτής των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα κράτη μέλη της ΕΕ και η Βρετανία μαζί, κατέχουν αμερικανικά ομόλογα και μετοχές ,αξίας οκτώ έως 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων- σχεδόν διπλάσια ποσότητα από ό,τι ο υπόλοιπος κόσμος μαζί.

«Σε ένα περιβάλλον όπου η γεωοικονομική σταθερότητα της Δυτικής συμμαχίας κλονίζεται ριζικά, δεν είναι σαφές γιατί οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να παραμείνουν πρόθυμοι να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο», αναφέρει η έκθεση της Deutsche Bank

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ ​​Μπέσεντ, προφανώς «δεν διασκέδασε» με όλα αυτά. «Για τον υπουργό Οικονομικών, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα πιο τρομακτικό από την αύξηση των αποδόσεων στις αγορές ομολόγων. Όσο υψηλότερο είναι το επιτόκιο που προσφέρει ο Μπέσεντ στους επενδυτές, τόσο πιο ακριβό γίνεται για την κυβέρνηση των ΗΠΑ να συνεχίσει να δανείζεται», λένε παράγοντες της αγοράς στη «Ν» .

Από το Νταβός, ο Μπέσεντ αποκάλυψε μάλιστα ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Deutsche Bank, Κρίστιαν Σέβινγκ, για να δει πόσο μεγάλη θα ήταν η ζημιά. «Επειδή η Ευρώπη εξακολουθεί να επενδύει σε μεγάλο βαθμό στο δολάριο , οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών θα μπορούσαν να «ενθαρρύνουν μια περαιτέρω μετατόπιση από το δολάριο».
Η «ώρα της ανάγκης»

Πριν από 25 χρόνια το μερίδιο του δολαρίου στα παγκόσμια συναλλαγματικά αποθέματα ήταν 71%· σήμερα είναι 57%. Πριν από 30 χρόνια, το 1995, το μερίδιο του δολαρίου στις συναλλαγές SWIFT ήταν μεταξύ 80 και 90% του συνόλου, ανάλογα με διαφορετικές μετρήσεις- σήμερα είναι λιγότερο από 59%.

Και αν ένα πράγμα είναι σίγουρο, είναι ότι η «ώρα της ανάγκης» για τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει φτάσει. Με χρέος 38,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, που αυξήθηκε περαιτέρω κατά το πρώτο έτος της προεδρίας Τραμπ, και εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα 280 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως και με την ΕΕ 198 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η Ουάσιγκτον αναγκάζεται να ρίξει νερό στο κρασί της. Έστω και μέχρι νεωτέρας.

naftemporiki.gr