Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Ο Νέρων στη Ρώμη και ο Ερρίκος Η΄ στην Αγγλία είχαν βρει έναν απλό τρόπο να χρηματοδοτούν το κράτος: νόθευαν τα χρυσά και ασημένια νομίσματα με φθηνότερα μέταλλα. Σχεδόν δύο χιλιετίες αργότερα οι επενδυτές τους…μιμούνται με το περιβόητο «debasement trade».
Δεν ψάχνουν χαλκό μέσα στο δολάριο. Βλέπουν, όμως, το σύγχρονο ισοδύναμό του: χρέος άνω των 40 τρισ. δολαρίων, υψηλό πληθωρισμό, πολιτικές παρεμβάσεις στις αγορές και μια κυβέρνηση που δείχνει αποφασισμένη να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού χωρίς να αντιμετωπίζει τη δημοσιονομική ανισορροπία στη ρίζα της.
Έτσι επιστρέφει στη Wall Street το λεγόμενο debasement trade: η φυγή από όσα μπορεί να δημιουργήσει απεριόριστα ένα κράτος –το νόμισμα και το χρέος του– προς περιουσιακά στοιχεία με περιορισμένη προσφορά, όπως ο χρυσός, το ασήμι και το Bitcoin.
Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα κερδοσκοπικό κύμα. Είναι μια ψήφος δυσπιστίας απέναντι στη δυνατότητα των κυβερνήσεων να διαχειριστούν τα χρέη τους χωρίς να καταφύγουν, άμεσα ή έμμεσα, σε ένα ασθενέστερο νόμισμα και σε υψηλότερο πληθωρισμό.
Η κίνηση των 4 δισ. που τάραξε μια ολόκληρη αγορά
Ο καταλύτης ήρθε από τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ. Με την απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου να φτάνει το 5,34%, κοντά σε υψηλό 20 ετών, το υπουργείο ανακοίνωσε ότι διπλασιάζει στα τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια το μέγεθος ορισμένων επαναγορών τίτλων μακράς διάρκειας.
Το ποσό είναι ελάχιστο συγκριτικά με το μέγεθος της αγοράς. Το μήνυμα, όμως, ήταν τεράστιο: η Ουάσιγκτον δεν θέλει να αφήσει τις τιμές των ομολόγων να υποχωρήσουν ανεξέλεγκτα και τις αποδόσεις τους να αυξηθούν ακόμη περισσότερο.
Είχε προηγηθεί η αμερικανική συνδρομή στην προσπάθεια στήριξης του ιαπωνικού γεν, για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Παρότι η παρέμβαση έγινε μέσω πωλήσεων ευρώ και όχι δολαρίων, θεωρήθηκε ότι περιόρισε τον κίνδυνο να αναγκαστεί η Ιαπωνία να πουλήσει αμερικανικά κρατικά ομόλογα για να υπερασπιστεί το νόμισμά της.
Και στις δύο περιπτώσεις η αγορά διάβασε το ίδιο μήνυμα: όταν η πίεση γίνεται επικίνδυνη, οι αρχές παρεμβαίνουν.
Από την κρίση ομολόγων στην κρίση του δολαρίου
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πού πηγαίνει η πίεση όταν δεν της επιτρέπεται να εκτονωθεί στις τιμές των ομολόγων.
Ο Τζορτζ Σαραβέλος της Deutsche Bank το έθεσε καθαρά: εάν τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα δεν «επιτρέπεται» να χάσουν την αξία τους, τότε η προσαρμογή μπορεί να περάσει στην ισοτιμία τους για τους ξένους επενδυτές – δηλαδή στο δολάριο.
Ο Ρόμπιν Μπρουκς του Brookings Institution προειδοποίησε ότι η Ουάσιγκτον «παίζει με τη φωτιά». Η συγκράτηση των μακροπρόθεσμων αποδόσεων, χωρίς ουσιαστική δημοσιονομική διόρθωση, μπορεί να μετατρέψει μια κρίση χρέους σε κρίση νομίσματος. Το προηγούμενο της Ιαπωνίας, όπου οι παρεμβάσεις στην αγορά ομολόγων συνοδεύτηκαν από μακρά διολίσθηση του γεν, βρίσκεται πλέον στο πίσω μέρος του μυαλού των επενδυτών.
Ο φαύλος κύκλος είναι προφανής. Ένα ασθενέστερο δολάριο αυξάνει τις τιμές των εισαγωγών και αναζωπυρώνει τον πληθωρισμό. Η Federal Reserve ενδέχεται τότε να χρειαστεί να αυξήσει τα επιτόκια, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Και όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο λιγότερος δημοσιονομικός χώρος απομένει για ανάπτυξη, επενδύσεις και κοινωνικές δαπάνες.
Το πρόβλημα δεν σταματά στις ΗΠΑ
Η αναταραχή έχει αφετηρία την Ουάσιγκτον, αλλά όχι αμερικανικά σύνορα. Οι αποδόσεις των 30ετών κρατικών ομολόγων έχουν εκτιναχθεί σε υψηλά πολλών δεκαετιών σε ολόκληρο τον κόσμο: σε ιστορικό ρεκόρ στην Ιαπωνία, σε υψηλό από το 2008 στη Γαλλία και στα υψηλότερα επίπεδα από το 1998 στη Βρετανία.
Οι αγορές καλούνται να απορροφήσουν τεράστιες εκδόσεις κρατικού χρέους, την ώρα που οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες δανείζονται επίσης μαζικά για να χρηματοδοτήσουν κέντρα δεδομένων και επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Κράτη και επιχειρήσεις ανταγωνίζονται πλέον για το ίδιο κεφάλαιο, ανεβάζοντας το κόστος του χρήματος.
Το debasement trade επομένως δεν είναι μόνο ένα στοίχημα κατά του δολαρίου. Είναι μια ευρύτερη αμφισβήτηση της ικανότητας των υπερχρεωμένων οικονομιών να χρηματοδοτούν ελλείμματα, άμυνα, κοινωνικές ανάγκες και τεχνολογικές επενδύσεις χωρίς επώδυνες επιλογές.
ShutterstockΟ χρυσός ανακτά τον ιστορικό του ρόλο
Ο μεγάλος κερδισμένος είναι ο χρυσός. Η τιμή του ενισχύεται σχεδόν 15% μέσα στον Αύγουστο, ανακτώντας την περιοχή των 4.600 δολαρίων ανά ουγκιά. Έχει συμπληρώσει πέντε διαδοχικές ανοδικές εβδομάδες και οδεύει προς την καλύτερη μηνιαία επίδοσή του από το 1999.
Δεν είναι μόνο οι ιδιώτες επενδυτές. Οι κεντρικές τράπεζες αγόρασαν 289 τόνους το δεύτερο τρίμηνο, την υψηλότερη επίδοση που έχει καταγραφεί για τη συγκεκριμένη περίοδο, σύμφωνα με στοιχεία του World Gold Council. Ταυτόχρονα, τα διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια χρυσού εμφανίζουν εισροές επί επτά συνεχόμενες εβδομάδες.
Πίσω από αυτές τις αγορές βρίσκεται και ο φόβος της «οπλοποίησης» των νομισμάτων. Μετά το πάγωμα των ρωσικών συναλλαγματικών αποθεμάτων, πολλές κεντρικές τράπεζες αναζητούν περιουσιακά στοιχεία που δεν εξαρτώνται από τις αποφάσεις μιας ξένης κυβέρνησης ή από την πρόσβαση στο δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Το ασήμι ακολουθεί με άνοδο περίπου 19% τον Αύγουστο. Διαθέτει μάλιστα ένα πρόσθετο πλεονέκτημα: εκτός από πολύτιμο μέταλλο, αποτελεί βασική πρώτη ύλη για φωτοβολταϊκά, ηλεκτρικά οχήματα, κέντρα δεδομένων και ηλεκτρονικά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Περίπου το 60% της ζήτησής του είναι βιομηχανικό, ενώ η αγορά οδεύει προς έκτη διαδοχική χρονιά ελλείμματος προσφοράς.
Bitcoin: το πιο τολμηρό και ασταθές καταφύγιο
Το Bitcoin εκτινάχθηκε κατά 22% μέσα σε τρεις ημέρες, στη μεγαλύτερη άνοδό του από το 2023, αγγίζοντας τα 80.000 δολάρια. Το ανώτατο όριο των 21 εκατομμυρίων νομισμάτων που προβλέπει το πρωτόκολλό του ταιριάζει απόλυτα στην αφήγηση της σπανιότητας.
Ωστόσο, η θέση του ως «ψηφιακού χρυσού» δεν έχει ακόμη αποδειχθεί σε όλες τις συνθήκες. Στις αρχές του 2026 υποχωρούσε ενώ τα πολύτιμα μέταλλα ενισχύονταν, δείχνοντας ότι παραμένει ευάλωτο στην κερδοσκοπία, στη ρευστότητα και στις πολιτικές ειδήσεις.
Ο Ρέι Ντάλιο προτείνει αυξημένη έκθεση σε χρυσό και Bitcoin, προειδοποιώντας ότι τα οικονομικά των ΗΠΑ βρίσκονται σε σημείο καμπής. Όμως, για τους επιφυλακτικούς, το Bitcoin παραμένει περισσότερο στοίχημα υψηλού κινδύνου παρά ασφαλές καταφύγιο.

Ψήφος δυσπιστίας, όχι ακόμη έξοδος πανικού
Οι σκεπτικιστές έχουν ισχυρά επιχειρήματα. Οι ξένοι επενδυτές εξακολουθούν να κατέχουν τεράστιες ποσότητες αμερικανικών κρατικών ομολόγων, η Wall Street παραμένει ισχυρή και η αγορά αμερικανικών μετοχών απαιτεί διαρκή ζήτηση για δολάρια. Οι επαναγορές των 4 δισ. δολαρίων είναι πολύ μικρές για να ισοδυναμούν με έλεγχο της αγοράς.
Δεν υπάρχει, συνεπώς, μαζική εγκατάλειψη του δολαρίου. Υπάρχει όμως κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί: το δολάριο υποχωρεί, οι τιμές των ομολόγων πέφτουν και τα περιουσιακά στοιχεία περιορισμένης προσφοράς ενισχύονται ταυτόχρονα.
Το επόμενο τεστ έρχεται στο Τζάκσον Χολ, όπου ο νέος πρόεδρος της Federal Reserve Κέβιν Γουόρς θα δώσει το πρώτο μεγάλο δείγμα γραφής του. Ένα αυστηρό μήνυμα για τα επιτόκια και τον ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας μπορεί να ανακόψει το στοίχημα της απαξίωσης. Μια πιο ήπια στάση μπορεί να του προσφέρει ακόμη περισσότερο καύσιμο.
Το δολάριο δεν χάνει αύριο τον παγκόσμιο θρόνο του. Οι αγορές, όμως, προειδοποιούν ότι η αξιοπιστία ακόμη και του ισχυρότερου νομίσματος δεν είναι ανεξάντλητη. Και όταν αρχίζουν να αμφισβητούν όχι τη δυνατότητα ενός κράτους να αποπληρώσει το χρέος του, αλλά την αξία του χρήματος με το οποίο θα το αποπληρώσει, το μήνυμα είναι πολύ πιο ανησυχητικό.
Με πληροφορίες από Bloomberg, CNBC, Market Watch, Deutsche Bank, IG Bank

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου