Ερωτηματικά και ανησυχίες για το πώς η ακρίβεια επηρεάζει την κατανάλωση γεννάνε τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον τζίρο του λιανεμπορίου το 2025.
Πίσω από το ρεκόρ εσόδων, στα 74,85 δισ ευρώ έναντι 73,36 δισ το αντίστοιχο διάστημα του 2024, κρύβεται η συρρίκνωση του όγκου
των πωλήσεων, με τα νοικοκυριά να πληρώνουν περισσότερα χρήματα για λιγότερα αγαθά. Η άνοδος του κύκλου εργασιών στο σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα του λιανικού εμπορίου, κινήθηκε στο 2%, χαμηλότερα από την αύξηση του πληθωρισμού (2,9% ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός σύμφωνα με την Εurostat).Το «φούσκωμα» των εσόδων προέρχεται κυρίως από τις ανατιμήσεις στα τρόφιμα, οι οποίες ευνόησαν πρωτίστως τον τζίρο των μεγάλων αλυσίδων. Πλέον για κάθε δέκα ευρώ που ξοδεύουμε σε αγορές λιανικής, σχεδόν τα τρία πηγαίνουν στο καλάθι του σουπερμάρκετ.
Συγκεκριμένα, το 27,3% του συνολικού τζίρου του λιανεμπορίου το 2025, προήλθε από τον κλάδο «λιανικό εμπόριο σε μη ειδικευμένα καταστήματα που πωλούν κυρίως τρόφιμα, ποτά ή καπνό», ο οποίος αφορά τα σουπερμάρκετ. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2024 ήταν στο 26,7%, με τον κλάδο να σημειώνει τη μεγαλύτερη αύξηση τζίρου τόσο σε ποσοστό (4,4%) όσο και ονομαστικά (πάνω από 856.000 ευρώ).
Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ότι όσο η ακρίβεια επιμένει, τόσο τη μερίδα του λέοντος στις δαπάνες των νοικοκυριών έχουν τα απολύτως αναγκαία αγαθά, όπως τα τα είδη διατροφής, τα οποία απορροφούν το μεγαλύτερο ποσοστό του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι
Ενώ τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων αυξάνουν τον τζίρο τους, πάνω από τον μέσο όρο του πληθωρισμού, δεν ισχύει το ίδιο για τους μικρότερους παίκτες της αγοράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι το δ΄τρίμηνο, που θεωρείται καθοριστικό για τις εισπράξεις του λιανεμπορίου αφού περιαλμβάνει την Βlack Friday και την εορταστική σεζόν, ο τζίρος των μικρομεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων συρρικνώθηκε κατά 0,6%. Αν λάβουμε υπόψιν ότι το ίδιο διάστημα ο πληθωρισμός κινήθηκε ανοδικά (2,4% στο τρίμηνο), αυτό σημαίνει πολλαπλάσια συρρίκνωση του όγκου πωλήσεων των μικρότερων καταστημάτων, προς όφελος των μεγάλων εμπορικών αλυσίδων.
Αν αφαιρέσουμε από τις ΜμΕ τους κλάδους οχημάτων, τροφίμων και καυσίμων, ο κύκλος εργασιών του λιανεμπορίου το τέταρτο τρίμηνο του 2025 ανήλθε σε 5,46 δισ ευρώ, σημειώνοντας οριακή αύξηση μόλις 0,4%. Προκειται για το 1/6 της μεσοσταθμικής αύξησης του πληθωρισμού, γεγονός που αντανακλά επίσης μείωση του όγκου κατανάλωσης.
Στους χαμένους του 2025 ήταν και τα πρατήρια καυσίμων κίνησης, που είδαν τον τζίρο τους να μειώνεται κατά 4,4%, υποχωρώντας στα 7,89 δισ ευρώ, με απώλειες περίπου 366 εκατομμύρια ευρώ σε απόλυτα μεγέθη. Η πτώση του τζίρου προέρχεται από τη μείωση των τιμών λιανικής στα καύσιμα κίνησης, ακολουθώντας έστω σε απόσταση τις διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Εκεί που αποτυπώνεται πιο έντονα η μετατόπιση των καταναλωτικών συνηθειών των νοικοκυριών προς τα απολύτως απαραίτητα, είναι στις κατηγορίες ένδυσης-υπόδησης. Ο τζίρος στα εξειδικευμένα καταστήματα ρούχων παρέμεινε πρακτικά στάσιμος, με αύξηση 0,6%, πολύ χαμηλότερα του πληθωρισμού. Στα παπούτσια ο τζίρος μειώθηκε και σε ονομαστικούς όρους, κατά -3,2%, ένδειξη μουδιάσματος της αγοράς.
Άνθηση του second hand
Μεγάλη υποχώρηση τζίρου είχαν και τα πολυκαταστήματα («άλλο λιανικό εμπόριο σε μη ειδικευμένα καταστήματα»), κατά -3,9%, εγείροντας ανησυχίες για το πόσο «περπατάει» στην Ελλάδα το μοντέλο των εμπορικών κέντρων-malls. Στον αντίποδα, πολύ μεγάλη ποσοστιαία αύξηση είχε το λιανικό εμπόριο μεταχειρισμένων ειδών, κατά 31,7%. Μπορεί σε ονομαστικούς όρους ο τζίρος των μεταχειρισμένων να παραμένει σχετικά μικρός (57,1 εκατ.), όμως σε βάθος πενταετίας έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί. Πρόκειται για μια τάση που αντανακλά τη στροφή των καταναλωτών σε πιο οικονομικές λύσεις, μέσω της επαναχρησιμοποίησης, αναζητώντας ευκαιρίες στα κάθε λογής «θριφτάδικα» (από το thrift shop, κατά λέξη «κατάστημα λιτότητας/εξοικονόμησης»).

«Λαχανιάζει» η ιδιωτική κατανάλωση;
Η εικόνα του τζίρου του λιανεμπορίου, εγείρει ανησυχίες για το κατά πόσο η δυναμική της ιδιωτικής κατανάλωσης θα συνεχίσει να τροφοδοτεί την «ατμομηχανή» της ανάπτυξης.
Τα προσωρινά στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του Ιανουαρίου, δείχνουν πως τα καθαρά φορολογικά έσοδα ήταν λίγο πάνω από τον στόχο, κυρίως χάρη στον ΦΠΑ, ο οποίος αποτελεί τη βασική πηγή εσόδων του κράτους.
Αυτή η εικόνα, όμως, κρύβει κινδύνους. Ο προϋπολογισμός βασίζεται στην παραδοχή ότι η κατανάλωση θα συνεχίσει να αυξάνεται. Με δεδομένο ότι πάνω από το 70% του ΑΕΠ προέρχεται από την ιδιωτική κατανάλωση, για να επιτευχθούν οι στόχοι πρέπει οι πολίτες να συνεχίσουν να ξοδεύουν χωρίς σημαντική μείωση της αγοραστικής τους δύναμης.
Η ακρίβεια «ταϊζει» τον προϋπολογισμό αλλά αφαιμάζει τα νοικοκυριά
Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι δεν αυξάνεται ο όγκος των αγορών, όσο οι τιμές. Το κράτος εισπράττει περισσότερα κυρίως επειδή τα προϊόντα και οι υπηρεσίες είναι ακριβότερα, όχι επειδή οι πολίτες αγοράζουν περισσότερα.
Οι έρευνες στην αγορά δείχνουν ξεκάθαρα αυτή τη μετατόπιση. Σύμφωνα με το ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ πάνω από έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι το εισόδημά τους τελειώνει στις 18 του μήνα. Περισσότερα από οχτώ στα δέκα νοικοκυριά δεν έχουν καθόλου αποταμιεύσεις, ενώ πάνω από ένας στους δύο κάνει περικοπές για να αντεπεξέλξθει στα απολύτως αναγακία.
Όσο τα νοικοκυριά εξαντλούν τις οικονομίες τους και δυσκολεύονται να αντέξουν νέες αυξήσεις στο κόστος ζωής, οι πιέσεις θα εντείνονται. Η ακρίβεια συνεχίζει να γεμίζει τα κρατικά ταμεία, μέσω του ΦΠΑ, αλλά αφαιμάζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Έτσι, το δεύτερο εξάμηνο του 2026 θεωρείται κρίσιμο, αφού ακόμη και μικρή μείωση της κατανάλωσης μπορεί να οδηγήσει σε αισθητή υστέρηση εσόδων.
in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου