Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026
Γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να αντέξει για πολύ να βοηθά την Ουκρανία
Μιχάλης Ψύλος • psilosm@naftemporiki.gr
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε νέα προμήθεια όπλων για την Ουκρανία αξίας 6,1 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η Κομισιόν προχώρησε στην κίνηση αυτή μετά την κλιμάκωση των ρωσικών επιθέσεων με βαλλιστικούς πυραύλους και drones. Μόνο τον Ιούλιο, καταγράφηκαν συνολικά, 376 ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις.
Την ίδια ώρα, ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη επιτέθηκαν σε κέντρα logistics του ρωσικού γίγαντα διαδικτυακού λιανικού εμπορίου Ozon για τρίτη συνεχόμενη φορά.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ Πούτιν απευθυνόμενος στους Ουκρανούς: «Εσείς οι ίδιοι ανοίξατε το κουτί της Πανδώρας και τώρα θα αισθάνεται την απάντηση κάθε βράδυ», δήλωσε ο Πεσκόφ.
«Εδώ είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε τα λόγια του προέδρου ότι εσείς οι ίδιοι ανοίξατε το κουτί της Πανδώρας και τώρα λαμβάνετε μια απάντηση», δήλωσε ο κ. Πεσκόφ.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης σημαίνει ότι η Ουκρανία θα χρειαστεί περισσότερο από ποτέ την βοήθεια της ΕΕ, καθώς οι ΗΠΑ δεν δείχνουν μεγάλη προθυμία να ενισχύσουν οικονομικά και στρατιωτικά το Κίεβο.
Ηδη, η Κομισιόν ενέκρινε σήμερα την αποστολή βοήθειας ύψους 6,1 δισεκατομμυρίων ευρώ στο Κίεβο. Πρόκειται για μέρος του νέου δανείου στήριξης του Κιέβου από την ΕΕ, ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ. Θα εκταμιευθεί σε διάφορες δόσεις και έχει ως στόχο να επιτρέψει στην Ουκρανία να συνεχίσει τον αγώνα κατά των ρωσικών δυνάμεων εισβολής και να αποτρέψει την πτώχευση της χώρας.
Η έγκριση της βοήθειας συνέπεσε με την εθνική γιορτή της Ουκρανίας για τα 35 χρόνια της ανεξαρτησίας της μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, Μια γιορτή που συνδυάστηκε με την «υβριδική» συνάντηση του «Συνασπισμού των Προθύμων» στο Κίεβο, στην οποία προήδρευσαν από κοινού ο Εμανουέλ Μακρόν , ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και ο Βρετανός πρωθυπουργός ,Άντι Μπέρναμ, στην πρώτη μάλιστα επίσκεψη στο εξωτερικό από την ανάληψη των καθηκόντων του.
Οι ηγέτες των «Προθύμων» επιβεβαίωσαν την «ακλόνητη υποστήριξή τους στον ουκρανικό λαό και τον αγώνα του για τη διατήρηση της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της χώρας. «Θα συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε την Ουκρανία για όσο χρονικό διάστημα και όσο ολοκληρωμένα χρειαστεί», δήλωσε ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα , που βρέθηκε επίσης στο Κίεβο . Απείλησε επίσης τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν με νέες κυρώσεις «μέχρι η Ρωσία να σταματήσει να σκοτώνει, να δείξει μια γνήσια προθυμία για ειρήνη και να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».
Η οικονομία του πολέμου
Ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται άλλωστε, σε μια φάση όπου η αποφασιστική μεταβλητή μπορεί πλέον να μην είναι αποκλειστικά στρατιωτική, αλλά πάνω απ’ όλα οικονομική.
«Πόσο μπορεί να κοστίσει η στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία τα επόμενα πέντε έως 10 χρόνια; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα», τονίζουν στη Ναυτεμπορική, Ευρωπαίοι διπλωμάτες.
Το θέμα, επομένως, δεν είναι απλώς για πόσο καιρό μπορεί να πολεμήσει η Ουκρανία, αλλά για πόσο διάστημα οι Ευρωπαίοι «Πρόθυμοι» μπορούν να αντέξουν οικονομικά να χρηματοδοτήσουν την πολεμική προσπάθεια χωρίς να θυσιάσουν άλλα στρατηγικά συμφέροντα.
«Το Κίεβο συνεχίζει να εξαρτάται από οικονομική βοήθεια, αλλά και όπλα, πυρομαχικά και αμυντικά συστήματα που παράγονται στο εξωτερικό, ενώ τα ευρωπαϊκά κράτη πρέπει ταυτόχρονα να διατηρούν την κοινωνική πρόνοια, το δημόσιο χρέος, την ενέργεια και τις δαπάνες για τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης», προσθέτουν οι διπλωμάτες.
Ο πόλεμος γίνεται ζήτημα προϋπολογισμού της ΕΕ
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εγκρίνει συνολικά, δάνειο 90 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ουκρανία για το 2026 -2027: Πενήντα δισ. ευρώ ς για την άμυνα και 30 δις για δημοσιονομική υποστήριξη.
Το παράδοξο είναι σαφές: Η Ευρώπη αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες για να προετοιμαστεί για έναν πιθανό πόλεμο με τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να χρηματοδοτήσει έναν πραγματικό πόλεμο που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη.
«Η χρηματοδότηση του πολέμου έχει πλέον γίνει μόνιμο στοιχείο της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής», τονίζουν Ευρωπαίοι ειδικοί. «Το δάνειο των 90 δις δεν ισοδυναμούν με διαθέσιμο πλούτο ,αλλά μεταφορά μέρους του κόστους στο μέλλον, χρησιμοποιώντας τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό ως εγγύηση», σημειώνουν και προσθέτουν: Ενώ οι Βρυξέλλες αυξάνουν τη δέσμευσή τους προς το Κίεβο, οι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να βρουν επίσης χρήματα για να χρηματοδοτήσουν τις συντάξεις, την υγειονομική περίθαλψη, τις υποδομές και τους τόκους του χρέους, αυξάνοντας ταυτόχρονα τις αμυντικές τους δαπάνες».
Επανεξοπλισμός και κράτος πρόνοιας
Η Ευρώπη έχει έτσι ξεκινήσει μια φαινομενικά αναπόφευκτη πορεία: όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος και αυξάνονται οι αμυντικές δαπάνες, τόσο περισσότεροι πόροι θα εκτρέπονται από άλλες κατηγορίες δαπανών ή θα χρηματοδοτούνται μέσω νέου χρέους.
«Αυτή η κατάσταση μπορεί να είναι βιώσιμη για περιορισμένο χρονικό διάστημα και θα γίνεται πολύ πιο προβληματική όταν μετατραπεί σε μόνιμη πολιτική.
Η Ουκρανία, από την πλευρά της, δεν μπορεί να αντέξει το κόστος του πολέμου μόνη της. Η διεθνής υποστήριξη δεν αποτελεί επομένως δευτερεύον στοιχείο, αλλά προϋπόθεση για τη λειτουργία του κράτους .
Το πρόγραμμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αντικατοπτρίζει επίσης αυτήν την εξάρτηση: τον Ιούλιο του 2026, το ΔΝΤ ενέκρινε μια πρόσθετη εκταμίευση περίπου 690 εκατομμυρίων δολαρίων στο πλαίσιο της τετραετούς συμφωνίας των 8,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Πόσο κοστίζει η στήριξη στο Κίεβο
«Το στρατηγικό ερώτημα καθίσταται τότε αναπόφευκτο: για πόσο καιρό οι Δυτικοί δανειστές θα είναι πρόθυμοι να μετατρέψουν την υποστήριξή τους προς την Ουκρανία σε μια πολυετή οικονομική δέσμευση; Εφόσον η απάντηση είναι θετική, το Κίεβο μπορεί να συνεχίσει να πολεμά. Αντίθετα, σημαίνει ότι το κόστος μεταφέρεται σταδιακά από τους ουκρανικούς , κυρίως στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς.
Ηδη, σε πολλές χώρες της ΕΕ , αναπόφευκτα τίθεται το πιο άβολο ερώτημα: όχι “πόσο κοστίζει η υποστήριξη της Ουκρανίας σήμερα;”, αλλά πόσο θα κοστίσει η υποστήριξή της για άλλα τρία, πέντε ή 10 χρόνια;
Αργά ή γρήγορα το πρόβλημα παύει να είναι αποκλειστικά Ουκρανικό. Γίνεται πρόβλημα των ευρωπαϊκών δημόσιων οικονομικών. Και όταν ένας πόλεμος αρχίζει να ανταγωνίζεται τις συντάξεις, την υγειονομική περίθαλψη, τις υποδομές, την ενέργεια και την εθνική ασφάλεια για τους ίδιους πόρους, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο θέλει κανείς να πολεμήσει. Είναι πόσο μπορεί ακόμα να το κάνει.
naftemporiki.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου